Monday, July 7, 2008

Ούγκο φον Χόφμανσταλ «Ηλέκτρα» από Έλληνες στην Αβινιόν


Φωτογραφία

Η Μαρία Κεχαγιόγλου (αριστερά) και η Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου σε στιγμιότυπο από την «Ηλέκτρα» του Ούγκο φον Χόφμανσταλ
Με την «Ηλέκτρα» του Ούγκο φον Χόφμανσταλ συμμετέχει η ομάδα Κανιγκούντα στο Φεστιβάλ της Αβινιόν-Οφ, που αφορά νέες θεατρικές ομάδες. Πρόκειται για την παράσταση που είδαμε πέρυσι στην Αθήνα (στο θέατρο Θησείον) και η οποία αποτελεί την ελληνική συμμετοχή στο γαλλικό φεστιβάλ. Η «Ηλέκτρα» είναι το πρώτο θεατρικό έργο που έγραψε ο αυστριακός συγγραφέας (1874-1929) και αποτελεί τυπικό δείγμα του νεορομαντισμού- γράφτηκε το 1903. Αμεσα επηρεασμένο από τον Φρόιντ και τα πρώτα ψυχαναλυτικά έργα του, καταπιάνεται με τον μύθο των Ατρειδών αλλά από διαφορετική γωνία: Θεματικά ενδιαφέρεται για τη βία των διαπροσωπικών σχέσεων, την αδυναμία του ενός να ακούσει τον άλλον.
Η παράσταση, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Χατζόπουλου και σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη , μας μεταφέρει σε ένα κλειστοφοβικό σπίτι όπου η οικογενειακή εστία έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Ο πόλεμος που ξεσπά μοιάζει ανελέητος και τα δύο στρατόπεδα μοιράζονται διαφορετικές ιδέες. Η αφοσίωση, η ισχύς της λήθης πάνω στη μνήμη, ο εγκλεισμός, η ρητορική της βίας είναι ορισμένα από τα σημεία στα οποία βασίζεται η δουλειά της ομάδας. Η Μαρία Κεχαγιόγλου υποδύεται την Ηλέκτρα. Τη διανομή συμπληρώνουν οι Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Μαρία Μαγκανάρη, Γιώργος Φριντζήλας.
Η πρεμιέρα θα δοθεί την Πέμπτη, 10 Ιουλίου, στο Θέατρο των Εραστών (Τheatre den Αmants) στην Αβινιόν, μια μικρή εκκλησία του 17ου αιώνα που έχει διαμορφωθεί σε θεατρικό χώρο για παραστάσεις δωματίου (στις 16.15). Η «Ηλέκτρα» θα παίζεται ως και τις 2 Αυγούστου (εκτός 21 και 28 Ιουλίου), στο πλαίσιο του Φεστιβάλ της Αβινιόν-Οφ. Για κρατήσεις θέσεων στο τηλέφωνο 00334 9086.1068.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΥΡΟΣ: «Το πολιτικό θέατρο δεν μας κατεβάζει στους δρόμους»


Του Χρήστου Ιερείδη, ΤΑ ΝΕΑ, 08/07/2008
Ο Γιάννης Βούρος δεν έχει την αγωνία να βλέπει  το όνομά του πρώτο όνομα στη μαρκίζα και «επειδή στην Ελλάδα, που είναι μικρό χωριό Τέχνης, έχει κακώς εννοηθεί και μεταφραστεί ο ρόλος του  πρωταγωνιστή και θιασάρχη, προτιμώ να κερδίζω  σε εμπειρίες και να πλουτίζω το ρεπερτόριό  μου», λέει
Ο Γιάννης Βούρος δεν έχει την αγωνία να βλέπει το όνομά του πρώτο όνομα στη μαρκίζα και «επειδή στην Ελλάδα, που είναι μικρό χωριό Τέχνης, έχει κακώς εννοηθεί και μεταφραστεί ο ρόλος του πρωταγωνιστή και θιασάρχη, προτιμώ να κερδίζω σε εμπειρίες και να πλουτίζω το ρεπερτόριό μου», λέει
Θέατρο, πολιτική, τηλεόραση... Ο Γιάννης Βούρος παίζει σε πολλά ταμπλό. Και ως βασιλιάς Θεοκλύμενος πλέον στην καλοκαιρινή περιοδεία της ευριπίδειας «Ελένης». Επιδιώκει τις προκλήσεις και τα ρίσκα. Στο θέατρο δε, χρόνια τώρα, οι επιλογές του είναι εκτός πεπατημένης. Ετεοκλής, Ταλθίδιος, Ευριπίδης στις «Θεσμοφοριάζουσες», Τζέιμς στα «Παιδιά ενός κατώτερου θεού», Ρασκόλνικοφ, άνθρωπος- ελέφαντας, ομοφυλόφιλος σκηνοθέτης τον χειμώνα που πέρασε και οσονούπω θα εμφανιστεί ως βασιλιάς Θεοκλύμενος στην «Ελένη» του Ευριπίδη που σκηνοθετεί ο Θοδωρής Αθερίδης.
Η εμπλοκή του με την πολιτική ήρθε ως φυσική συνέπεια και ασχέτως αν δεν εξελέγη, παραμένει- μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ- για τον Γιάννη Βούρο η πρόκληση-επιθυμία να βγάλει τον κόσμο στους δρόμους στην προσπάθειά του να δείξει έστω έναν τρόπο αντίδρασης.
Στο μιούζικαλ «Δύο τρελοί, τρελοί παραγωγοί» ήταν ο αλλοπαρμένος, αποτυχημένος γκέι σκηνοθέτης που κυκλοφορούσε με γόβες, κορσέδες και φουστάνια. Στην «Ελένη» θα είναι ο με ξυρισμένο κεφάλι ξεπεσμένος διάδοχος του αιγυπτιακού θρόνου που ευελπιστεί να παντρευτεί επιτέλους την Ελένη. Ρόλοι όχι πρωταγωνιστικοί- ρόλοι γκεστ σταρ θα μπορούσε να πει κανείς. Πού βρίσκει την πρόκληση ο Γιάννης Βούρος; Ο ηθοποιός έχει συνολική προσέγγιση στο θέμα. «Το ενδιαφέρον πηγάζει από τη διαφορετικότητα των χαρακτήρων και είναι σε άμεση σχέση με το ποια είναι η δουλειά, ο παραγωγός, ο σκηνοθέτης, οι συνάδελφοι. Δεν σου κρύβω πως μία παράμετρος είναι και το οικονομικό, αλλά αυτό έπεται των υπολοίπων».
  • Τι μορφή είναι ο Θεοκλύμενος; Πώς τον έχετε σκεφθεί;
Είναι από τα πρόσωπα που δικαιολογούν γιατί ο Ευριπίδης ασχολήθηκε σ΄ αυτή την τραγωδία με το «είναι» και το «φαίνεσθαι». Ο Θεοκλύμενος μισεί τους Έλληνες και καθαρίζει όποιον επιβουλεύεται την πατρική γη. Μέσα από τη σχέση του με την Ελένη και τα απωθημένα του δείχνει τον πραγματικό του εαυτό. Στο πρόσωπό του δικαιολογείται και η αριστοτέλειος ρήση «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
  • Τελικά η «Ελένη» είναι τραγωδία;
Έχει όλα τα στοιχεία της τραγωδίας αλλά, όπως σε όλες τις τραγικές καταστάσεις της ζωής, υπάρχουν και δόσεις χιούμορ. Το θέμα είναι από ποια πλευρά θα τη δει ο σκηνοθέτης. Και ο Θοδωρής στην «Ελένη» έχει δικαιολογήσει όλες τις πλευρές, παρουσιάζοντας και τις κωμικές και τις δραματικές στιγμές σε ισορροπία.
  • Η μετεκλογική περίοδος είναι σαν δεύτερη ευκαιρία για το θέατρο... Το γεγονός ότι δεν συγκεντρώσατε τις ψήφους που θα σας οδηγούσαν στη Βουλή σάς έκανε να αναρωτηθείτε πως ίσως κάτι δεν κάνατε σωστά;
Την επιβεβαίωσή μου την έχω ξεχρεώσει, τις ανασφάλειές μου τις έχω καλύψει, τα όνειρά μου τα πραγματοποιώ. Άλλοι μπορεί να αποδείξουν σε μένα. Πέραν αυτού, το κομμάτι ενασχόλησής μου με την κεντρική πολιτική σκηνή έχει να κάνει κυρίως με το λάθος που έχουμε κάνει όλοι με τους απαξιωμένους πολιτικούς και την απαξιωμένη πολιτική αλλά και με το ότι το θέατρο όσο καλό και καλογραμμένο αν είναι, ακόμα κι αν κάθε χρόνο παίζω πολιτικό θέατρο, τον κόσμο δεν θα τον κατεβάσει στον δρόμο. Ακόμα κι ένα πολιτικό έργο το περισσότερο που μπορεί να κάνει είναι να αφυπνίσει συνειδήσεις. Από το βήμα της πολιτικής θεωρώ ότι μπορείς να πεις και να κάνεις πολύ περισσότερα, πιο σημαντικά και πιο ουσιαστικά πράγματα απ΄ ό,τι από μια θεατρική σκηνή.
  • Τι γίνεται με τους πολιτικούς, διότι φαίνεται να ζουν μέσα σε ένα προστατευτικό κουκούλι και να είναι αποκομμένοι από την πραγματικότητα;
Έχει να κάνει με το είδος του πολιτικού. Υπάρχουν εκείνοι που είναι οριζοντιωμένοι σε γραφεία και τίτλους, άλλοι που είναι σε υπουργεία και Κοινοβούλιο. Από την άλλη όμως, είναι κι εκείνοι που μπαίνουν στα πολιτικά όργανα όχι για να κερδοσκοπήσουν πολιτικά αλλά για να προσφέρουν. Και βεβαίως, τις περισσότερες φορές το πρόβλημα, που εκφράζεται ως παράπονο, επικεντρώνεται στα πρωτοκλασάτα στελέχη των κομμάτων. Το μείζον θέμα όμως είναι οι τοπικές κοινωνίες, εκεί όπου οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους, όπου τα τελευταία χρόνια κομματικά στελέχη λυμαίνονται κονδύλια για κοινωφελείς σκοπούς και αυτό είναι κάτι που σαφώς αφορά τα δύο μεγάλα κόμματα και πρέπει να τα απασχολήσει. Εκεί, λοιπόν, έχει δουλειά να κάνει ο νέος πολιτικός. Το μέλημά του πρέπει να είναι η βάση. Αν φυτέψεις σωστά, αυτό που θα φυτρώσει θα καρποφορήσει ανάλογα, με σωστά διαμορφωμένη πολιτική συνείδηση. Πιστεύω ότι είναι η κατάλληλη περίοδος να χτίσουμε μια εποχή ποιότητας. Υπάρχουν πολιτικοί με κάθετα αμφίδρομη σχέση με τους πολίτες. Αυτό πρέπει να κάνει ο πολιτικός σήμερα και στο μέλλον.
«Αν έλειπαν τα ευτελή πρωινάδικα...»

«Άμλετ». Σκηνοθεσία: Τhomas Οstermeier

Αιρετικός «Άμλετ»

To θεατρικό έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ ο «Άμλετ» παρουσιάζεται απόψε στις 21.00 στο Χώρο Η΄ ( Πειραιώς 260, τηλ. 210-3272.000) στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Σκηνοθεσία: Τhomas Οstermeier, Μoυσική: Νils Οstendorf. Διανομή: Κλαύδιος/Φορτινμπράς: Urs Jucker, Άμλετ/ Φάντασμα/ Βασίλισσα/ Λουκιανός: Lars Εidinger, Γερτρούδη/Οφηλία: Judith Rosmair, Πολώνιος/ Όσρικ: Robert Βeyer, Οράτιος/ Γκίλντενσερν/ Νεκροθάφτης/ Βασιλιάς: Sebastian Schwarz, Λαέρτης /Ρόζενκραντς/ Νεκροθάφτης: Stefan Stern. Ο Οστερμάιερ σκηνοθετεί τα κείμενα του παρελθόντος αναζητώντας αναλογίες με το σήμερα. Ο σαραντάχρονος σκηνοθέτης επηρεάστηκε από τον Αρτό, τον Αϊζενστάιν και τον Μέγερχολντ. Συμπαραγωγή: Schaubuhne am Lehniner Ρlatz Βerlin, Φεστιβάλ Αβινιόν. Και αύριο. Εισιτήρια: 30, 20 ευρώ και 15 το φοιτητικό.

ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΙ ΣΤΟΥΣ «ΠΕΡΣΕΣ» ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΠΕΘΕ ΛΑΡΙΣΑΣ


Φωτογραφία
«Οι “Πέρσες” ορθώνουν το ανάστημά τους στο φυσικό» λέει ο Σταύρος Τσακίρης, σκηνοθέτης της νεωτεριστικής παράστασης της αρχαιότερης σωζόμενης τραγωδίας. Εδώ, η Εύα Κοταμανίδου και ο Σοφοκλής Πέππας με ένδυμα κοκτέιλ...
Το 480 π.Χ. ο ελληνικός στόλος συντρίβει τον περσικό στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας σώζοντας την Αθήνα, δίνοντας άδοξο τέλος στην τρίτη εκστρατεία των Περσών κατά της Ελλάδας και αποθαρρύνοντας οριστικά τη μεγάλη ασιατική δύναμη από κάθε βλέψη για τα ελλαδικά εδάφη ενώ ο επικεφαλής της εκστρατείας, βασιλέας Ξέρξης, αμέσως μετά τη ναυμαχία εγκαταλείπει τα στρατεύματά του και επιστρέφει στα Σούσα. Το 472 π.Χ. η τραγωδία του Αισχύλου «Πέρσες» παρουσιάζεται στα Μεγάλα Διονύσια και κερδίζει το πρώτο βραβείο. Θέμα της, η συντριβή των Περσών στη Σαλαμίνα οκτώ χρόνια νωρίτερα.
Αυτή ακριβώς την τραγωδία παρουσιάζει φέτος το καλοκαίρι- η πρεμιέρα δόθηκε στη Λάρισα την 1η Ιουλίου- το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας/ Θεσσαλικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη, ο οποίος είχε καταπιαστεί για πρώτη φορά με τους «Πέρσες» το 2003 με την ομάδα του «Οmicron». Και ο οποίος επιχειρεί μια νέα ανάγνωση πάνω στην παλαιότερη από τις σωζόμενες τραγωδίες και τη μόνη από τις σωζόμενες που αντλεί τη θεματολογία της ευθέως από ιστορικά γεγονότα, με πρωταγωνιστές του την Εύα Κοταμανίδου ως Άτοσσα και τον Σοφοκλή Πέππα ως Φάντασμα του Δαρείου.
Ο Αισχύλος στους«Πέρσες», σε αντίθεση με τις άλλες τραγωδίες του, δεν χρησιμοποιεί μυθικές βάσεις και παραδοσιακούς θρύλους. Υλικό του είναι τα πραγματικά στοιχεία και η πρόσφατη ιστορία. Χωρίς να θίγεται η ιστορική αλήθεια, τα πραγματικά στοιχεία μέσω της αισχύλειας τεχνικής ανάγονται στο ύψος του υπερβατικού μύθου και το ιστορικό γεγονός μεταποιείται σε καλλιτεχνικό.
Η υπόθεση των «Περσών»διαδραματίζεται στα Σούσα όπου η Άτοσσα, χήρα του βασιλέα Δαρείου και μητέρα του Ξέρξη, και ο Χορός των Γερόντων θρηνούν για την πανωλεθρία που τα νέα της τους φέρνει ένας Εξάγγελος. Στον γενικό θρήνο προστίθεται και ο Ξέρξης που φτάνει ηττημένος από την Ελλάδα, ενώ προηγουμένως το Φάντασμα του Δαρείου που ο Χορός επικαλέστηκε έχει εμφανιστεί και προφητεύσει και άλλες συμφορές στο μέλλον για την κραταιά περσική αυτοκρατορία και εκείνους που έκαψαν τους ναούς και πρόσβαλαν τους θεούς στην Ελλάδα.
Η ιδέα, βέβαια, της «δραματοποίησης» της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας και η μετάθεση της αφήγησης στη χώρα των «βαρβάρων»- τεχνική ασυνήθιστη στους άλλους τραγικούς- δεν είναι επινόηση του Αισχύλου. Ήδη από τους αρχαίους σχολιαστές είναι γνωστό ότι οι «Πέρσες» αποτελούν διασκευή του δράματος «Φοίνισσαι» του Φρυνίχου, όπου γυναίκες από τη Φοινίκη πηγαίνουν στα Σούσα, για να πληροφορηθούν τα νέα της περσικής εκστρατείας.
Οι «Πέρσες» του «Θεσσαλικού» ανεβαίνουν σε καινούργια μετάφραση του Κώστα Λάνταβου, με σκηνικά και κοστούμια Ελένης Μανωλοπούλου, χορογραφίες Αποστολίας Παπαδαμάκη, μουσική Νίκου Κυπουργού. Στη διανομή, επίσης: Φανή Γέμτου, Νίκος Γιαλελής, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Μάνος Ζαχαράκος, Ελισάβετ Μουτάφη, Αλέξανδρος Μπαλαμώτης, Τατιάνα Παπαμόσχου, Αλμπέρτο Φάις κ.ά.

ΧΟΡΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

ΓNΩMH

H Γουίννι είναι ακινητοποιημένη, εγκλωβισμένη σε ένα λόφο από πλάκες μπετόν, ορατά είναι μόνο το κεφάλι και τα χέρια της. Από τη θέση αυτή η ηρωίδα του Μπέκετ επιχειρεί να μιλήσει για τον εαυτό της, την προσωπική ιστορία της, τον χρόνο, τη φθορά, αποφεύγοντας «τα λόγια τα μεγάλα». Αναρωτιέται, αγνοεί, προσπαθεί να κατανοήσει, επαναλαμβάνει και επαναλαμβάνεται. Η γλώσσα, ένας ήχος. Το νόημα των λέξεων υπαγορεύεται από τη μουσικότητα και τον ρυθμό της εκφοράς.

Η παράσταση με τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ στην Επίδαυρο, από το Εθνικό Θέατρο της Μεγάλης Βρετανίας, με τη Φιόνα Σο στον ρόλο της Γουίνι (ξεχωριστή εμπειρία), είναι μια χορογραφία της καθημερινότητας.
Κυριακή βράδυ, στην Πειραιώς 260. Ο Ματς Εκ και η Ανα Λαγκούνα, ο Μπαρίσνικοφ και η Ανα Λαγκούνα. Δυο ζευγάρια χορευτών και χορογράφων -στα 60 τους πια- αφηγούνται με το σώμα μνήμες και εμπειρίες, περπατούν, αγγίζονται, παίζουν, συγκρούονται, «πατούν» σε αισθήσεις, σε όνειρα, σε μικρές ιστορίες, ασήμαντα περιστατικά. Κάποια στιγμή η Λαγκούνα θα κρυφτεί κάτω από ένα μεγάλο χαλί, αφήνοντας μόνο το κεφάλι ακάλυπτο. Αφουγκράζεται και αντιδράει. Αποδοχή, άρνηση, τόλμη. Θυμίζει τη Γουίνι.
Πώς σωματοποιείται ο λόγος ή πώς χορογραφούνται οι λέξεις; Οι δύο παραστάσεις, που «διασταυρώθηκαν» στο Φεστιβάλ αυτό το Σαββατοκύριακο, λιτές και απογυμνωμένες, προσεγγίζουν μέσα από την αοριστία και την πολυσημία κειμένου και κίνησης την ίδια «οργανωμένη σύγχυση» (έκφραση που είχε χρησιμοποιήσει ο Μπέκετ για να περιγράψει τη Γουίνι).
Είναι περίεργο πώς ένα θεατρικό έργο, από τα κορυφαία του 20ού αιώνα, και μια χορευτική συνάντηση («Τρία ντουέτα»), με πρόσωπα που ανήκουν στην ιστορία του χορού, «λοξοκοιτούν» το ένα το άλλο, σε έναν αναπάντεχο διάλογο, όπου η σιωπή κερδίζει έδαφος και οι παύσεις δεν είναι απλώς ένα σημείο στίξης. Οι ήρωες του Μπέκετ, όπως και οι τρεις χορευτές βρίσκονται στη μέση του πουθενά. Ο χρόνος είναι απροσδιόριστος, δεν αφορά κανέναν. «Τίποτα δεν αλλάζει», λέει η Γουίνι καθώς υποδέχεται με χαρά «άλλη μια ευτυχισμένη μέρα». Η συνύπαρξη Λαγκούνα - Ματς Εκ κρατάει ελάχιστα, μια στιγμή, όσο για να ξεδιπλωθεί ένα χάδι. Συνοδοιπορούν για λίγα λεπτά και ύστερα, ποιος ξέρει. Από πού έρχονται και προς τα πού πηγαίνουν. Η σχέση ανάμεσα στη Λαγκούνα και τον Μπαρίσνικοφ είναι πιο στέρεη. Οχι φευγαλέα ή ανέφελη. Τα σώματά τους δημιουργούν ένα σύμπαν. Οπως και της Γουίνι το «θαμμένο», μέχρι τη μέση, σώμα. Παλεύει με τις λέξεις όπως οι χορευτές με την κίνηση. «Η αισθητική του Μπέκετ εναντιώνεται στη φόρμα και προσβλέπει στην απεικόνιση της ύπαρξης, η οποία είναι εκ προοιμίου χαοτική», υποστηρίζει ο Λόρενς Χάρβεϊ. Οι χορογραφίες του Ματς Εκ συμπλέουν. Κινούνται λες στο ίδιο μπεκετικό τοπίο. Αφαιρούν οτιδήποτε πλεονάζει, δοκιμάζουν και επαναξιολογούν, επαναδιαπραγματεύονται αρχές, αξίες και συνήθειες. Η ιστορία της Γουίνι παραμένει ανοιχτή ή ατελής. Με την ίδια γλώσσα «μίλησε» και ο Μπαρίσνικοφ.
Tης Μαρίας Κατσουνάκη, Η Καθημερινή, 08/07/2008

Θ.Ο.Κ.: ΣΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ ME ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΙΚΟ «ΠΛΟΥΤΟ»


Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου θα παρουσιάσει (16/7), στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, τον αριστοφανικό «Πλούτο». Συντελεστές της παράστασης, σημαντικοί καλλιτέχνες που έχουν συνεισφέρει σε σπουδαίες παραστάσεις του 37χρονου ΘΟΚ, στην Επίδαυρο και σε άλλα μεγάλα φεστιβάλ: Μετάφραση Κωστή Κολώτα, σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους, σκηνικά - κοστούμια Γιώργου Ζιάκα, μουσική Μιχάλη Χριστοδουλίδη, χορογραφία Ισίδωρου Σιδέρη. Παίζουν (με σειρά εμφάνισης): Νεοκλής Νεοκλέους, Ντίνος Λύρας, Αννίτα Σαντοριναίου, Γιώργος Μουαΐμης, Στέλλα Φυρογένη, Ελενα Παπαδοπούλου, Αχιλλέας Γραμματικόπουλος, Ανδρέας Τσουρής, Νιόβη Χαραλάμπους, κ.ά. Η επίσημη πρώτη παράσταση θα δοθεί στις 2/7, στο Αμφιθέατρο Μακάριου Γ` στη Λευκωσία.
Πρόκειται για το τελευταίο σωζόμενο έργο του Αριστοφάνη, που γράφεται σε μια ταλαιπωρημένη Αττική και μορφικά είναι διαφοροποιημένο από τα κλασικά χαρακτηριστικά της Αττικής Κωμωδίας. Ως «μια σκληρή, μελαγχολική και οργισμένη παρακαταθήκη του στην ανθρωπότητα, σχετικά με τη γελοιότητα κάθε σοβαροφανούς διεκδίκησης της απαλλαγής μας από την Πενία, ως πανάκεια για την εν γένει σωτηρία μας», βλέπει το έργο ο σκηνοθέτης Νίκος Χαραλάμπους.

ΑΙΑΝΤΑΣ, ΘΡΗΝΟΣ, ΤΥΨΕΙΣ ΚΑΙ ΦΙΝΑΛΕ ΜΕ ΜΙΑ ΒΟΜΒΑ

Οκτώ ηθοποιοί. Μικρές μαύρες «σκάφες» με κόκκινη εσωτερική επένδυση σε σχήμα σταυρού, ο σκηνικός χώρος. Μαχαίρια, μπαλτάδες και κόκκινες γόβες. Ο «Αίαντας» του Θόδωρου Τερζόπουλου, μια παράσταση σε μαύρο κόκκινο, μέσα από σκηνική λιτότητα, στυλιζάρισμα και εικαστική ματιά παρουσιάστηκε την Παρασκευή και το Σάββατο, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Αθηνών - Επιδαύρου, στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, κερδίζοντας το κοινό που στο φινάλε ξέσπασε σε χειροκροτήματα.

Αίαντας, θρήνος, τύψεις και φινάλε με μια βόμβα

Η παράσταση (έκανε πρεμιέρα στην Κεντρική Ακαδημία Θεάτρου του Πεκίνου, στο πλαίσιο του Ελληνικού Ετους στην Κίνα) είναι αποτέλεσμα της εργασίας του θεάτρου «Αττις» πάνω σε μερικά βασικά ζητήματα της τραγωδίας του Σοφοκλή, όπως η προδοσία, η εκδίκηση, η τρέλα, η αυτοκτονία αλλά και οι τύψεις. Οι ηθοποιοί (Τάσος Δήμας, Σάββας Στρούμπος, Θανάσης Αλευράς, Αντώνης Μυριαγκός, Μιλτιάδης Φιορέντζης, Νίκος Παπαϊωάννου, Γιώργος Τζωρτζής) με μαύρα παντελόνια και γυμνοί από τη μέση και πάνω αφηγούνται τις φονικές πράξεις του Αίαντα, ταυτίζονται με αυτές, τις ενδοβάλλουν και στο τέλος μεταμορφώνονται οι ίδιοι σε θύτες - θύματα, θέτοντας για ακόμη μία φορά το θεμελιώδες οντολογικό ερώτημα: «Περί τίνος πρόκειται;».

Ολοι επαναλαμβάνουν βασικούς άξονες του κειμένου, αφού ο Θόδωρος Τερζόπουλος δεν κράτησε τη ροή και τη μυθοπλασία του, απομόνωσε μερικά κομμάτια, αυτά που αναφέρονται στα θέματα της μανίας αλλά κυρίως των τύψεων, των θρήνων και του πένθους. Ο Αίαντας θρηνεί όταν αντιλαμβάνεται τα εγκλήματά του, θρηνεί ως το θύμα του, π.χ. ένα κριάρι που το έχει σκοτώσει. Κάποια στιγμή στη σκηνή εισέρχεται, αργά, τελετουργικά, μια γυναίκα, με τζιν φούστα και λευκό μπλουζάκι (Σοφία Χιλλ). Ερχεται απ έξω, κουβαλάει μια τσάντα που κρατάει σφιχτά, σαν να κρύβει μέσα κάτι πολύτιμο - στη συνέχεια μας αποκαλύπτει ότι η τσάντα είναι γεμάτη αλληλογραφία. Θρηνεί (για όλους τους Αίαντες ξεχωριστά) σαν μια θρηνωδός βοκαλίστ, μέχρι που φτάνει σε έναν παροξυσμό.
Ανοίγει την τσάντα με την αλληλογραφία, σκορπίζει τα γράμματα τριγύρω της και θρηνεί για τον εαυτό της, για την ίδια της την ύπαρξη. «Τρέχει να σωθεί, γελάει...», λένε οι «Αίαντες» λίγο πριν ο ήχος μιας βόμβας -που κορυφώνει με τρόπο εξαιρετικό το δράμα- τα βάψει όλα κόκκινα, ακόμη και τον φοίνικα στο πίσω μέρος της σκηνής, υπό τους ήχους του «Final cut» των Pink Floyd. Τα φώτα σβήνουν, η μουσική συνεχίζεται κι όταν ανάβουν, όλοι οι ηθοποιοί καθισμένοι πίσω από τα «σκαφάκια» τους τσουλούν ο ένας πίσω από τον άλλο προς την έξοδο.

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 07/07/2008

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ... ΘΕΑΤΕΣ ΜΕ ΤΗ ΦΙΟΝΑ ΣΟ

Για «ρεσιτάλ υποκριτικής» της Φιόνα Σο μιλούσε το κοινό καθώς έφευγε από την Επίδαυρο. Και, πραγματικά, οι περίπου 1.500 θεατές της πρεμιέρας της Παρασκευής -κάποιοι από αυτούς την είχαν απολαύσει και πέρυσι- αισθάνονταν «γεμάτοι» μετά την ερμηνεία της πρωταγωνίστριας ως Γουίνι στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, σε σκηνοθεσία Ντέμπορας Γουόρνερ.

Ευτυχισμένοι... θεατές με τη Φιόνα Σο

Τα Επιδαύρια άνοιξαν με την έξοχη, αστεία και τραγική μπεκετική ηρωίδα, η οποία επανήλθε στο κέντρο της αρχαίας ορχήστρας θαμμένη σε έναν λόφο από μπάζα και με μόνα της εφόδια μια μαύρη τσάντα, μια μοβ ομπρέλα, μια οδοντόβουρτσα, ένα μπουκάλι, έναν μεγεθυντικό φακό, ένα πιστόλι. Προσεύχεται, πλένει τα δόντια της, φτιάχνει τα μαλλιά της, μακιγιάρεται, ψαχουλεύει την τσάντα της, ανοίγει την ομπρέλα της, κάνει τα πάντα για να γεμίσει τη μέρα της εξισορροπώντας την ακινησία και τη σωματικότητα, τη σημερινή γυναίκα και τη θεατρίνα του «παλιού στυλ», βουλιάζοντας στο «μνημειώδες άνυδρο σκηνικό», νικήτρια απέναντι στις λέξεις που λιγοστεύουν και στο υπαρξιακό κενό.

Αντ. Καρ., ΕΘΝΟΣ, 07/07/2008

ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΚΑΙ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΔΑΥΡΟ

Δύο πρεμιέρες επιφύλασσε για τους θεατρόφιλους το Φεστιβάλ Αθηνών την Παρασκευή 4 Ιουλίου στην Αργολίδα: τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και τον «Αίαντα» του Σοφοκλή στο Μικρό Αρχαίο Θέατρο της περιοχής.
«Ευτυχισμένες μέρες»

Η υγρασία αγκαλιάζει το περίγραμμα των δέντρων. Ξαφνικά ένας εκνευριστικός ήχος κουδουνιού ξυπνά την Ουίνι: «Αλλη μία θεϊκή μέρα». Δίπλα της η Prada τσάντα της, που «κρύβει θησαυρούς και παρηγοριές» για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με το στοίχημα της επιβίωσης. «Τα πάντα διαστέλλονται», το Σύμπαν μαθηματικά διαστέλλεται, αλλά ο δικός της κόσμος όλο και συρρικνώνεται. Σε λίγο δεν θα είναι παρά μία ομιλούσα κεφαλή, αφού πια είναι θαμμένη από το πιγούνι και κάτω. Το εμβληματικό έργο του τραγικού ποιητή του 20ού αιώνα Σάμουελ Μπέκετ αντιπαραθέτει στο ερριμμένον και την υπαρξιακή μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου τη σκηνική μοναξιά και πάλη του ηθοποιού σε μια αχανή σκηνή, όπου ακόμα και «οι λέξεις τον εγκαταλείπουν».

Ανάμεσα στους θεατές που καταχειροκρότησαν την παράσταση της Ντέμπρα Ουόρνερ, οι Αγγελος Δεληβοριάς, Αλέξανδρος Λυκουρέζος, Λένα Διβάνη, Μανώλης Γραμματικάκης, Αννα Κοκκίνου (που επίσης έχει ερμηνεύσει συγκλονιστικά στη «Σφενδόνη» την Ουίνι). Η Φιόνα Σο με το πέρας των παραστάσεων εντυπωσίασε και με τις χορευτικές της επιδόσεις στην πίστα της ντίσκο «Καπάκι» στην Παλαιά Επίδαυρο.

«Αίας»

Στο Μικρό Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου η περιπέτεια του «Αίαντα» ξεδιπλωνόταν από την ομάδα Αττις του Θεόδωρου Τερζόπουλου. Η παράσταση, αποτέλεσμα της εργασίας της ομάδας πάνω σε βασικά ζητήματα της σοφόκλειας τραγωδίας, όπως η προδοσία, η εκδίκηση, η τρέλα, η αυτοκτονία και οι τύψεις, συγκίνησε και ενθουσίασε τους πολυπληθείς οπαδούς του διεθνούς μας σκηνοθέτη. Οι ηθοποιοί, αγγελιαφόροι της αρχαίας τραγωδίας, μετουσιώνονται σε σύγχρονα τραγικά πρόσωπα, που φέρουν το αρχέγονο τραύμα της ύπαρξης. Η αρχαία τραγωδία περνά μέσα από tribal χορούς που καταλήγουν σε τελετουργικό παροξυσμό, το τρελό γέλιο του Αίαντα καταλήγει σε λυγμό και το επαναλαμβανόμενο μουσικό μοτίβο του «Final Cut» των Pink Floyd ντύνει τα επαναλαμβανόμενα -σχεδόν μπεκετικά- σκηνικά μοτίβα. Συγκλονιστική η Σοφία Χιλλ, που ενσάρκωσε τον πανανθρώπινο θρήνο, καθώς και οι Θανάσης Αλευράς, Τάσος Δήμας, Αντώνης Μυριαγκός, Νίκος Παπαϊωάννου, Σάββας Στρούμπος, Γιώργος Τζωρτζής και Μιλτιάδης Φιορέντζης, που ήταν σε άριστη σωματική και υποκριτική φόρμα.

ΙΩΑΝΝΑ ΜΠΛΑΤΣΟΥ, Ελεύθερος Τύπος, 07/07/2008

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΡΙΣΝΙΚΟΦ KAI… ΧΟΡΟΣ ΜΕ ΕΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙ


Συνηθισμένος ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ σε επιτυχίες, υποκλινόταν ξανά και ξανά, πάνω από δέκα φορές, με τη διάσημη παρέα του, τον Σουηδό χορογράφο Ματς Εκ, τη χορεύτρια Αννα Λαγκούνα και τον νεότερο της συντροφιάς Ντέιβιντ Νιούμαν, προχθές, στη σκηνή της οδού Πειραιώς 260.
Το αθηναϊκό κοινό τούς αποθέωσε στην πρεμιέρα των τριών χορογραφιών μπεκετικής ατμόσφαιρας και αισθητικής, που χόρεψαν και οι τέσσερις σε τρία ντουέτα (εξ ου και ο τίτλος της παράστασης «Three Duets»). Με πρώτο τη «Μνήμη» (2005) του Ματς Εκ, μια ελεγεία στη ζωή ενός ώριμου ζευγαριού, που αναπολεί μέρες τρυφερές, ερωτικές, αλλά και μέρες σύγκρουσης και αλληλοσπαραγμού, που πέρασαν μαζί γύρω από ένα μαύρο κρεβάτι και ένα λευκό αμπαζούρ. Πρωταγωνιστές ο χορογράφος Ματς Εκ και η γυναίκα του Αννα Λαγκούνα, που ζωγράφιζαν σε φόντο μαύρο μια ζωή με κινήσεις άλλοτε βελούδινες και άλλοτε δυναμικές.
Στο δεύτερο ντουέτο, «Η κοινή ξένη γλώσσα με κόκκινα μαλλιά», που δόθηκε σε παγκόσμια πρώτη στο Φεστιβάλ Αθηνών, ο Μπαρίσνικοφ θυμίζει λίγο το κλασικό παρελθόν του καθώς εκτυλίσσεται σε ένα χώρο προγύμνασης χορευτών-αθλητών. Το ντουέτο του με τον Αμερικανό χορογράφο του έργου και χορευτή Ντέιβιντ Νιούμαν πραγματεύεται με χιούμορ μια παρεξήγηση, που ξεκινάει από την πρώτη τους χειραψία.
Το κομμάτι όμως που σου προκαλεί συγκίνηση είναι το τρίτο. Ο «Τόπος» (2007) του Ματς Εκ. Εδώ ο θρυλικός Μίσα με την Αννα Λαγκούνα διαγράφουν κύκλους ως συνοδοιπόροι στην καθημερινότητα, συνυπάρχουν και αλληλοσπαράσσονται γύρω από ένα τραπέζι και ένα λευκό χαλί. Κάποια στιγμή η γυναίκα βρίσκεται κάτω από το χαλί με το κεφάλι έξω, σαν την Γουίνι στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, και το τέλος βρίσκει το τραπέζι ανάποδα πάνω στο χαλί.
«Ο Μπαρίσνικοφ μας αποζημίωσε», άκουσα να λένε δίπλα μου χειροκροτώντας όρθιοι δύο νέοι άνθρωποι. Κάποιοι άλλοι που είχαν πάει να τον απολαύσουν στο κλασικό του μεγαλείο έβγαιναν κάπως απογοητευμένοι. Μάλλον δεν θα είχαν διαβάσει καλά το πρόγραμμα.


Ν. ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ-ΡΑΣΣΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 07/07/2008

ΑΤΤΙΣ: "ΑΙΑΣ" ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΕΠΙΔΑΥΡΟ


Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 07/07/2008

Κανείς ασφαλώς δεν περίμενε από το «Αττις» έναν λιγότερο απαιτητικό «Αίαντα», ακόμα και αν το πρόγραμμα των διεθνών εμφανίσεων περιελάμβανε και μια στάση στο προ-ολυμπιακό Πεκίνο.
Η Σοφία Χιλλ σε μια σκηνή από τον «Αίαντα» του Θόδωρου Τερζόπουλου, που ίσως θα αναπτυσσόταν καλύτερα σε ένα σκηνικό «σκοτεινό θάλαμο», απ' ό,τι στο ανοιχτό θέατρο της Μικρής Επιδαύρου
Φαντάζεται κανείς την έκπληξη του κινέζικου κοινού όταν στη θέση μιας τραγωδίας από την εξωτική Ελλάδα είδε κάτι γνώριμο, κάτι που κουβαλούσε μέσα από πολλούς δρόμους τον ανατολίτικο σκηνικό κώδικα αισθητικής επιλογής και πύκνωσης. Εχω την εντύπωση ότι αυτοί οι άγνωροι Κινέζοι θεατές διέκριναν σημεία του «Αίαντα», στα οποία εμείς είμαστε ακόμα τυφλοί.
Για εμάς τους δυτικούς η τελευταία εργασία του Τερζόπουλου αναπτύχθηκε ως μεταδραματικό σχόλιο και αποδομική παρέμβαση στον αρχαίο λόγο. Τη βάση την έδωσε όχι το αρχαίο κείμενο, αλλά οι κρύπτες του, τα καλυμμένα αρχαία φρεάτιά του, που μεταφέρουν την τραγική αδυναμία της ανθρωπότητας να κατανοήσει τον εαυτό της, τη μοίρα της να επαναλάβει τις λέξεις της μέχρι να λησμονήσει το πρώτο τους νόημα.
Εκείνο που έχει βέβαια ενδιαφέρον δεν είναι μόνο η κατάβαση, αλλά η απεικόνισή της. Στην παράσταση του «Αττις» ένας ήρωας πάσχει σαν θύμα και σαν θύτης, διεκδικώντας τη συμμετοχή του στις δύο όψεις της Ιστορίας. Την ίδια στιγμή η αρσενική φύση του πολεμιστή εκθηλύνεται και γελοιοποιείται, η γόβα αντικαθιστά το μαχαίρι και το κόκκινο γεμίζει τη σκηνή σε βάρος του μαύρου. Θα ήταν πράγματι μια αστεία ιστορία για παθήματα παλιών καραβανάδων, αν δεν οδηγούσε στην έκπτωση μιας ηρωικής μορφής και το χαμό πολλών άλλων αθώων, αν η σκηνή δεν γέμιζε στο τέλος με φέρετρα. Ας μην ξεχνιόμαστε: είναι μια ιστορία πολέμου ο «Αίαντας», ιστορία θανάτου που αφηγούνται πολεμιστές.
Οπως και στην «Julie», στον «Αίαντα» ο Τερζόπουλος αναπτύσσει μια αφηγηματική τεχνική, η οποία από τη βασική λέξη-ήχο προχωρά στη συνεκφώνηση και από το ατομικό συναίσθημα καταλήγει στην πολλαπλή μίμηση. Παρόμοια, στη διαγώνια διάταξη της σκηνής η μυθική αναγωγή του ήρωα διαχέεται στην αφήγηση του πλήθους και η περιπέτειά του εμπλέκεται στη μνήμη των πολλών. Η λέξη γίνεται μύθος και το σωματικό άλγος μηχανική κίνηση, όπως η αγωνία και η μνήμη εκλογικεύονται σε ομαδικό σκοπό και εμβατήριο, σε ανέκδοτο ή εθνική ιστορία.
Στην αρχή και το τέλος της ιστορίας βρίσκεται βέβαια πάντα η πολιτική. Μια μεγάλη δύναμη ξέσπασε σε αμνούς και τελικά ενάντια στον εαυτό της. Αποτελεί στιγμή βαθιάς (μπρεχτικής) συνειδητοποίησης το ότι η ιστορία καταλήγει στο γέλιο για το πάθημα του Αίαντα. Ενας σπουδαίος άνδρας οδηγήθηκε στη γελοιοποίηση. Και τι λέει λοιπόν η ιστορία του στους άλλους άνδρες;... Δεν λέει απολύτως τίποτα. Η μαζική αδράνεια οδηγεί σε ειρωνικά σχόλια και γελάκια, η περιπέτεια θάβεται στην ολοένα διογκούμενη άγνοια.
Διατηρώ τις αμφιβολίες μου στο κατά πόσον μπορεί αυτή η εξαιρετικά πυκνή πρόταση να συμβιβαστεί με τις ιδιαιτερότητες του ανοιχτού χώρου. Το εικαστικό όραμα του Τερζόπουλου αναπτύσσεται σε μαύρο καμβά, στηρίζεται στις αντιθέσεις και χτίζεται στη σιωπή. Η πραγμάτωσή του απαιτεί επομένως ένα σκηνικό «σκοτεινό θάλαμο», μια αρχική συνθήκη που αδυνατεί να διαθέσει η Μικρή Επίδαυρος με τον όμορφο φοίνικα σε πρώτο πλάνο και το αργολικό χωριό στο βάθος. Ακόμα όμως και σε αυτό το αντίξοο, διασπαστικό περιβάλλον, η Σοφία Χιλλ κατόρθωσε να αποδώσει μια σπαρακτική γυναικεία παρέμβαση στον ανδρικό παραλογισμό. Δίπλα της ο Αντώνης Μυριαγκός σωματοποίησε άριστα το δίπολο θύμα και θύτη, ξεπερνώντας τα συμβατικά όρια της ανθρώπινης εκφραστικότητας. Ο Τάσος Δήμας καθοδηγούσε την εξαιρετικά δουλεμένη ομάδα τού «Αττις», που αποτελούνταν από τους Θανάση Αλευρά, Νίκο Παπαϊωάννου, Σάββα Στρούμπο και Γιώργο Τζωρτζή.

«Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ


Η Φιόνα Σο δίνει σήμερα στην Αθήνα (Μαυρομματαίων 25, 10 π.μ. - 7 μ.μ.) ένα και μοναδικό σεμινάριο για ηθοποιούς και σκηνοθέτες, «διδάσκοντας», όπως λέει το δελτίο Τύπου, «το μοναδικό σύστημα υποκριτικής της».
Η Φιόνα Σο με την ομπρέλα της λίγο πριν μια έκρηξη συγκλονίσει την Επίδαυρο...
Η είδηση ήρθε αργά στις εφημερίδες γι' αυτό και είναι μάλλον άχρηστο το τηλέφωνο και το μέιλ για τις πληροφορίες (210- 7567737, info@samboevents.com.gr). Αχρηστο ή περίπου άχρηστο θα ήταν το σεμινάριο αν είχε πλημμυρίσει την Παρασκευή και το Σάββατο η Επίδαυρος από ηθοποιούς και σκηνοθέτες.
Δεν υπάρχει καλύτερο μάθημα υποκριτικής από το να παρακολουθείς αυτή την τεράστια ηθοποιό να παίζει τη Γουίνι. Δεν υπάρχει καλύτερο μάθημα σκηνοθεσίας από το να βλέπεις τον τρόπο με τον οποίο η Ντέμπορα Γουόρνερ ανέβασε τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, βάζοντας οριστικό τέλος στη σκηνοθεσία και σκηνογραφία του ίδιου του συγγραφέα, σε όλα αυτά τα πράσινα λοφάκια μέσα στα οποία είναι βυθισμένη η ηρωίδα του φορώντας μικροαστικές δαντέλες και καπελάκια. Να βλέπεις τον τρόπο με τον οποίο έφερε την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου σε ένα σημερινό πλαίσιο, ωθώντας τον σκηνογράφο Τομ Πάι να γεμίσει, πρώτα τη σκηνή του Λίτελτον στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, και τώρα την ορχήστρα ενός αρχαίου θεάτρου, με συντρίμμια και μπάζα.
Πήρε, πάντως, γι' αυτό το οικολογικών διαθέσεων ανέβασμα το ΟΚ του κέρβερου ανιψιού του Μπέκετ, Εντουαρντ, που επιτηρεί τις παραστάσεις έργων του και που πριν από δέκα χρόνια είχε κατεβάσει άρον άρον το βέβηλο «Footfalls» των δύο γυναικών. Θα το ξαναδώσει, άραγε, σε άλλον σκηνοθέτη, που θα θελήσει να διαβάσει διαφορετικά τη Γουίνι;
Το θεατρικό μάθημα δεν ήταν το μόνο που μας έδωσε η εναρκτήρια παράσταση των φετινών Επιδαυρίων. Οι «Ευτυχισμένες μέρες» μάς έδωσαν και άλλα. Ή μάλλον μας έκαναν να τα εμπεδώσουμε, αφού είναι το δεύτερο συνεχόμενο καλοκαίρι που παίζεται στην Επίδαυρο (πέρυσι τη δεύτερη βραδιά την είχαν «κάψει» οι φωτιές του Αυγούστου).
**Ενα σύγχρονο θεατρικό έργο, που βέβαια, όπως αυτό του Μπέκετ ,μπορεί να σταθεί στο ύψος των αρχαίων τραγικών ποιητών, έχει και παραέχει θέση στην Επίδαυρο. Είναι δημοσιογραφικό κλισέ, αλλά τόσο ο Μινωτής όσο και ο Κουν έχουν συγκρίνει τον δημιουργό της Γουίνι με τον Αισχύλο. Και, άλλωστε, ειδικά στο δεύτερο μέρος, η βυθισμένη μέχρι τον λαιμό στο χώμα ηρωίδα του Μπέκετ, καψαλισμένη από τον ήλιο, με μαυρισμένα δόντια, ήταν μια φιγούρα που προκαλούσε ρίγος ισάξιο με έναν τυφλωμένο Οιδίποδα ή έναν Προμηθέα Δεσμώτη.
* Το ελληνικό κοινό στάθηκε στο ύψος του. Μια τόσο ειδική παράσταση και μάλιστα στα αγγλικά (οι ηλεκτρονικοί υπότιτλοι λειτούργησαν τέλεια) δεν θα μπορούσε να έχει περισσότερο κόσμο. Κι αν την Παρασκευή πήγαν στην Επίδαυρο γύρω στα 1.500 άτομα, το Σάββατο οι θεατές ήταν τριπλάσιοι. Ηταν γλυκιά και παρήγορη η εικόνα του γεμάτου κάτω διαζώματος. Και έγινε ακόμα πιο συγκινητική όταν όλοι όρθιοι στο τέλος αποθέωσαν κυριολεκτικά τη Φιόνα Σο (κατ' αρχάς) αλλά και όλους τους συντελεστές.
Και κάτι ακόμα. Το αγγλικό πρωτότυπο έχει πολύ χιούμορ. Ετσι τα γέλια του κοινού ήταν αναμενόμενα και δικαιολογημένα. Ομως, μόνο σε ένα βαθμό. Δηλαδή ο κύριος αυτός που γέλαγε συνέχεια με την καρδιά του (ευτυχώς μόνο στο πρώτο μέρος, στο δεύτερο Μπέκετ, Σο και Γουόρνερ του έκοψαν τον βήχα) αν δει Αριστοφάνη θα βγει από το θέατρο σε φορείο;

ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 07/07/2008

ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ, ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ, ΗΘΟΠΟΙΟΙ, ΑΠΟΥΣΙΕΣ...

Παρόντες, απόντες και πρωτάκια

Λιγότερες αλλά «ψαγμένες» οι παραστάσεις που θα δούμε φέτος στην Επίδαυρο. Ο Σπύρος Ευαγγελάτος επιστρέφει, το Θέατρο Τέχνης συνεχίζει να απουσιάζει και οι ευρωπαίοι σκηνοθέτες... επιχειρούν στο αρχαίο θέατρο. Θα δούμε ξανά σύγχρονους συγγραφείς (Μπέκετ, Μίλερ), την εξαιρετική Πίνα Μπάους, μια κωμωδία, ντεμπούτα νέων και παλιών, ενώ μας περιμένουν κάμποσες εκπλήξεις απ' ό,τι φαίνεται.
ΜΑΚΕΤΑ ΣΚΗΝΙΚΟΥ ΤΟΥ Δ. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ «ΜΗΔΕΙΑ»
  • ΑΠΟ ΤΑ ΞΕΝΑ
Εχουμε πια συνηθίσει στις επισκέψεις σημαντικών καλεσμένων.

* Η Αγγλίδα Φιόνα Σο με τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Σ. Μπέκετ και ο Γερμανός Ματίας Λάνγκχοφ με τον «Φιλοκτήτη» του Χάινερ Μίλερ έκαναν την αρχή για να ακολουθήσουν:

* Η Γερμανίδα Πίνα Μπάους χορογραφεί την όπερα του Κρίστοφ Γκλουκ «Ορφέας και Ευρυδίκη», που παρουσιάζει το Μπαλέτο της Οπερας του Παρισιού.

* Ο Σκοπιανός Σλόμπονταν Ουνκόφσκι σκηνοθετεί τον «Ορέστη» για το ΚΘΒΕ.

* Ο Ρώσος Ανατόλι Βασίλιεφ παρουσιάζει τη «Μήδεια» του ΔΗΠΕΘΕ Πατρών.
  • ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ
* Ενα απόσπασμα από τον Ομηρο διάλεξε ο Ανατόλι Βασίλιεφ αντί σκηνοθετικού σημειώματος και, όπως λέει, αυτό έχει να πει για την παράσταση και τίποτα άλλο: «Τη μάνητα ψάλλε, θεά, της κόρης του Αιήτη την τρομερή, που σώριασε καημούς στους Κορινθίους απ' όταν φιλονίκησαν και πρωτομπήκαν σ' έχθρα ο κυβερνήτης της Αργώς, ο βασιλιάς Ιάσων, και λαγγεμένη από έρωτα η Μήδεια απ' την Κολχίδα». Ο,τι θα βλέπει ο θεατής στην περιφραγμένη ορχήστρα της Επιδαύρου είναι βαμμένο κόκκινο. Στο χρώμα της «Μήδειας».
Στο υπερυψωμένο πατάρι που έχει στήσει ο Διονύσης Φωτόπουλος υπάρχουν δυο σπιτάκια φταγμένα από κόκκινο χαρτί και σκελετό από καλάμι τα οποία καταστρέφονται στη διάρκεια της παράστασης... Εξω από τον φράχτη της ορχήστρας είναι στημένες 10 κολόνες που οι άκρες τους συγκρατούν σχοινιά με χάρτινα κόκκινα σημαιάκια σε μορφή γιρλάντας. Ενας ήλιος-μπαλόνι από ίλιον θα ελευθερώνεται στον ουρανό μαζί με τη Μήδεια...
Ενα από τα σημαντικά στοιχεία της παράστασης μαθαίνουμε ότι αποτελεί η μουσική του Τάκη Φαραζή με ρεμπέτικα τραγούδια που ερμηνεύει στην ορχήστρα οκταμελής μπάντα (ανάμεσά τους και ηθοποιοί-μουσικοί) με μουστάκια και κοστούμια της δεκαετίας του '20. Ο χώρος παραπέμπει σε αρένα όπου θα συγκρουστούν η Μήδεια με τον Ιάσονα. Ακόμα και τα ρούχα τους περιέχουν στοιχεία από ταυρομαχίες...
* Οι πειραγμένοι «Βάτραχοι» του Δημήτρη Λιγνάδη φιλοδοξούν να προκαλέσουν τα χρηστά ήθη των θεατών και τα ανακλαστικά των ποδοσφαιρόφιλων... Η παράσταση χρήζει εξηγήσεων που δίνει στην έναρξη ο Γ. Μαρίνος υπό μορφήν παρλάτας: «...η κωμωδία δεν είν' μουσείο, της τέχνης το νεκροταφείο. Δε γράφτηκε για το αρχείο. Θέατρο ήταν ζωντανό που συμμετείχε το κοινό... Λοιπόν πριν μπείτε στο τερέν αποστηθίστε το ρεφρέν, που είναι και το πιο σπουδαίο: κρατήστε τον Αριστοφάνη νέο! Της εποχής πάρτε μεζούρα, βγάλτε την περιττή βαβούρα, αλλάξτε ό,τι είναι σαβούρα. Μη φοβηθείτε τη μουρμούρα. Κάντε το έργο να μιλάει. Δώστε του χαρακτήρα... λάιβ...».
  • ΔΥΟ ΣΕ ΕΝΑ
Δύο έργα σε μία παράσταση έχουμε χρόνια να δούμε στην Επίδαυρο. Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει τον «Οιδίποδα Τύραννο» και τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, τρίωρης διάρκειας και με διάλειμμα. Μια έκπληξη μας περιμένει σε ό,τι αφορά τη σύνδεση των δύο τραγωδιών...
  • ΕΝΑΣ ΣΕ ΔΥΟ
Παρατηρούμε και φέτος το φαινόμενο συντελεστές και ηθοποιοί να διπλοπαίζουν σε παραστάσεις των Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου:
* Ο Μιχαλήλ Μαρμαρινός στην Πειραιώς επανέλαβε την παράστασή του «Πεθαίνω σαν χώρα» και πρωταγωνιστεί στις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου «Οιδίπους Τύραννος» και «Οιδίπους επί Κολωνώ».
* Ο Χρήστος Λούλης στον «Φιλοκτήτη» στη Μικρή Επίδαυρο και στις «Βάκχες» που σκηνοθετεί ο Θωμάς Μοσχόπουλος στην Πειραιώς 260.
* Ο Μηνάς Χατζησάββας ερμηνεύει τον ομώνυμο ρόλο στον «Φιλοκτήτη» στη Μικρή Επίδαυρο, ενώ παίζει επίσης στον «Αγαμέμνονα» της Αντζελας Μπρούσκου στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.
* Ο Νίκος Χατζόπουλος σκηνοθέτησε τον «Ουρανό κατακόκκινο» της Λούλας Αναγνωστάκη, ενώ κρατάει τους ρόλους Θησέα και Αγγέλου στους «Οιδίποδες» του Εθνικού Θεάτρου.
* Ο Διονύσης Φωτόπουλος ετοιμάζει το σκηνικό της «Μήδειας» του ΔΗΠΕΘΕ Πατρών και των «Βακχών» στο γκαράζ της Πειραιώς 260.
  • Η ΠΡΩΤΗ ΤΟΥΣ
* Μπορεί το ντεμπούτο της Ρούλας Πατεράκη να γίνεται με καθυστέρηση, αλλά τώρα... κατεβαίνει με δύο έργα, αφού σκηνοθετεί για το Εθνικό Θέατρο τον «Οιδίποδα Τύραννο» και τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ».
* Ο Δημήτρης Λιγνάδης (σκηνοθέτησε δύο φορές στη Μικρή Επίδαυρο) τολμά και ως σκηνοθέτης στην παρθενική του πρώτη στην Επίδαυρο.
* Η αιρετική, για τη σκηνοθετική ματιά της, Αντζελα Μπρούσκου παρουσιάζει με το Θέατρο Δωματίου τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου.
* Η Δήμητρα Ματσούκα στο θίασο των «Βατράχων» ως σπαστική κουλτουριάρα.
* Ο Γιώργος Μαρίνος ως ρόλος-κλειδί στους «Βατράχους».
* Ο Μάνος Βακούσης κρατάει τον ρόλο του Κρέοντα στους «Οιδίποδες».
* Ο Γεωργιανός Δαβίδ Μαλτέζε (γνωστός μας από την παράσταση του Λαέρτη Βασιλείου «Ενας στους δέκα»), ο οποίος, απ' ό,τι μαθαίνουμε, είναι και εξαιρετικός μουσικός, στη «Μήδεια».
  • ΑΛΛΑΓΕΣ
* Η Κόρα Καρβούνη, ο Οθων Μεταξάς και ο Στέλιος Σοφός εγκατέλειψαν τις πρόβες της «Μήδειας».
* Η σκηνογράφος Λιλή Πεζανού αποχώρησε από τον «Αγαμέμνονα», καθώς και η ενδυματολόγος Ιωάννα Τσιάμη. Τα σκηνικά ανέλαβε ο Γκάυ Στεφάνου και τα κοστούμια η ίδια η Αντζελα Μπρούσκου.
* Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς αντικατέστησε τον Φάνη Μουρατίδη στο έργο του Βασίλη Αλεξάκη «Μη με λες Φωφώ» στο «Σχολείον».
  • Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Ο Σπύρος Ευαγγελάτος επιστρέφει έπειτα από διετή απουσία του Αμφιθεάτρου από την Επίδαυρο. Μεσολάβησαν πικρές επιστολές διαμαρτυρίας του σκηνοθέτη προς το Φεστιβάλ Αθηνών, ακόμα και από σκηνής Ηρωδείου, αλλά τώρα σκηνοθετεί τις «Φοίνισσες» του Ευριπίδη με μουσική Θάνου Μικρούτσικου και πρωταγωνιστές τους Αντιγόνη Βαλάκου, Στέφανο Κυριακίδη, Πέτρο Φυσσούν...
  • ΑΠΟΥΣΙΑ
Αυτό που δεν επιστρέφει στην Επίδαυρο είναι το Θέατρο Τέχνης... Το θέατρο του Κάρολου Κουν ήταν αυτό που «κατήργησε» το μονοπώλιο του Εθνικού Θεάτρου το 1975. Εκτοτε είχε ανελλιπή παρουσία στην Επίδαυρο, με παραστάσεις που άφησαν εποχή. Οι Μίμης Κουγιουμτζής και Γιώργος Λαζάνης αργότερα συντήρησαν μια δυναμική παρουσία στο φεστιβάλ. Ομως ο θάνατός τους επηρέασε την ήδη κλονισμένη κατάσταση στο Θέατρο Τέχνης. Η νέα, γόνιμη πορεία που άρχισε να διανύει το Φεστιβάλ υπό την ηγεσία του Γιώργου Λούκου «πέταξε έξω» το Θέατρο Τέχνης. Οχι άδικα, υποστηρίζουν πολλοί, αφού η διαδρομή που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια μακράν απέχει εκείνης που οδήγησε στη δημιουργία του ιστορικού θεάτρου.
Το 2005 παίχθηκαν στην Επίδαυρο οι «Εκκλησιάζουσες», σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου, και μετά τέλος. Ο διευθυντής του Θεάτρου Τέχνης καταθέτει αιτήσεις κάθε χρόνο, αλλά για κάποιο λόγο δεν γίνονται δεκτές...

Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7, 06/07/2008

«Βατρά-Χ» του Αριστοφάνη


Μέσα σ' ένα γήπεδο θα παιχτούν οι «Βάτραχοι» με μπάλες, σφυρίχτρες, φόρμες, και ίσως ακόμη και χουλιγκάνους... Η ορχήστρα της Επιδαύρου στρώνεται με χλοοτάπητα και περιφράσσεται με κάγκελα. Στην είσοδο η πινακίδα «εκτελούνται Εργα» εκφράζει ένα πολύσημο περιεχόμενο: εκτελούνται οικοδομικές εργασίες; Δημιουργούνται παραστάσεις; Δολοφονούνται έργα;
«Βατρά-Χ» του Αριστοφάνη ο τίτλος της ανατρεπτικής παράστασης που παρουσιάζει το Εθνικό Θέατρο την Παρασκευή και το Σάββατο στην Επίδαυρο σε μετάφραση Νίκου Χαραλαμπόπουλου και διασκευή-σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη.
Ο πρόλογος-μανιφέστο του Γιώργου Μαρίνου ξεκαθαρίζει αμέσως τις προθέσεις και αποκαλύπτει τον κώδικα της παράστασης: παρακολουθούμε το προτσές των παραστάσεων της αρχαίας αριστοφανικής κωμωδίας στη μετεξέλιξή τους από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα. Ενα εγχείρημα εν είδει «μεζέ» όπως διευκρινίζει ο σκηνοθέτης, αλλιώς θα αφορούσε θεατρολογική μελέτη.
Μια παράσταση «κουνημένη» στη δραματουργία και τη φόρμα της, τολμηρά ανοιχτή σε εννοούμενα και υπονοούμενα. Εντιμη υποστηρίζει ο δημιουργός της, ο οποίος επιμένει στο παλιό, ξεχασμένο πανηγυριώτικο ύφος της αρχαιότητας. Στόχος είναι να επανασυνδέσει θεατές και σκηνή σ' ένα καθεστώς απόλυτης ελευθερίας έκφρασης... εκατέρωθεν. Θα μοιραστούν στο κοίλον γηπεδικά συνθήματα, τραγούδια, αλλά και η σκαλέτα με τον Αγώνα των δυο ποιητών.
«Θέλω να ζωντανέψω τον Αριστοφάνη», μας λέει. «Η γενιά μου τον αδίκησε βλέποντας τις παραστάσεις των έργων του. Εγώ για παράδειγμα έλεγα: "Ας πάω κατευθείαν στον Λεωνίδα"... Προσπαθώ μ' έναν ρομαντικό τρόπο -που ίσως διαβαστεί βλάσφημος- να αποκαταστήσω τη χαμένη τιμή του. Ο κόσμος παλιά στο θέατρο έτρωγε, γελούσε, αποδοκίμαζε, αδιαφορούσε, κοιμόταν, ψήφιζε. Εχω την τιμιότητα να λέω ότι, αφού δηλώνω πως θα κάνω ό,τι θέλω στη σκηνή, ας το κάνει και ο θεατής. Αγαπώ τρελά την Επίδαυρο και το γεγονός ότι τη στρώνω με γηπεδικό χλοοτάπητα είναι ένδειξη χαράς όχι βλασφημίας».
Στην αρχαία Αθήνα επικρατεί χάος και παρακμή. Ο θεός Διόνυσος με τον υπηρέτη του Ξανθία κατεβαίνουν στον Κάτω Κόσμο για να ξαναφέρουν στη γη έναν πεθαμένο ποιητή. Συγχρόνως, στη σύγχρονη Αθήνα, δύο νέοι δημιουργοί προσπαθούν να διαβάσουν το αυθεντικό κείμενο των «Βατράχων». Και η παράσταση αρχίζει διατρέχοντας δυο πορείες που άλλοτε συναντιούνται κι άλλοτε απομακρύνονται.
Οι πρωταγωνιστές (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης-Δημήτρης Λιγνάδης) όταν φτάνουν στον Αδη δεν είναι πια Διόνυσος και Ξανθίας αλλά οι Ευριπίδης και Αισχύλος σ' έναν αγώνα μέχρις εσχάτων για τον τίτλο του καλύτερου ποιητή.
Στο πρώτο μισό του έργου εκτυλίσσονται τέσσερα κωμικά επεισόδια. Στο δεύτερο μέρος, στο ντιμπέιτ ανάμεσα στους ποιητές (εδώ πρόκειται για τους Χ και Ψ), παρακολουθούμε τον αγώνα-αγωνία των δυο δημιουργών ν' ανεβάσουν τους «Βατράχους».
«Είναι σαν να βλέπουμε δύο έργα», λέει ο Δ. Λιγνάδης: «Ενα γέλιου κι ένα που μιλάει για τις βασικές διαφορές ανάμεσα στη σύγχρονη και την παραδοσιακή τέχνη. Η γλώσσα του Αριστοφάνη γαργαλάει το μυαλό και τις πέντε αισθήσεις μας. Πολύ σκατολογία, πάρα πολλοί φαλλοί. Τι κάνεις λοιπόν αναδημιουργέ; Μια μουσειακή παράσταση ή δείχνεις τα επί Αριστοφάνη και τα μετά Αριστοφάνην; Αποφάσισα το δεύτερο. Εχουμε σκληρή, σημερινή βωμολοχία και αναγωγές. Ο συγγραφέας δεν μου επιτρέπει απλώς, με υποχρεώνει να υπονοήσω πρόσωπα σαν αυτά που τότε ήταν παρόντα στις παραστάσεις των έργων του. Σαν ποιους; Βέλτσος, Γεωργουσόπουλος, Καραμανλής, Αγ. Δημήτριος... Σε άλλο επεισόδιο υπάρχει ένα τσιμπούσι και τρεις χορεύτριες.. Εκεί θα κάνουμε πάρτι με ελληνική μουσική και πασχίζω μήπως στηθεί ένα στριπτιζάκι... Δεν έχω τίποτα με τη Δώρα Στράτου αλλά δεν πιστεύω στον Αριστοφάνη που παρουσιάζει. Αλλο σεβασμός κι άλλο νεκροφιλία. Ο Αριστοφάνης είναι ζωντανός, γι' αυτό και αποπειρώμαι να τον πειράξω. Αλλιώς τον ταριχεύω και τον βάζω στο μουσείο».
Ζωντανή μουσική επί σκηνής (Γ. Χριστοδουλόπουλος), μια γλυπτή λόγχη το σκηνικό ενώ τα κοστούμια φέρουν στοιχεία απ' τις χρυσές εποχές της αριστοφανικής παραστασιολογίας (Ελλη Παπαγεωργακοπούλου).
Ο Γιώργος Μαρίνος έρχεται πάντα ως αειθαλής έφηβος... απ' τα δεξιά, σ' έναν πολύσημο ρόλο με εμφανίσεις-κλειδιά. Μας βάζει στην ιστορία με μια παρλάτα που έγραψε γι' αυτόν ο Δ. Λιγνάδης. Είναι ο Ηρακλής κι αργότερα ο Κριτής-Διαιτητής στον Αγώνα των δυο σαραντάρηδων δημιουργών. Η Δήμητρα Ματσούκα ως σύγχρονη θεατρολόγος -εκπροσωπεί τη Θεωρία- δεν αντέχει αγώνες χωρίς Στάνφορντ, Κορνήλιο Καστοριάδη, Τσόμσκι... Ενας αριστοφανικός θίασος νέων παιδιών ερμηνεύει τους Μύστες που διακωμωδούν τα Ελευσίνια Μυστήρια με κορυφαίο τον Βαγγέλη Χατζηνικολάου. Η Στεφανία Γουλιώτη εμφανίζεται ως πρωθιέρεια των Μυστών, επίσης ως κανονική, αλλά και πειραγμένη Κασσάνδρα...
  • «Φοβάμαι, αλλά...»
Ο σκηνοθέτης τονίζει ότι πρόκειται για ενυπόγραφη διασκευή-προσαρμογή, εννοώντας ότι έχουμε δει πολλές διασκευές χωρίς υπογραφή: «Με την εμπειρία του θεατή, ηθοποιού, σκηνοθέτη και κυρίως του φιλολόγου, τολμώ να πω ότι, λίγο ή πολύ, όλο το αρχαίο δράμα ανεβαίνει διασκευασμένο. Η μετάφραση, δηλαδή, αποτελεί ήδη μια μικρή ή μεγάλη μετατόπιση από το πρωτότυπο και συνιστά διασκευή του έργου».
Οσο για την πλευρά που μιλάει για ανασκολοπισμό των συγγραφέων και ασέβεια απέναντι στα κείμενα, ο Δ. Λιγνάδης αναφέρεται σε σκηνοθέτη-αναδημιουργό.
«Το έργο είναι ζωντανός οργανισμός, κωδικοποιημένο σήμα το οποίο καλείται ο σκηνοθέτης να αποκαλύψει. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι υποχρεούται να υποκαταστήσει τον συγγραφέα. Οι 85 σελίδες είναι παράσταση όχι δοκίμιο του Καστοριάδη... Οι θεατές της εποχής του Αριστοφάνη λάτρευαν με πίστη τον ύψιστο θεό Διόνυσο, τον ίδιον που έβλεπαν αργότερα στο θέατρο ντυμένο με λεοντή, τακούνια και να τα κάνει επάνω του! Σαν να πηγαίνεις σήμερα γονυπετής στο πανηγύρι του Αγ. Δημητρίου με όλες τις αρχές παρούσες και μετά να βρίσκεται σε μια παράσταση όπου ο Αγ. Δημήτριος εμφανίζεται με ρόπαλο, γόβα και κραγιόν... Αυτό, δυστυχώς, δεν το βλέπουμε σήμερα γιατί έχουν αλλάξει κοινό και άλλα πολλά. Ομως, αυτή είναι η αντιστοιχία. Ασχετα αν οι θεατές έρχονται με κριτήρια αισθητικά. Είναι γιατί χάθηκε το πανηγύρι αφού κόπηκε η σχέση πλατείας-σκηνής».
  • Δεν φοβάται ο σκηνοθέτης μια τόσο ανατρεπτική ματιά;
«Το έργο πατάει σε βάση απόλυτα σταθερή φιλολογικά και θεατρολογικά. Δεν έγιναν εκπτώσεις παρά μόνον οι νόμιμες. Φοβάμαι πολύ όσο θέλω να αρέσει και πολύ. Εχω γίνει ηθοποιός για να εισπράττω μπράβο. Με ενοχλεί η κακή κριτική. Ποντάρω στην πρόκληση και στην πρωτοτυπία τόσο όσο αν θα φορούσα ένα ρούχο με σκοπό να εντυπωσιάσω χωρίς ν' αλλάξει τίποτα μέσα μου».

Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ - φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7, 06/07/2008

Sunday, July 6, 2008

ΜΑΡΙΑ ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑ: «Αφήνω κατά μέρος τα ταμπού»

ΠΡΟΣΩΠΟ

Η ηθοποιός θα πρωταγωνιστήσει στην παράσταση των «Βακχών» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου

Διήνυσε έναν «ευτυχή» τηλεοπτικό χειμώνα συμμετέχοντας στη σειρά «Το 10» που βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση. Τυχερή, αν αναλογιστεί κάποιος πόσο λίγες είναι οι ευκαιρίες για έναν ηθοποιό να συμμετάσχει σε αξιοπρεπείς παραγωγές στη μικρή οθόνη. Ωστόσο ήλθε η στιγμή που ένιωσε ότι οι χειμώνες που έμεινε μακριά από το θέατρο ήταν πολλοί και ότι η τηλεόραση άφησε δυσαναπλήρωτα κενά. «Αρχισε να μου λείπει η θεατρική λειτουργία» θα εκμυστηρευθεί η Μαρία Πρωτόπαππα. Εξ ου και το φορτωμένο θεατρικό πρόγραμμα για το προσεχές χρονικό διάστημα: «Βάκχες» του Ευριπίδη με σκηνοθέτη τον Θωμά Μοσχόπουλο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, «Ρομπέρτο Τσούκο» του Κολτές σε σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου την ερχόμενη σεζόν στο Εθνικό Θέατρο και συμμετοχή στην παράσταση ενός νέου έργου που υπογράφει η Λένα Κιτσοπούλου για την πρώτη κρατική σκηνή της χώρας, για την οποία μάλιστα θα συνεργαστεί με τη συγγραφέα και στη σκηνοθεσία. Το πλάνο συμπληρώνει η ενδεχόμενη συμμετοχή της σε τηλεοπτική σειρά με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, κάτι όμως που θα οριστικοποιηθεί αργότερα.

Τελικά τι σημαίνει αυτή η αγωνία για επιστροφή στα θεατρικά δρώμενα; Ανασφάλεια, απογοήτευση, έλλειψη καλλιτεχνικής πληρότητας; Η ίδια ισχυρίζεται ότι «το θέατρο είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από όσα κάνει ο καλλιτέχνης και ειδικά ο ηθοποιός. Τα γυρίσματα στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο γίνονται ακολουθώντας τη γραμμή του σκηνοθέτη. Μπορεί να ήμουν αρκετά τυχερή γιατί σχεδόν δούλεψα σαν να ήμουν σε θίασο, ωστόσο αυτό που μου έλειψε ήταν η θεατρική διαδικασία κατά την οποία ο ηθοποιός προσπαθεί με τον συμπαίκτη του αλλά και μόνος του να βρει τον τρόπο να "φτιάξει" την παράσταση. Είναι η σωματικότητα, η επαφή με τον κόσμο, η ιδιαίτερη λειτουργία της ομάδας και η ανάγκη να ανακαλύπτεις φόρμες που κάνουν το θέατρο μοναδικό. Ασκείς τα μέσα σου πλήρως». Η παράσταση των «Βακχών» στην οποία συμμετέχει είναι μια απόπειρα κατανόησης του κειμένου μέσα από προσωπικές εμπειρίες και υπαρξιακές αναφορές. «Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι είναι το Αλλο, τι σημαίνει να πιστεύουμε σε κάτι ή να μην πιστεύουμε, τι σημαίνει ελευθερία και τι δέσμευση. Ουσιαστικά προσεγγίζουμε τις αντιθέσεις». Η ίδια ως Βάκχη δηλώνει ότι απολαμβάνει «την ελευθερία ως συνθήκη της παράστασης αλλά και ως βίωμα λόγω του ρόλου της. Νιώθω σαν να ανοίγει ένα μεγάλο παράθυρο στην καθημερινότητά μου, όπου δίχως να είμαι εκτός ορίων καταφέρνω και ξεπερνάω τη γραμμή του κατεστημένου. Είναι κάτι σαν συμφιλίωση με τα άγρια ένστικτα, σαν μια συνθήκη αποδοχής τους. Αφήνεις κατά μέρος τα ταμπού και μπορείς καλύτερα να κατανοήσεις όλες τις πλευρές της ύπαρξής σου».
Αλλη μία ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης παράστασης είναι το γεγονός ότι δεν παίζεται στην Επίδαυρο ή σε κάποιο αρχαίο θέατρο, αλλά σε κλειστό χώρο, και μάλιστα μικρής χωρητικότητας. Ενδεχομένως αυτό για πολλούς από τους συντελεστές να σημαίνει και απενοχοποίηση της απόπειρας. Για τη Μαρία Πρωτόπαππα είναι σχεδόν ανακουφιστικό. «Το θετικό σε αυτή την περίπτωση» σημειώνει «είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει το κυνήγι της επιβεβαίωσης. Δεν υπάρχει ο στόχος τού να αποδείξουμε κάτι. Απλά θέλουμε να κατανοήσουμε και να αφηγηθούμε τα γεγονότα».
Η ηθοποιός συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον Θωμά Μοσχόπουλο. Η εμπειρία της μέχρι στιγμής είναι θετική. «Είναι χαλαρός, με την έννοια ότι δεν καταπιέζει τους ηθοποιούς θέλοντας να επιβάλει κάποιο όραμα που έχει κατά νου. Σε αφήνει να ψαχτείς και σε καθοδηγεί σχεδόν ανώδυνα στο να ανακαλύπτεις διαρκώς πράγματα για σένα και για την παράσταση. Ουσιαστικά, να το απολαύσεις».
Τις δύο παραστάσεις των «Βακχών» θα ακολουθήσει ξεκούραση εν όψει του θεατρικού χειμώνα που την περιμένει. «Δεν με πειράζει καθόλου η έντονη δραστηριότητα. Αντιθέτως, το περιμένω ανυπόμονα και με μεγάλη χαρά».

  • «ΒΑΚΧΕΣ» του Ευριπίδη στο γκαράζ της Πειραιώς 260 σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, μετάφραση Γιώργου Χειμωνά, σκηνικά - κοστούμια Διονύση Φωτόπουλου. Ερμηνεύουν οι Γρηγόρης Γαλάτης, Αννα Καλαϊτζίδου, Χρήστος Λούλης, Μαρία Πρωτόπαππα, Μαρία Σκουλά, Αργύρης Ξάφης κ.ά. (25, 26/7, 21.00)

[ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΓΡΑΜΜΕΛΗ, Το ΒΗΜΑ, 06/07/2008]

ΚΡΙΣΕΙΣ ΚΙ ΕΠΙΚΡΙΣΕΙΣ

YΠOBOΛEIO

Του Βασίλη Αγγελικόπουλου, Η Καθημερινή, 06/07/2008

Εγώ είμαι με τους αρχαιολόγους όσον αφορά τη διαμάχη τους με Φεστιβάλ - σκηνοθέτες - σκηνογράφους. Η Τέχνη πρώτη απ’ όλους οφείλει να προστατεύει τα μνημεία της. Κανένα εφήμερο σκηνικό δεν δικαιούται και να γρατζουνίσει έστω αρχαία πέτρα. Αλλά: Ως Εκεί. Από τη στιγμή που ένα σκηνικό δεν βλάπτει το μνημείο, δεν έχουν καμιά δουλειά οι αρχαιολόγοι (και τα σχετικά όργανα) να ασχολούνται με την αισθητική του – πολύ περισσότερο να το απαγορεύουν. Καμία απολύτως.

Οσον αφορά την υπόθεση με το (ανεκδιήγητο κατά τη γνώμη μου – σκέτο κόμιξ) σκηνικό του χαϊνερμιλερικού «Φιλοκτήτη», που έκανε Τούρκο τον (ανατολικο)Γερμανό σκηνοθέτη Ματίας Λάνγκχοφ στη Μικρή Επίδαυρο, δεν φταίγανε τόσο οι αρχαιολόγοι, όσο η αρμόδια κρατική μηχανή. Που λειτούργησε αργά τα βόδια μ’, ως συνήθως. Και στο παραπέντε «τρεχάτε γειτόνοι, το παιδί δεν γλιτώνει».
Είχε όμως κι ένα καλό η καθυστερημένη έγκριση του σκηνικού: Μας γλίτωσε από ένα «ημίωρο ιντερμέδιο» λανγκχοφικής έμπνευσης, που αυτό κι αν θα μας έβγαζε μπιελάρ. Διότι σκυλοβαρεμένους μας έβγαλε έτσι κι αλλιώς η παράσταση. Μετά τον Μπέκετ στην Επίδαυρο, να κι ο Χάινερ Μίλερ στη Μικρή Επίδαυρο. Κι αυτός είναι κι ανοργασμικός, ούτε στο δαχτυλάκι του Μπέκετ. Υπερεκτιμημένος από τους κουλτουριάρηδες των δεκαετιών ’60-’70, δεν το συζητάω! Και παρωχημένος, παλιός, φλύαρος, κραυγαλέα άνισος. (Φαίνεται ότι δεν τον πάω;).
Αντε τώρα, καιρός και για καμιά Σάρα Κέιν στην Επίδαυρο. Το γελάς; Αυτοί που όφειλαν (ως λάτρεις τους) να προστατεύουν τέτοια κείμενα από ανοίκεια περιβάλλοντα, αυτοί πρώτοι τα βγάζουν (και τα βιάζουν) στις αρένες ανοιχτών αμφιθεάτρων. Κρυμμένοι πίσω από «πειστικά» (για τους αφελείς) επιχειρήματα του στυλ «το έργο κατάγεται από αρχαία τραγωδία» (περίπτωση Φιλοκτήτη) ή «ο Μπέκετ έχει χαρακτηριστεί απόγονος του Αισχύλου». Πρωτοπορία να σου πετύχει.
Οι ύμνοι που γράφτηκαν παντού για τη μουσική παράσταση του Κραουνάκη στο Ηρώδειο (της «Κ» κι εμού περιλαμβανομένων) ανταποκρίνονται μέχρι κεραίας στο γεγονός. Σοφή δοσολογία, απολαυστικό αποτέλεσμα. Το μόνο τρίωρο του Φεστιβάλ που δεν κούραζε. Γιατί τρώμε πάλι στο κεφάλι πολλά κι αδίκως τρίωρα και τετράωρα. Και πρέπει κάποια στιγμή το Φεστιβάλ να ψιθυρίσει στους ξαμολυμένους πια σκηνοθέτες ότι ουκ εν τω πολλώ το ευ. Ουκ. Δηλαδή, αγαπητέ Γιάννη Χουβαρδά, τι θα πάθαινε η επιτυχέστατη κατά τα άλλα παράστασή σας με τις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του Χόρβατ αν περιορίζατε κάπως τις μουσικοχορευτικές ούγιες, που ξαπέστειλαν τη διάρκεια στις 3,5 ώρες; Μα πέντε ώρες συνολικά, με πηγαινέλα, για να δεις μια παράσταση; Ημαρτον! Ασε δε άλλους σκηνοθέτες-βασανιστές που επιβάλλουν κλειστά τα (αθόρυβα) αιρκοντίσιον, σε αίθουσες περίκλειστες, με 37 βαθμούς έξω!
Πολύ ανεκτικό το βρίσκω το Φεστιβάλ σε όλα αυτά, και κάτι πρέπει να κάνει. Οπως το ίδιο (δηλώσεις Λούκου στα «Νέα») σκέφτεται (ορθότατα) να μειώσει τη διάρκειά του σε ενάμιση μήνα καθώς και την (καταιγιστική) πυκνότητα των εκδηλώσεών του, έτσι να (επι)βάλει μέτρο και στους σκηνοθέτες όσον αφορά τις συνθήκες… επιβίωσης των θεατών. Οχι «Φεστιβάλ είναι, κάνε ό,τι σου κατέβει».

ΜΠΕΤΑΝΚΟΥΡ: ΘΑ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΟΜΗΡΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

«Θα επιστρέψω στην Κολομβία εντός των προσεχών ημερών», τόνισε η Γαλλοκολομβιανή

Η Γαλλο -κολομβιανή Ίνγκριντ Μπετανκούρτ, σε συνέντευξή της στο σημερινό φύλλο της εφημερίδας Ζουρνάλ ντι Ντιμάνς, ανακοινώνει πως «θα επιστρέψει στην Κολομβία εντός ολίγων ημερών» κι αποκαλύπτει την πρόθεσή της να μεταφέρει σε θεατρικό έργο την εμπειρία της πολύχρονης ομηρίας της στα χέρια των αριστερών ανταρτών.

«Θα επιστρέψω στην Κολομβία εντός των προσεχών ημερών. Στο μεταξύ θέλω να δώ τη Γαλλία, όλη τη Γαλλία. Αλλά επίσης θέλω να βρεθώ και με τα παιδιά μου, μόνοι μας. Θέλω ν' αφιερώσω τον χρόνο μου στην οικογένειά μου, στον πατέρα των παιδιών μου που λατρεύω, τον άνθρωπο που διοργάνωσε προς χάριν μου μία έξοχη εκστρατεία», τονίζει η Μπετανκούρτ.

Ερωτηθείσα για την πιθανότητα να μεταφέρει σε κάποιο βιβλίο την εμπειρία της, η ίδια τονίζει «θα γράψω ένα θεατρικό έργο. Χρειάζεται μία ολάκερη παράσταση για να κατανοήσει ο κόσμος τα πράγματα που σχετίζονται με την ανθρώπινη κατάσταση, μ' αυτό που είμαστε στα τρίσβαθά μας. Μπορούμε κάλλιστα να είμαστε άγγελοι, αλλά από την άλλη μεριά να γίνουμε και διάβολοι», προσθέτει.
Ήσυχη για την κατάσταση της υγείας της έπειτα από τις εξετάσεις στο νοσοκομείο του Βαλ-ντε-Γκρας, η Μπετανκούρτ τονίζει πως «για την ηπατίτιδά μου, το συκώτι λειτουργεί τέλεια». «Τώρα περιμένουμε τα νέα αποτελέσματα, που θα μας πουν εάν υπάρχει ιός, κι εάν ναι, εάν εξακολουθεί να υφίσταται», τονίζει η ίδια, διαβεβαιώνοντας ότι «εξόν από αυτό, τ' άλλα είναι μικροπράγματα, άνευ σημασίας: πραγματικά όλα είναι πολύ καλά».
Παράλληλα, η Μπετανκούρτ διηγείται στην εφημερίδα ένα ευτράπελο από τη νύκτα της Παρασκευής: «κατόρθωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου να κοιμηθώ καλά, να περάσω μία τέλεια νύκτα, αλλά χωρίς όνειρα, ή εφιάλτες, δεν θυμούμαι τίποτε από εκείνη τη νύκτα. Όμως η έκπληξη με περίμενε το επόμενο πρωΐ: δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι, τέτοιον πόνο ένοιωθα στη μέση μου!"
«Εγώ, που κοιμόμουνα κατάχαμα και σε άθλιες συνθήκες, είχα πόνο στη μέση ξυπνώντας έπειτα από μία νύκτα σ' ένα υπέροχο κρεβάτι. Θα πρέπει στ' αλήθεια να ξανασυνηθίσω κάποια πράγματα», διηγείται η πρώην όμηρος.

Saturday, July 5, 2008

ΜΕΛΟΜΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΛΑΓΝΟΙ

ΠΑΡΙΣΙ. Αν μπορεί να γίνει λόγος για «όπερα τρόμου» (κατά την ταινία τρόμου), το είδος δεν θα πρέπει να διαθέτει πολλά δείγματα. Το πιο πρόσφατο πάντως θα μπορούσε να γίνει λάβαρό του. Είναι η όπερα Μύγα, βασισμένη στη φημισμένη ομότιτλη ταινία τρόμου του καναδού μετρ του είδους Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ ο οποίος και τη σκηνοθέτησε στο θέατρο Chatelet όπου παρουσιάζεται από την περασμένη Τετάρτη. Εξίσου αρμόδιος με τον σκηνοθέτη και διάσημος στο ίδιο είδος είναι και ο συνθέτης που ανέλαβε να ντύσει με μουσική το ανατριχιαστικό δημιούργημα: ο επίσης καναδός Χόουαρντ Σορ, συνθέτης της μουσικής της κινηματογραφικής Μύγας και πολλών άλλων ταινιών του Κρόνενμπεργκ αλλά και της περιώνυμης Σιωπής των αμνών. Κάπως ξένος μέσα στην όλη υπόθεση φαντάζει ο μαέστρος, που δεν είναι άλλος από τον Πλάθιντο Ντομίνγκο. Επιπλέον ο πρώην διάσημος τενόρος και ήδη αρχιμουσικός είναι συμπαραγωγός του έργου ως καλλιτεχνικός διευθυντής της Οπερας του Λος Αντζελες όπου η Μύγα θα μεταφερθεί τον Σεπτέμβριο. Ετσι λοιπόν το παρισινό κοινό, μελομανείς και τρομολάγνοι, έχει την ευκαιρία να απολαύσει τραγουδιστά τα κατορθώματα του ερωτοχτυπημένου και κακορίζικου επιστήμονα, ο οποίος, από λάθος στα πειράματά του, μεταμορφώνει τον εαυτό του σε τεράστια μύγα-άνθρωπο. Ως τις 13 Ιουλίου. [ARS... BREVIS, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΖΕΝΑΚΟΥ, Το ΒΗΜΑ, 06/07/2008]

ΤΟ PICCOLO TEATRO ΚΑΙ Η ΕΧΡΟ

ΜΙΛΑΝΟ. Για μια χώρα όπου τα παράπονα σχετικά με τις περικοπές των κονδυλίων του πολιτισμού είναι συνεχή, το πρόγραμμά του της επόμενης σεζόν, 62ης κατά σειρά, που ανακοινώθηκε από το Piccolo Teatro είναι όντως εντυπωσιακό: θα παρουσιαστούν 30 τίτλοι, θα ακουστούν επί σκηνής 17 ξένες γλώσσες, θα φιλοξενηθούν 10 διεθνείς παρουσίες (ανάμεσά τους ο Ντανιέλ Οτέιγ στη μεγάλη του επιτυχία, το μολιερικό Σχολείο γυναικών, τον Φεβρουάριο, αλλά και η Μαριάν Φέιθφουλ που θα απαγγείλει σονέτα του Σαίξπηρ τον Οκτώβριο) και πάει λέγοντας. Η φύση και ο όγκος του προγράμματος οδηγούν σχολιαστή στη σκέψη ότι αυτό διαμορφώθηκε με κριτήριο την Expo, τη μεγάλη διεθνή έκθεση που θα πραγματοποιηθεί στην πόλη το 2015, «χωρίς αναφορά στην οποία δεν κουνιέται φύλλο στο Μιλάνο». Εξι νέες παραγωγές του Piccolo έρχονται να προστεθούν στις τέσσερις περυσινές που κυκλοφορούν ακόμη, ανάμεσά τους και δύο έργα του Κάρλο Γκολντόνι, η Τριλογία του παραθερισμού σε σκηνοθεσία του Τόνι Σερβίλο και ο Υπηρέτης δύο αφεντάδων στην αξεπέραστη παράσταση του μεγάλου Τζιόρτζιο Στρέλερ. Τις τρεις από τις νέες παραγωγές θα σκηνοθετήσει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Piccolo Λούκα Ρονκόνι: τον Οκτώβριο το Ονειρο καλοκαιριάτικης νύχτας του Σαίξπηρ, συγγραφέα με τον οποίο ο Ρονκόνι δεν καταπιάνεται συχνά, και τον Ιανουάριο δύο κωμωδίες του δημοφιλέστατου στην πατρίδα του γάλλου συγγραφέα Ζαν-Λυκ Λαγκάρς ο οποίος πέθανε από AIDS το 1995 στα 31 του χρόνια. [ARS... BREVIS, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΖΕΝΑΚΟΥ, Το ΒΗΜΑ, 06/07/2008]

«Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» - «Ο Ουρανός ατακόκκινος» - «Ανδρομάχη»

Ανάμεσα στην παρωδία και το άτεχνο
Εύκολες λύσεις από τον Γ. Χουβαρδά στις βιεννέζικες ιστορίες - Κριτική Σπύρος Παγιατάκης, Η Καθημερινή, 06/07/2008
  • Εντεν φον Χόρβαρτ «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης»

  • Λούλα Αναγνωστάκη «Ο Ουρανός ατακόκκινος»

  • Ευριπίδη «Ανδρομάχη»

Τα δεκαεπτά έργα του Ούγγρου Εντεν φον Χόρβατ (1901 - 1938), ο οποίος έγραφε στα γερμανικά, παίζονται σπάνια εκτός του γερμανόφωνου χώρου. Ο λόγος: Η υπαινικτική γλώσσα του η οποία εκφράζει το πικρό ροδοζαχαρένιο λούστρο της μικροαστικής τάξης του μεσοπολέμου είναι ιδιαίτερα προβληματική στη μεταφορά της. Τα αξεπέραστα παιχνίδια που κάνει ο Χόρβατ με τη γλώσσα απασχόλησαν και τον θεατρικό συγγραφέα Φραντς Ξάφερ Κρόιτς του οποίου η διάλεξη (ο Χόρβατ του Σήμερα και για Σήμερα, στη δεκαετία του ’80) αναφερόταν σε μία σημαδιακή «αγλωσσία του προλεταριάτου». Πώς να τη μεταφράσεις…

Απέκτησα προσωπική πείρα επάνω στις δυσκολίες έχοντας μεταφράσει, παλιά, τις «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης». Πρωτοπαίχθηκαν στα τέλη του ’70 από το «Ανοιχτό Θέατρο» του Γ. Μιχαηλίδη ο οποίος και το σκηνοθέτησε, με τον Λευτέρη Βογιατζή στον κεντρικό ρόλο. Αργότερα το παρουσίασε και το «Θεατρικό Εργαστήρι» στη Θεσσαλονίκη σε σκηνοθεσία Γ. Ρεμούνδου. Το σίγουρο πάντως είναι ότι το συγκεκριμένο έργο δεν είναι ούτε κωμωδία ούτε σάτιρα. Ομως, υπάρχουν και δικά μας, ελληνικά, μυθιστορήματα τα οποία τόσο στο ύφος όσο και στη διάθεση είναι απόλυτα συγγενικά με το «είδος» Χόρβατ.

Πρώτα πρώτα έχουμε το κλασικό πλέον «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή με την αστικο-λαϊκά καθομιλούμενη γλώσσα το και -σε ασφαλώς μικρότερο βαθμό- το «αισθηματικό μυθιστόρημα» όπως ονομάζει ο Παύλος Μάτεσις το «Πάντα Καλά» του, όπου κι εκεί η γλώσσα φαίνεται να ’ναι όπως ακριβώς μιλιέται σε μια λαϊκο-αστική γειτονιά της Αθήνας. Και όπως δεν γίνεται να περιγελάσει κανείς σκωπτικά την κυρία Εκάβη, την κόρη της Νίνα, τη Νάνσυ και τη Μελανία, έτσι και στη βιεννέζικη περίπτωση οι αντίστοιχοι χαρακτήρες είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, σίγουρα όχι απλές χάρτινες γελοιογραφίες.

Ομως, στην περίπτωση των βιεννέζικων ιστοριών ο σκηνοθέτης τους Γιάννης Χουβαρδάς πόνταρε σε τύπους και όχι σε χαρακτήρες. Το αποτέλεσμα ήταν ένα σχετικό ξεκατίνιασμα των ηρώων. Μια υπερβολικά εύκολη και βολική σκηνοθετική λύση, η οποία φτιασιδώθηκε με αρκετά «πρωτοποριακά» σουσούμια (λ.χ. η βαλσοειδής περπατησιά του ίλαρχου ε.α. ή η σε 3/4 μέθη του θαυματοποιού ή πάλι σκηνές όπου όλος ο θίασος φοράει επιδεικτικά μαύρα γυαλιά…) και με εμβόλιμες γιοντλ-μπελκαντικές -λαϊκότροπες μουσικές «μπηχτές».

Οσο για την επιδίωξη να δημιουργηθεί μία ατμόσφαιρα ενός μπομπ-φοσεϊκού Καμπαρέ (1972), αυτή απλώς επέκτεινε έως κουραστικά τη διάρκεια της παράστασης. Και όπως το γούστο όσο και η αίσθηση του χιούμορ τόσο στα σκηνοθετικά ευρήματα όσο και στο μεταπολεμικό σκηνικό - κοστούμια του Χέρμπερτ Μούραουερ υπήρξαν ολοφάνερα ελλειμματικά, η παράσταση μετεωριζόταν ανάμεσα στην ακαταλαβίστικη παρωδία και στο άτεχνο -και διανοουμενίζον- έντεχνο λαϊκό ρομάντζο. Εκείνοι βέβαια που κακοφόρμισαν περισσότερο από όλους ήταν οι ηθοποιοί.

Καλοί -συνήθως- ερμηνευτές, όπως η Θέμις Μπαζάκα, ο Ακύλλας Καραζήσης και η Αγγελική Παπούλια, εμφανώς «υπερέπαιζαν» υποτιμώντας έτσι τους ξεκάθαρους χαρακτήρες τους σε τύπους. Εννοείται ότι έτσι πρέπει να είχαν δασκαλευτεί. Την ίδια «γραμμή» ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι - εμφανώς αβοήθητοι- συνάδελφοί τους, όπως ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στον γραφικό ρόλο του φιλοναζιστή ηθοποιού. Είναι περίεργο πως μέσα σε ένα παρόμοιο υποκριτικό χάος έλαμψε μόνος του -λες κι έκανε υποκριτική αντίσταση!- ο Νίκος Κουρής ως ο λαϊκός λαμόγιας αγαπητικός με κάποια αισθήματα και πολύ πονηριά στο μάτι. Ηταν ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας. Τον μοναδικό που μπορούσε να θαυμάσει κανείς για το εκπληκτικό φινίρισμα στις λεπτομέρειές του και την εντυπωσιακή σιγουριά στο χιούμορ που υποστήριζε.

Η πικρο-καλοσυνάτη ηρεμία του Δημήτρη Ημελλου πλησίασε περισσότερο τη «γραμμή Κουρή», μια γραμμή η οποία θα είχε ενδεχομένως σώσει την παράσταση αν την είχαν ακολουθήσει με συνέπεια και σύστημα από την αρχή. Βέβαια,η παρουσία της Αλέκας Παΐζη ως «μοχθηρής γιαγιάς» ήταν σημαντική για την παράσταση με τη στακάτο ευθύβολη ερμηνεία της. Ομως, και αυτή δεν ήταν παρά μια μικρή όαση σε ένα γενικότερο σκορποχώρι όπου η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα περιέσωσε αρκετά από το πνεύμα του συγγραφέα.

  • Ρεσιτάλ στον μονόλογο

Αν ψάξει κανείς για κάποια άλλη πνευματική συγγένεια -εστω και μακρινή με τον φον Χόρβαρτ- θα τη βρεί στο «Ο Ουρανός Κατακόκκινος» της Λούλας Αναγνωστάκη και -το κυριότερο- στον τρόπο που ερμήνευσε αυτόν τον μονόλογο η Ρένη Πιττακή. Και εδώ η ηρωίδα περνάει των παθών της τον τάραχο. Αριστερή αλκοολική, διωγμένη από τη δουλειά της, με παιδί στη φυλακή και με ιδεολογία κυνηγημένη, η Σοφία Αποστόλου (Ρένη Πιττακή) μονολογεί, αφηγείται, περιγράφει τις κακοτοπιές που πέρασε. Ομως το θαυμαστό είναι ότι ο θεατής όχι μόνο δεν έχει ποτέ την αίσθηση της γκρίνιας και της μιζέριας, αλλά αντίθετα υπάρχει ένα ανθρώπινο μεγαλείο και -το κυριότερο- ένα καλοσυνάτο χιούμορ που προσφέρουν ευφορία και κάθαρση. Ενα σημαντικό έργο σε μια έξοχη ερμηνεία και σε μια διακριτική σκηνοθεσία (Νίκος Χατζόπουλος) κρατήθηκε στο παρασκήνιο.

  • «Παραδοσιακά»

Σίγουρα η Ειρήνη Παπά δεν φανταζόταν παραστάσεις όπως αυτή η περυσινή με την αλβανική Ηλέκτρα (ή μήπως ήταν Αντιγόνη;) ή πάλι τη φετινή συρο-γαλλική Ανδρομάχη σκηνοθετημένη «ορθόδοξα και παραδοσιακά», δηλαδή με στόμφο και κραυγές από το Ζαν Κριστόφ Σάις όταν οραματιζόταν το αρχαίο δράμα στο θέατρό «της». Παραστάσεις σαν κι αυτές ενδιαφέρουν -κακώς- ένα φεστιβάλ μόνο και μόνο επειδή επιμένουμε να θεωρούμε το αρχαίο δράμα αποκλειστικά δικό μας copyright και - συγκαταβατικά- να προβάλλουμε και «τα τέτοια» καλά - κακά. Μα φυσικά και δεν είναι. Το αρχαίο δράμα ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

«ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΕΝΑΣ ΔΡΑΚΟΣ...»

Της Σαντρας Βουλγαρη, Η Καθημερινή, 06/07/2008

«Οταν οι όμορφες ξυπνούν οι Δράκοι αποκοιμιούνται με τα μάτια ορθάνοιχτα...». Μεσάνυχτα στο μονοπάτι του Προφήτη Ηλία, στην καρδιά του καλοκαιριού, στην Τζιά. Η Ανθή Θάνου και ο Παναγιώτης Κούλελης θα μας διηγηθούν ελληνικά λαϊκά παραμύθια από το Λεβίσι Μικράς Ασίας και τη Μήλο. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας (19/7) ο Στέλιος Πελασγός, σαν ένας παραμυθάς χαμένων εποχών θα μας πει την ιστορία του Ιππότη Γκαγουέιν ψηλά στη Μονή της Καστριανής. Κι αυτό είναι απλά μια μικρή γεύση... Γιατί η 6η Γιορτή Παραμυθιών («Με Δράκους και Δράκοντες») που διοργανώνει στο νησί της Κέας (από τις 12 έως τις 20 Ιουλίου) το Κέντρο Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών (καλλιτεχνικός διευθυντής: Γιώργος Ευγενικός) περιλαμβάνει προεόρτια, εκδηλώσεις έναρξης, εικαστικές εκθέσεις, δρώμενα, κουκλοθέατρο, παραδοσιακά παιχνίδια, εργαστήρια για παιδιά και ενήλικες και φυσικά πολλές, μα πάρα πολλές αφηγήσεις παραμυθιών. Αργά τη νύχτα με το φως του φεγγαριού και των κεριών, σε κρυφά μονοπάτια και απομονωμένες παραλίες, σε πηγές και ερειπωμένες εκκλησίες, με παλιά όργανα και τραγούδια θα αναζητήσουμε τη «μαγεία». Μύθοι «για δράκους και δράκοντες» από ολόκληρο τον κόσμο.

Την ώρα που η τέχνη της αφήγησης (storytelling) βρίσκεται σε πλήρη άνθηση στο εξωτερικό, οι δικοί μας Ελληνες παραμυθάδες ξαναβρίσκουν την κλωστή για να αρχινίσουν την ιστορία τους. «Καλησπέρα στην αφεντιά σας...». Ανάμεσα στους φετινούς αφηγητές είναι η Σάσα Βούλγαρη, η Μάγδα Σνάιντερ, ο Δημήτρης Προύσαλης, η Νίκη Κάπαρη ενώ επίτιμος προσκεκλημένος της φετινής Γιορτής Παραμυθιών είναι ο Bruno de La Salle από τους πρωτεργάτες της αφηγηματικής τέχνης στην Ευρώπη (ιδρυτής του Centre de Literature Orale-Κέντρο Προφορικής Λογοτεχνίας της Γαλλίας). Παράλληλα με τις εκδηλώσεις θα δοθούν τρία πολύ ενδιαφέροντα σεμινάρια: «Η τέχνη του προφορικού λόγου: αφήγηση» (Κατερίνα Βλάχου), «Η τέχνη της αφήγησης» (Bruno de La Salle) και «Η διαβατήρια τελετή του γάμου στο ελληνικό λαϊκό παραμύθι» (Αννα Αγγελοπούλου). Η είσοδος σε όλες τις εκδηλώσεις εκτός των σεμιναρίων είναι δωρεάν.

  • Επιλογές

5 Ιουλίου. Προεόρτια: «Δρακώντιες κατασκευές». Στην παραλία του Γιαλισκαρίου τα παιδιά θα δημιουργήσουν με χρώματα, χρυσόσκονες, κορδέλες και υφάσματα ένα γιγάντιο δράκοντα βγαλμένο από τα παραμύθια.

12/07. Εγκαίνια της ομαδικής έκθεσης ζωγραφικής «Δράκοι και Δράκοντες», Βουρκάρι, γκαλερί s.a.).

13/07. Αφήγηση: «Κι έγινε στην Τζιά των δράκων των κακών το συναπάντημα...». Αφηγήσεις παραμυθιών από Νοτιοανατολικό Αιγαίο, Μήλο, Ελληνόφωνα Χωριά Κάτω Ιταλίας, στο καφέ «Βαράδι» στον Μυλοπόταμο (με κερασμένο τον καφέ και το λουκούμι!).

14/07. «Ιστορίες από τα τρίσβαθα της Δρακοσπηλιάς» (Βρύση των Ελληνικών).

15/07. «Η σπηλιά του δράκου». Παράσταση αφήγησης βασισμένη σε αρχαία, λατινικά και μεσαιωνικά επικά ποιήματα (Ιουλίδα, Χρυσοσπηλιώτισσα).

17/07. «Οι δράκοι κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά» (Παραλία Ποισσών, Σάσα Βούλγαρη).

18/07. «Η σπηλιά του Κύκλωπα» (από τη ραψωδία Ι της Οδύσσειας, αφήγηση Bruno de La Salle, Ορκός-Ορυχείο).

19/07. «Ο Ιππότης και ο Δράκος». Ο Στέλιος Πελασγός συναντάει ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης και τον κυρ Λάζαρο με τους σαράντα δράκους (Μονή Καστριανής).

20/07. Παραδοσιακά παιχνίδια: Μικροί και μεγάλοι θα μπορέσουν να παίξουν παιχνίδια της ιδιαίτερης περιοχής της Ισπανίας, της Γαλικίας με μέλη της ομάδας Asociacion Galega Do Xogo Popular E Tradicional (Παραλία Οτζιά).

Πληροφορίες: Κέντρο Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών (www.e-mythos.eu, τηλ. 210 4313332).

  • «Ο αφηγητής πρέπει να ξέρει να ακούει»

«Εγινα αφηγητής για να ακούω. Για να ξέρω αν είμαι χρήσιμος η «άχθος αρούρης» βάρος πάνω στη γη. Πάντοτε έρχονται οι άνθρωποι και μιλούν. Το πιο ωραίο που ακούω είναι «Πότε θα μας ξανάρθεις;»». Ο Στέλιος Πελασγός είναι ο πρώτος Ελληνας επαγγελματίας ιστορητής (προφορικός αφηγητής) και πρωτεργάτης της αναβίωσης της τέχνης του παραδοσιακού παραμυθά στην Ελλάδα. Ζει στο Πήλιο «με την γυναίκα του, τα παιδιά του, άγρια ζώα και μυθικά αόρατα πλάσματα». Φέτος, στη Γιορτή Παραμυθιών θα αφηγηθεί στην αυλή ενός πρώην μοναστηριού στην Παναγία την Καστριανή και μεταξύ των άλλων εκδηλώσεων θα παρουσιάσει το βιβλίο του «Τα μυστικά του παραμυθά. Μαθητεία στην τέχνη της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει η Γιορτή στην Τζια ο Στέλιος Πελασγός εξομολογήθηκε στην «Κ» μερικά από τα μυστικά ενός παραμυθά... «Ο αφηγητής πρέπει να ξέρει να ακούει. Ο αφηγητής πρέπει να ξέρει να σιωπά. Ο αφηγητής πρέπει να ξέρει να κάνει το κοινό κοινότητα. Ο αφηγητής πρέπει να είναι αόρατος. Ακούει τι θέλει να πει σε αυτούς η ιστορία, ακούει τι χρειάζονται να ακούσουν οι άλλοι και έπειτα μιλάει. Την ώρα που μιλάει συνεχίζει να τους ακούει, τους ψιθύρους, τις κινήσεις και τις εικόνες που προβάλλουν μέσα στην καρδιά τους. Δίνει το λόγο στους ακροατές του και τους ακούει. Ανάλογα προσαρμόζει την ιστορία του ή την διώχνει και καλεί μιαν άλλη. Η προφορική αφήγηση είναι λαϊκή τέχνη άρα κοινοτική. Δημιουργείται μαζί με το κοινό ενώπιον του κοινού».

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΜΕ ΤΡΟΠΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ

Την έχουν αποκαλέσει «ιέρεια του θλιμμένου σώματος». Εκείνη σε μία από τις σπάνιες μεγάλες συνεντεύξεις της (στη δεκαετία του ’80) είχε δηλώσει: «Εχω ένα τεράστιο σεβασμό για τον χορό. Γι’ αυτό και αναζητώ πάντα χορευτές που γνωρίζουν σε βάθος γιατί και πώς χορεύουν». Στο χοροθέατρό της, η γεννημένη το 1940 στη Γερμανία Πίνα Μπάους καλλιεργεί τη φόρμα του τραγικού με έναν τρόπο σύγχρονο που δανείζεται στοιχεία από την πραγματικότητα. Αναμειγνύονται η αγάπη και ο πόνος, το όνειρο και η σκληρότητα. Οι σκηνικές συνθέσεις της «ακουμπούν» στη Φύση: ένα δέντρο, σκόρπια φύλλα, φρέσκο χώμα, νερό. Αποκλείει οτιδήποτε διακοσμητικό, που δεν έχει καμία χρησιμότητα. «Ολα πρέπει να είναι απαραίτητα στην εξέλιξη του θεάματος», λέει. Η ίδια αναγκαιότητα οδηγεί και τις χορογραφίες της. «Το μόνο κίνητρο είναι να ανακαλύψουμε μια γλώσσα για εκείνους που δεν μπορούν να εκφραστούν με διαφορετικό τρόπο. (…) Σε πολλά από τα έργα μου ο χορός είναι παρών, αλλά με τρόπο έμμεσο. Θέλω να πω ότι οι κινήσεις είναι τόσο απλές ώστε κάποιος μπορεί να σκεφτεί ότι αυτό δεν είναι χορός». Στο επίκεντρο της τέχνης της είναι ο άντρας και η γυναίκα: «Στην καθημερινότητα υπάρχουν τόσα πράγματα, τόσες πληροφορίες που φαντάζουν άχρηστες λεπτομέρειες. Και όμως, αν τις επεξεργαστείς είναι θεμελιώδεις». Η αδυναμία της επικοινωνίας, η μοναδικότητα του καθενός και η ακατάβλητη εξερεύνηση του εσωτερικού μας κόσμου, οι φόβοι, η απελπισία και η οδύνη εξακολουθούν να την απασχολούν και να την εμπνέουν έως σήμερα, στα 68 της χρόνια.

Ενας βαθύς στοχασμός πάνω στη θλίψη
Η χορογραφημένη όπερα της Πίνα Μπάους, βασισμένη στον «Ορφέα και την Ευρυδίκη» του Γκλουκ, θα παρουσιαστεί στην Επίδαυρο

Της Μαριας Κατσουνακη, Η Καθημερινή, 06/07/2008

Λίγο πριν κλείσουν τα φώτα κι ενώ η ορχήστρα κούρδιζε τα όργανα έριξα μια τελευταία ματιά στην οροφή, ζωγραφισμένη με τα φωτεινά χρώματα του Σαγκάλ. Τι να πρωτοκοιτάξεις, εξάλλου, στην ιστορική Οπερά Γκαρνιέ; Το εμβληματικό αυτό νεομπαρόκ κτίριο του 19ου αιώνα, με την υπογραφή ενός 35χρονου άγνωστου αρχιτέκτονα, του Σαρλ Γκαρνιέ, φιλοξενούσε για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων την όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη» του Γκλουκ χορογραφημένη και σκηνοθετημένη από την Πίνα Μπάους. Κατάμεστη η αίθουσα με τις 1.900 θέσεις από κόκκινο βελούδο. Ενα κοινό μεικτό, με πολλούς νέους θεατές, ατμόσφαιρα χωρίς καμιά επισημότητα, χαλαρή, οικεία, σε μια πόλη που βομβαρδίζεται από πολιτιστικά γεγονότα όλο το χρόνο. Παρ' όλα αυτά, η υπογραφή της, 68χρονης σήμερα, ηγερίας του ευρωπαϊκού χοροθεάτρου σε μια όπερα που είχε πρωτοσκηνοθετήσει το 1975, σήμανε συναγερμό.

Τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί και εμείς (δύο Ελληνίδες δημοσιογράφοι) μπορέσαμε να εξασφαλίσουμε θέση ως απεσταλμένες του Φεστιβάλ Αθηνών που είχε συμπεριλάβει την παράσταση στο καλοκαιρινό πρόγραμμα της Επιδαύρου. Ηταν μέσα Φεβρουαρίου, στην Αθήνα χιόνιζε, στο Παρίσι είχε έναν ευχάριστο χειμωνιάτικο καιρό... [συνεχίζεται]

«ΑΜΛΕΤ» ΑΠΟ ΤΗ ΣΑΟΥΜΠΙΝΕ - «ΒΑΤΡΑ - Χ» ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ

  • Η φημισμένη βερολινέζικη θεατρική ομάδα της Σαουμπίνε, μετά τη «Λυσσασμένη γάτα» του Τένεσι Ουίλιαμς, επανέρχεται για δεύτερη φορά στο Φεστιβάλ Αθηνών με τον δικό της «Αμλετ», αύριο Δευτέρα 7, μεθαύριο Τρίτη 8 και την Τετάρτη 9 Ιουλίου στην Πειραιώς 260 [Χώρος Δ]. Σκηνοθετημένος από τον γνωστό Γερμανό σκηνοθέτη και διευθυντή της Σαουμπίνε Τόμας Οστερμάγιερ, αυτός ο «Αμλετ» εμπνέεται από τη σκέψη του Αντονέν Αρτό, το έργο του Αϊζενστάιν και του Μέγερχολντ. Μια ακόμα ερεθιστική, αιρετική ανάγνωση ενός κλασικού έργου, σε παγκόσμια πρεμιέρα, μέσα από την οποία ο 40χρονος Οστερμάγιερ σκηνοθετεί ένα κείμενο του παρελθόντος αναζητώντας αναλογίες με το σήμερα.
  • Ποιο ενδιαφέρον μπορεί να παρουσιάζει σήμερα η κάθοδος του Διόνυσου στον Αδη προς αναζήτηση του άξιου Ευριπίδη, η κωπηλασία στην Αχερουσία λίμνη υπό τα κοάσματα των βατράχων και ο δραματικός αγώνας Αισχύλου - Ευριπίδη στο παλάτι του Πλούτωνα; Το ερώτημα τέθηκε από τον Γιάννη Χουβαρδά και το Εθνικό Θέατρο στον Δημήτρη Λιγνάδη ο οποίος υπογράφει σκηνοθετικά την παράσταση «Βάτρα - Χ» η οποία παρουσιάζεται στις 11 και 12 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Παίζουν οι: Στεφανία Γουλιώτη, Δημήτρης Λιγνάδης, Γιώργος Μαρίνος, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης κ.ά.

Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας

Χόφες Σέκτερ
Πιστό στο καλοκαιρινό ραντεβού του, το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, ανοίγει και πάλι τα φτερά του. Από 18 έως 27 Ιούλη, για 14η συνεχόμενη χρονιά, θα καλωσορίσει γνωστούς χορογράφους και σχήματα που έχουν εμφανιστεί στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου, αλλά και νέους δημιουργούς του πειραματικού χορού, από διάφορες χώρες και ηπείρους. Κάποιοι απ' αυτούς θα εμφανιστούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Το σταθερό στίγμα του προγραμματισμού του δίνουν η ανάδειξη της διεθνούς και ελληνικής δημιουργίας. Φέτος, εστιάζοντας στην έρευνα, το πρόγραμμά του περιλαμβάνει δέκα σχήματα και δημιουργούς από διαφορετικές χώρες, οι οποίοι θα δώσουν συνολικά δεκαέξι παραστάσεις. Χαρακτηριστικό του φετινού προγραμματισμού είναι ότι πολλές ομάδες επιλέγουν να συνεργαστούν με σημαντικούς χορογράφους από άλλες χώρες, ή σημαντικοί δημιουργοί επιλέγουν να συνεργαστούν με εξαιρετικούς χορευτές επίσης από διαφορετικά μέρη του κόσμου, δημιουργώντας ένα κλίμα γόνιμης συνεύρεσης. Θα παρουσιαστούν δημιουργίες από τη Νότιο Αφρική, τη Βρετανία, την Πορτογαλία, την Ολλανδία, τη Γερμανία, την Ελλάδα και, για πρώτη φορά στην Καλαμάτα, από την Ιαπωνία. Στον κατάλογο όμως των χωρών από τις οποίες κατάγονται κάποιοι από τους χορογράφους, θα πρέπει να προστεθεί η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία και το Ισραήλ, ενώ στον κατάλογο της χώρας καταγωγής των σχημάτων θα προστεθεί, για πρώτη φορά στην Καλαμάτα, η Βραζιλία.
Βία Κάτλχονγκ
Οπως σημειώνει η καλλιτεχνική διευθύντρια Βίκυ Μαραγκοπούλου, «Το Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας παραμένει σταθερό στην πορεία που έχει χαράξει όλα τα προηγούμενα χρόνια: να μεταφέρει στο ελληνικό κοινό μια όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρη αποτύπωση των ποικιλόμορφων τάσεων που συνθέτουν το τοπίο του σύγχρονου χορού, φέρνοντας την ιδιαίτερη φωνή των δημιουργών σε πρώτο πλάνο. Στήνει έτσι το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να ανθήσει ο διάλογος κοινού - καλλιτεχνών αλλά και η επικοινωνία και η ανταλλαγή μεταξύ των δημιουργών».

Το Φεστιβάλ ανοίγει (18/7, 19/7, Γυμναστήριο Πολυκλαδικού Λυκείου Καλαμάτας, 8μ.μ.) ο Νοτιοαφρικανός Γκρέγκορι Μακόμα, ο οποίος θα παρουσιάσει το σόλο «Beautiful Me». Ενας μονόλογος για την ομορφιά που κρύβεται μέσα στον άνθρωπο, με μουσική που ερμηνεύεται ζωντανά από τέσσερις εξαιρετικούς Αφρικανούς μουσικούς. Σ' αυτό το παράξενο εγχείρημα - ελεγεία έχουν συμβάλει άλλοι τρεις χορογράφοι, μεταξύ των οποίων και ο γνωστός στο ελληνικό κοινό Ακραμ Καν... [Η. Μόρτογλου, Ριζοσπάστης, 06/07/2008]

Μολιέρου «Ταρτούφος» με Βουτά και Καρακατσάνη


Ενα εκπληκτικό έργο και μια αξιόλογη παράσταση μπορείτε να δείτε φέτος το καλοκαίρι σε επιλεγμένα φεστιβάλ. Πρόκειται για τον «Ταρτούφο» του Μολιέρου, ένα έργο διαχρονικό, που μοναδικά ερμηνεύει ο Θύμιος Καρακατσάνης και ο Κώστας Βουτσάς στην πρώτη τους κοινή θεατρική συνάντηση. Οι δύο σπουδαίοι ηθοποιοί ερμηνεύουν τη διαχρονική κωμωδία του Μολιέρου, που ανεβαίνει σε μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη, σκηνοθεσία Θύμιου Καρακατσάνη και σκηνικά - κοστούμια Ρένας Γεωργιάδου.

Ο ανεπανάληπτος Θύμιος Καρακατσάνης στο ρόλο του Ταρτούφου (αδίστακτου απατεώνα) και ο μοναδικός Κώστας Βουτσάς στο ρόλο του Οργκόν (ηλιθίου, ευκολόπιστου). Μαζί τους ο Τάκης Παπαματθαίου, η Ελευθερία Ρήγου, ο Βασίλης Κούκουρας, η Αλεξάνδρα Καρακατσάνη, η Φιλίτσα Καλογεράκου, ο Περικλής Αλμπάνης, ο Γιώργος Μπασιάκος και ο Κώστας Ευριπιώτης.

  • Δίωξη και καταξίωση

Ο «Ταρτούφος» γράφτηκε στα 1664 και προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις των θρησκόληπτων της Αυλής του Λουδοβίκου ΙΔ΄, που είχαν σαν αποτέλεσμα την πεντάχρονη δίωξή του. Η κωμωδία του Μολιέρου είναι μια οξύτατη σάτιρα κατά της υποκρισίας και στην εποχή του αντιμετωπίστηκε σαν σάτιρα εναντίον της ευλάβειας.

Το έργο είναι δομημένο γύρω από τον άξονα του δίπολου Ταρτούφου και Οργκόν. Η πονηριά και η υποκρισία του πρώτου βρίσκει πρόσφορο έδαφος χάρη στην αφέλεια και την ευπιστία του δεύτερου. Η κυρία Περνέλ, μητέρα του Οργκόν, φεύγει οργισμένη από το σπίτι του γιου της, θεωρώντας επιλήψιμη τη διαγωγή όλης της οικογένειας. Αντίθετα, θεωρεί υποδειγματικό το ήθος του Ταρτούφου, ενός προσώπου που τον τελευταίο καιρό ζει στο σπίτι του Οργκόν, και όλοι τον βλέπουν σαν υποκριτή και παρείσακτο, εκτός από την κυρία Περνέλ και τον Οργκόν, που τον θεωρούν «άγιο άνθρωπο». Ο αφελής Οργκόν είχε γνωρίσει τον Ταρτούφο στην εκκλησία και σχημάτισε την εντύπωση ότι είναι ένας ασκητικός ταπεινόφρων άνθρωπος, αφοσιωμένος ολόψυχα στη θρησκεία και την αγαθοεργία. Θαμπωμένος από την «αγιοσύνη» του Ταρτούφου, τον έφερε στο σπίτι του συγκινημένος, και αφέθηκε στην ολοκληρωτική του επιρροή. Στο σπίτι του Οργκόν, ο Ταρτούφος βρήκε την ευκαιρία που περίμενε. Ζει από τη γενναιόδωρη ευεργεσία του ιδιοκτήτη, τον οποίο εύκολα απομυζά και εκμεταλλεύεται. Μάταια ο Κλεάνθης και η Ντορίν προσπαθούν να του ανοίξουν τα μάτια και να τον πείσουν για τη φαυλότητα και την υποκρισία του ευνοουμένου του. Ο θαυμασμός και η αγάπη του Οργκόν προς αυτόν δεν επιδέχονται την παραμικρή αμφισβήτηση. Ακόμα και όταν ο γιος του, του αποκαλύπτει το άνομο πάθος του Ταρτούφου για τη γυναίκα του, ο Οργκόν δεν πείθεται. Η φιληδονία του Ταρτούφου, η καλυμμένη από το μανδύα της σεμνότητας και της θεοσέβειας, θα αποτελέσει το βασικό μοχλό για την αποκάλυψή του. Δίκαια, λοιπόν, ο «Ταρτούφος» αποτελεί το συνώνυμο της υποκρισίας, από την οποία ουδέποτε απαλλάχτηκαν οι κοινωνίες.

  • Ο Μολιέρος για τον «Ταρτούφο»

«Να λοιπόν μια κωμωδία για την οποία έγινε πολύς θόρυβος, η οποία καταδιώχτηκε για πολύ καιρό, και οι άνθρωποι τους οποίους αναπαρέστησε μας απέδειξαν πως είναι οι πιο ισχυροί στη Γαλλία, απ' όλους όσους είχα μέχρι τώρα αναπαραστήσει. Οι Μαρκήσιοι, οι Φιλάρεσκες και οι Γιατροί, ανέχτηκαν ήπια την αναπαράστασή τους και υποκρίθηκαν πως διασκεδάζουν κι εκείνοι, μαζί με μ' όλον τον κόσμο, με τις προσωπογραφίες που φτιάχτηκαν για αυτούς, μα οι Υποκριτές δεν καταλαβαίνουν από αστεϊσμούς».

«Στην αρχή εξεπλάγησαν και θεώρησαν παράξενο πως είχα το θάρρος να ανεβάσω στη σκηνή τους μορφασμούς τους, και πως επιθύμησα να περιγράψω ένα επάγγελμα στο οποίο εμπλέκονται τόσοι έντιμοι άνθρωποι. Είναι ένα έγκλημα που δε θα μπορούσαν να μου συγχωρήσουν. Οπλίστηκαν όλοι ενάντια στην κωμωδία μου με μια τρομακτική οργή. Είχαν, όμως, τη σύνεση να μην της επιτεθούν από την πλευρά που εκείνη τους έπληξε, είναι πολύ διπλωμάτες για να κάνουν κάτι τέτοιο, και ξέρουν να δρουν πολύ καλά ώστε να μην αποκαλύπτουν τα βάθη της ψυχής τους. Ακολουθώντας την αξιέπαινη συνήθειά τους, κάλυψαν τα συμφέροντά τους με τη δικαιολογία του Θεού, και ο Ταρτούφος έγινε στο στόμα τους ένα έργο που προσβάλλει την ευσέβεια. Είναι γεμάτο, από τη μια ως την άλλη άκρη του, με λόγια αποτρόπαια και δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι άξιο για την πυρά».

«Κάθε του συλλαβή είναι ανόσια, κάθε χειρονομία εγκληματική, και το παραμικρό κλείσιμο του ματιού, και το παραμικρό κούνημα του κεφαλιού, το παραμικρό βήμα προς τα δεξιά ή τ' αριστερά κρύβει μυστήρια, τα οποία χρησιμοποιούν ως μέσο για να μιλήσουν εναντίον μου. Μάταια την υπέβαλα στη φωτισμένη κρίση των φίλων μου, στη λογοκρισία όλου του κόσμου, μάταιες οι διορθώσεις που έκανα, μάταιη και η κρίση του Βασιλιά και της Βασίλισσας που την είδαν, η επιδοκιμασία των πριγκίπων και των υπουργών, που την τίμησαν δημόσια με την παρουσία τους. Η μαρτυρία των χρηστών ανθρώπων, που τη βρήκαν επωφελή, τίποτα απ' όλ' αυτά δεν είχε την παραμικρή χρησιμότητα. Τίποτα δεν κατάφερε να τους μεταπείσει, και κάθε μέρα βάζουν αδιάκριτους ζηλωτές να κραυγάζουν δημοσίως, να μου απευθύνουν ύβρεις θεαρέστως και να με καταριούνται με φιλανθρωπία».

Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ, Ριζοσπάστης, 06/07/2008