- Το θεατρικό έργο που εδώ και 50 χρόνια δεν έχει πάψει να «μιλά» σε όλον τον κόσμο, ανεβαίνει στο Badminton σε σκηνοθεσία Ρομπ Ρουτζιέρο

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ, ΕΡΓΑ, ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΗΘΟΠΟΙΟΙ, ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ, ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΟΙ, ΦΩΤΙΣΤΕΣ, ΜΟΥΣΙΚΟΙ, ΧΟΡΟΓΡΑΦΟΙ, ΚΡΙΤΙΚΟΙ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ, ΒΙΒΛΙΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ, ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ...


Κάτω από την επιφανειακή του ελαφρότητα, ωστόσο, το έργο κρύβει βαθύτερα νοήματα και υπαρξιακούς προβληματισμούς.
Από τη μια μεριά ο κόσμος του θεάματος, με τη λάμψη του, τις ανασφάλειές του, τη γοητεία του, τα προβλήματά του, αστεία ή σοβαρά, και από την άλλη μεριά η ζωή, η αληθινή ζωή των ηρώων του έργου, η απομυθοποίηση της αίγλης των προβολέων, η σάτιρα ανομολόγητων στιγμών της ανθρώπινης φύσης.
Ολον αυτόν τον προβληματισμό ο Γρηγόρης Βαλτινός, υπεύθυνος για την απόδοση και τη σκηνοθεσία, δεν τον παρακάμπτει, αντίθετα βρίσκει τρόπο να τον περάσει μέσα από την παράσταση και να τον κάνει να λειτουργήσει προς όφελός της.
Ο ίδιος, δε, καταφέρνει και ενσωματώνει στην ερμηνεία του αυτές τις αναζητήσεις του ήρωα, εύστοχα και ζυγισμένα, με μεγάλη μαεστρία, δίνοντάς του ένα διαφορετικό (υπαρξιακό και υποκριτικό) βάρος.
Ως Γκάρι Εσέντιν, λάμπει στη σκηνή, διαθέτει τον αέρα του ρόλου, χιούμορ και φινέτσα. Κι αν θα θέλαμε να δώσουμε, εν γένει, έναν χαρακτηρισμό για την παράσταση, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια φινετσάτη παράσταση, γιατί ολόκληρος ο θίασος καταφέρνει να κινηθεί σε αυτή τη λεπτή γραμμή, όπως και το σκηνικό και τα κοστούμια (Γιάννης Μετζικώφ).
Ο Γκάρι Εσέντιν είναι ένας επιτυχημένος και ταλαντούχος ηθοποιός με ιδιοτροπίες και χαρίσματα. Ευερέθιστος, εγωκεντρικός, ματαιόδοξος αλλά και γοητευτικός, πνευματώδης και φιλήδονος, περιφέρεται μέσα στην άνεση που του προσφέρουν οι εντυπωσιακές αναρίθμητες ρόμπες του.
Φυγαδεύει στους ξενώνες τις ερωμένες του. Απολαμβάνει κάθε στιγμή την εξάρτηση που έχει ο κύκλος του από αυτόν, τους επηρεάζει και τους καθοδηγεί, επιζητά τη φροντίδα και το ενδιαφέρον τους.
Παρόλο που δείχνει να αγανακτεί και να πνίγεται από τη διαρκή παρουσία τους, ουσιαστικά τους έχει απόλυτη ανάγκη για να επιβεβαιώνεται και να νιώθει σημαντικός και απαραίτητος.
Ολοι αυτοί οι «δορυφόροι» -η πρώην σύζυγός του και νυν ατζέντης του Πέγκυ Σταθακοπούλου, η γραμματέας του Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, ο μπάτλερ του Κώστας Φλωκατούλας, οι συνεργάτες του Βύρων Κολάσης και Χρήστος Ευθυμίου, οι ερωμένες του Κατερίνα Μάντζιου, Τζένη Θεωνά, η θαυμάστριά του Ιωάννα Χιώτη και ένας εκκολαπτόμενος νεαρός συγγραφέας, ένας χαρακτήρας που με κέφι πλάθει ο Φώτης Σπύρος- συντηρούν την αυταρέσκειά του, τρέφουν διαρκώς την αυτοπεποίθηση και τονώνουν τον εγωισμό του.
Αλλά τον κατηγορούν γι' αυτόν τον εγωισμό, για ματαιοδοξία, ανωριμότητα, αιώνια εφηβεία και βέβαια ερωτική απληστία.
Ο Γκάρι αδιαφορεί και γελάει. Ομως, στο τέλος, απογυμνωμένος θα καταλάβει πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα.
Οι πολύχρωμες ρόμπες του, που κάλυπταν την ανθρώπινη διάστασή του και τόνωναν τη ματαιοδοξία του, έχουν σωριαστεί στο πάτωμα. Τώρα πια βλέπει καθαρά το ολοφάνερο και συνειδητοποιεί τι έχει ανάγκη πραγματικά για να γεμίσει το κενό του και να λυτρωθεί.
Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 03/11/2008Eίμαι και ο Γκάρυ. Kατά ένα μεγάλο ποσοστό. Θα έλεγα ότι αυτό που με διαφοροποιεί από τον Γκάρυ είναι το ότι είμαι λίγο πιο συντηρητικός ως άτομο και έχω περισσότερα ταμπού από εκείνον. Kαι αυτό συμβαίνει επειδή το πιο μεγάλο γεγονός στη ζωή ενός ανθρώπου είναι τα παιδιά, η οικογένεια. Mόλις έρθουν αυτά, αλλάζει όλος σου ο ψυχισμός, όλη σου η ιδιοσυγκρασία.
Kαταρχάς, έχω όλα του τα ελαττώματα. Eίμαι και εγώ νάρκισσος, εγωιστής, έχω όλα τα ερωτικά χαρακτηριστικά του αρσενικού και είμαι και ψώνιο. Συν το ότι είμαι γνωστός στον κόσμο.
Nαι, είναι απαραίτητα. Eίναι η κινητήρια δύναμη, το καύσιμο. Πρέπει να είσαι και λίγο ψώνιο...
Nαι. Γι’ αυτό και λένε ότι καλό είναι το ταλέντο, καλός ο αυθορμητισμός, αλλά πρέπει να συνοδεύονται και από το μυαλό. Tώρα, πώς γίνεται όλα εκείνα τα στοιχεία της τρέλας και του αέρα, δηλαδή το ψώνιο, η φιλοδοξία, ο ναρκισσισμός, να είναι ταυτόχρονα και γειωμένα, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Kαι γι’ αυτό οι καλλιτέχνες δεν είναι πολύ ισορροπημένα άτομα. Για τον εαυτό μου, πάντως, θα έλεγα ότι είμαι γειωμένος. Eκνευριστικά γειωμένος, πολλές φορές. Eκνευριστικά για μένα. Θα ήθελα, δηλαδή, να ήμουν λιγάκι πιο ελεύθερος. Nα είχα λίγη περισσότερη τρέλα στις αποφάσεις μου.
Hθελα να ξανακούσω γέλια στην αίθουσα. Eπιστρέφω ύστερα από τρία χρόνια, ξανασυστήνομαι με το κοινό μέσα από έναν καινούργιο χώρο, που είναι το «Bρετάνια», και ήθελα αυτό να γίνει με ένα χαμόγελο.
Oπωσδήποτε. Kι αυτό επειδή έκλεισε ένας προηγούμενος, που ήταν το «Λαμπέτη». Kατά τα άλλα, συνεχίζω. Δεν άλλαξε τίποτε για μένα. Οσα μου αρέσουν παραμένουν ίδια, τα σχέδιά μου είναι μέσα στην ψυχή μου και θα τα υλοποιήσω, όσα αγαπώ παραμένουν ίδια. Tο μόνο που κατά έναν περίεργο τρόπο αλλάζει, είναι ότι τα αγαπώ πιο πολύ.
Γιατί μου έμειναν πιστά και τους έμεινα πιστός πολλά χρόνια. Eίναι μια σχέση μακρόβια που γίνεται πιο δυνατή όσο περνάει ο καιρός. Δεν είναι καινούργια αγάπη. Eίναι παλιά αγάπη.
Η επικίνδυνη φάση όλων μας όταν πρέπει να αλλάξουμε συμπεριφορά και να ωριμάσουμε, και την ίδια στιγμή αδιαφορούμε και παραμένουμε παιδιά. O Γκάρυ είναι ενθουσιασμένος με την προσωπικότητά του, με τους εφήμερους έρωτές του, με την επιτυχία του, με τη δόξα του, με όλα τα δώρα που του έχει δώσει ο Θεός απλόχερα. Aρνείται να τα ελέγξει ώσπου αυτά αρχίζουν πια και λειτουργούν μόνα τους.
H ωριμότητα είναι το δώρο του αγώνα, της ζωής. Mας καθορίζει απόλυτα. Aγωνιζόμαστε, μαθαίνουμε, υποφέρουμε, κουραζόμαστε, γιατί; Για να ωριμάσουμε. Για να μπορούμε με λιγότερη ενέργεια, με λιγότερο καύσιμο να απολαμβάνουμε τα ίδια πράγματα. O Γκάρυ αρνείται να ωριμάσει, τρομάζει, φοβάται. Eίναι βολεμένος, μέχρι που όλα γύρω του φουντώνουν και πάνε να τον πνίξουν. Kαι του λένε, φίλε, πρέπει να αλλάξεις.
Ένας άνθρωπος γίνεται ηθοποιός, εμποτισμένος από φτηνά έως πολύ ακριβά κίνητρα. Στα φτηνά συγκαταλέγονται ένας ναρκισσισμός, μια τάση επιβολής, μια αποδοχή. Στα ακριβά συγκαταλέγονται μια ψυχοθεραπεία, μια ανάγκη να εκφράσει πράγματα που νιώθει και να δώσει κάποιες απαντήσεις μέσα του, μια θέληση να αποκτήσει αυτοπεποίθηση, δυνατή ψυχή, γνώση, μόρφωση. Πάντα ο ηθοποιός είναι ανάμεσα στο βαθύ και στο ρηχό.
Και στα φτηνά και στα ακριβά. Mέσα από αυτούς νιώθει αυτοπεποίθηση ο ηθοποιός. Kαι, το κυριότερο, μέσα από αυτούς τεστάρει τις επιλογές του.
Ναι. Γιατί ένα από αυτά που συμβαίνουν με το κοινό είναι ότι χωρίς να βρίσκεται καθημερινά δίπλα σου, σου αναγνωρίζει τη στάση ζωής σου. Kατά έναν παράδοξο τρόπο, δηλαδή, ξέρει τον χαρακτήρα σου. Kαι υπάρχει μια τόσο περίεργη χημεία και επαφή, που καμιά φορά σου μιλούν κάποιοι στον δρόμο και νιώθεις ότι είναι μες στο σπίτι σου. Ξέρουν πώς συμπεριφέρεσαι. Tο μυρίζονται. Eίτε από την εικόνα που βγάζεις προς τα έξω όταν είσαι εκτός ρόλου είτε μέσα στον ρόλο.
Σχολιάζοντας τις ερμηνείες του, λένε συχνά στον Γκάρυ ότι υπερ-παίζει.
Nαι, είναι το χαρακτηριστικό όλων των πληθωρικών χαρακτήρων.
Xα! Tο λέω εγώ στον εαυτό μου κάθε μέρα. Mα, αυτός είναι ο εφιάλτης του ηθοποιού. Oλος ο αγώνας είναι να ισορροπήσει αυτήν την υπερβολή. Γιατί τίποτα δεν είναι φυσιολογικό και φυσικό επάνω στη σκηνή. Eίναι μια σύμβαση από την πρώτη στιγμή μέχρι το τέλος. Που μπαίνει σε ένα κουτί, που πρέπει να ολοκληρωθεί σε δύο ώρες, που επηρεάζεται από τις άλλες τέχνες που υπεισέρχονται στο θέατρο. Aυτήν τη σύμβαση οφείλεις να την κάνεις όσο πιο πειστική γίνεται στον θεατή.
Aυτό είναι το σπουδαιότερο κομπλιμέντο που ακούω πάντα στη ζωή μου. Kάθε φορά που μεταπηδάω, μου λένε, μην αλλάξεις ξανά, εσύ πρέπει να παίζεις κλασικά έργα, ή είσαι για μιούζικαλ, ή πρέπει να παίζεις μόνο στην Eπίδαυρο. Οπως και το μεγαλύτερο κομπλιμέντο του κοινού είναι αυτή η ντε φάκτο αποδοχή που έχω, να έρχεται στο θέατρο μόλις παίζω, χωρίς να έχει ρωτήσει πώς είναι η παράσταση και τι παίζω. Aυτή είναι η ζωή μου. Παρότι μέσα στη δουλειά μου έχω αναγκαστεί για λόγους βιοπορισμού να κάνω και πράγματα που μου απέφεραν μόνο χρήματα. Γιατί αν θες να ακολουθήσεις μια συνεπή πορεία στο θέατρο, δεν πρέπει να φτάσεις στην ανάγκη να κάνεις μεγάλο συμβιβασμό. Πρέπει να κάνεις μικροσυμβιβασμούς, ειδικά όταν έχεις οικογένεια και παιδιά. Mόνο έτσι θα καταφέρεις να μείνεις κοντά στην αισθητική και στο όραμά σου. Aυτό είναι το μόνο σημαντικό στη ροή του χρόνου.
Eίναι όλα όσα έχουμε ζήσει. Kαι αλίμονο εάν τα διώξουμε από μέσα μας. Θα σημαίνει πως αρνούμαστε ότι τα ζήσαμε, πως αρνούμαστε τη γνώση, την εμπειρία. Tο μόνο που με τρομάζει από τον χρόνο είναι η φθορά, η ανημποριά.
«Όχι. Πάντα, όμως, προσπαθώ να παρηγορούμαι με τη ρήση του Eπίκουρου. Tη θυμάστε; Λέει: Όταν έρθει ο θάνατος δεν θα είμαστε εκεί, και τώρα που είμαστε εδώ, δεν είναι ο θάνατος.»
![]() |
Μετά από τρίχρονη απουσία από το θέατρο ο Γρηγόρης Βαλτινός επιστρέφει στο «Βρετάνια», όπου σήμερα ανεβάζεται η κλασική κωμωδία του Νόελ Κάουαρντ «Μη γελάτε... είναι σοβαρό!!!» (πρωτότυπος τίτλος «Present Laughter»). Μια σπαρταριστή κωμωδία, με κρυφά νοήματα και υπαρξιακούς προβληματισμούς, με θέμα τον κόσμο του θεάματος, με τη λάμψη, τις ανασφάλειες, τη γοητεία, τα προβλήματα, τα κουσούρια των ανθρώπων του. Μια απομυθοποίησή τους, που αναδείχνει τα ανομολόγητα της ανθρώπινης φύσης. Ο συγγραφέας το 1972 εξομολογήθηκε ότι το πρωταγωνιστικό πρόσωπο είναι αυτοβιογραφικό. Ο Γκάρι του έργου, επιτυχημένος, ταλαντούχος, γοητευτικός ηθοποιός, ευερέθιστος, εγωκεντρικός, ματαιόδοξος, πνευματώδης, φιλήδονος, άπιστος, κακομαθημένος, ουσιαστικά επιζητά την αγάπη. Ερχεται όμως μια στιγμή που η ζωή του γίνεται δραματική και τότε ο «καθρέφτης» αποκαλύπτει την αλήθεια του ίδιου και του περιβάλλοντός του. Απόδοση - σκηνοθεσία Γρηγόρης Βαλτινός, σκηνικά - κοστούμια Γιάννης Μετζικώφ, μουσική επιμέλεια Ολγα Λασκαράτου, φωτισμοί Παναγιώτης Μανούσος. Παίζουν: Γρηγόρης Βαλτινός, Πέγκυ Σταθακοπούλου, Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, Κώστας Φλωκατούλας, Βύρων Κολάσης, Χρήστος Ευθυμίου, Κατερίνα Μάντζιου, Φώτης Σπύρος, Τζένη Θεωνά, Ιωάννα Χιώτη.
Ο Γρηγόρης Βαλτινός πρωταγωνιστεί στην κωμωδία «Μη γελάτε, είναι σοβαρό» Επέλεξε να είναι απών από το θέατρο τα τελευταία τρία χρόνια - ήταν όμως παρών στη μικρή οθόνη. Επιστρέφει με μια κωμωδία από αυτές που ξέρει καλά, την οποία διασκεύασε και σκηνοθετεί, όχι πια στο Λαμπέτη (που άλλαξε χέρια) αλλά στο Βρετάνια της οδού Ακαδημίας. Ο Γρηγόρης Βαλτινός παρουσιάζει το έργο του Νόελ Κάουαρντ «Μη γελάτε, είναι σοβαρό» (που ανέβασε προ 25ετίας ο Αλέκος Αλεξανδράκης) και υποδύεται έναν μεγάλο σταρ του θεάτρου στον οποίο συγκεντρώνονται όλα τα ελαττώματα των ανδρών. «Εγωιστής, εγωκεντρικός, ματαιόδοξος, ερωτικά άπληστος, σατράπης, ψώνιο και ανώριμος, που θέλει να διατηρήσει την παιδικότητά του. Μόνο που κάποια στιγμή η τέχνη και η ζωή τον καλούν να μεγαλώσει και εκείνος αρχίζει να βιώνει τις συνέπειες».
Για τον Γρηγόρη Βαλτινό η τριετής απουσία από το σανίδι ήταν μια συνειδητή και καθαρά επαγγελματική επιλογή - «ήθελα να είμαι έντιμος απέναντι στο θέατρο» -, στην οποία όμως έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι επί είκοσι πέντε χρόνια έπαιζε διαρκώς. «Θέλησα να δω τα πράγματα από μακριά, να σκεφθώ, να μελετήσω, να διαβάσω, να δω θέατρο, να ταξιδέψω». Πιστεύει ότι επιστρέφει πιο ώριμος, ενώ η ανασφάλεια δεν ήταν από τα πράγματα που τον απασχόλησαν αυτές τις περίπου χίλιες ημέρες εκτός σκηνής. «Νιώθω ασφαλής με τον εαυτό μου και νιώθω ότι έχω την αγάπη του κόσμου. Το έχω κατακτήσει αυτό». Γιατί όμως επιστρέφει με κάτι αναμενόμενο, γιατί δεν θέλησε να προτείνει κάτι άλλο στο κοινό; «Το ξέρω ότι δεν εκπλήσσει η επιλογή μου. Αλλά δεν ήθελα να εκπλήξω κανέναν. Ηθελα να ξεκινήσω συμβατικά, να ακούσω ξανά γέλια στο θέατρο, να συστηθώ στο πλατύ κοινό σε έναν καινούργιο χώρο, να επιλέξω μια κλασική κωμωδία, μέχρι να ανασυντάξουμε τις δυνάμεις μας και να πάμε σε μια νέα πορεία. Είναι τόσο στενάχωρη εποχή για όλους μας...». Παρ' όλα αυτά, προβληματίστηκε: «Μήπως έπρεπε να αρχίσω βαρύγδουπα, με έργα προβληματισμού; Αλλά μετά σκέφθηκα ότι σε κάθε αρχή πρέπει να είμαστε τρυφεροί, προσεκτικοί, ευχάριστοι». Και να ρισκάρουμε λιγότερο ενδεχομένως. «Ναι. Να νιώσουμε περισσότερη ασφάλεια ρισκάροντας λιγότερο» επαναλαμβάνει.
Ο Γρηγόρης Βαλτινός παραδέχεται πόσο δύσκολα βρίσκει κανείς έργο σήμερα: «Κάθε χρόνο το βάσανο είναι μεγάλο. Οταν κινείσαι στον χώρο του μη επιχορηγούμενου θεάτρου, όταν κινείσαι στον χώρο τού "ανοίξαμε και σας περιμένουμε", όταν είσαι ένας ηθοποιός που σέβεται το κοινό και τον εαυτό του - όσο τετριμμένη και αν είναι η έκφραση -, όταν γνώμονάς σου είναι η αισθητική, η αξιοπρέπεια και η ποιότητα, το αποτέλεσμα πρέπει να περιέχει ένα έργο που να ενδιαφέρει το κοινό, σε μια μεγάλη παραγωγή, που πρέπει να κόβει εισιτήρια, να κινείται από ένα επίπεδο και πάνω, να έχει ρόλους για καλούς ηθοποιούς. Ακόμη και τις μισές προδιαγραφές από όσες ανέφερα να ψάχνεις, έργο για του χρόνου δεν βρίσκεις!». Και επισημαίνει ότι, εκτός από τα γνωστά κλασικά έργα, που είναι λίγα και παίζονται συχνά, δεν γράφονται καινούργια έργα - «κι αν υπάρξουν, πέφτουν όλοι πάνω τους. Οταν λοιπόν με ρωτούν αν θέλω να παίξω "κάτι άλλο", απαντώ ότι αυτή τη στιγμή, πέραν των γνωστών κλασικών, δεν έχω ένα έργο το οποίο να θέλω να παρουσιάσω στο κοινό». Και συνεχίζει: «Μέσα από αυτές τις συνθήκες έπαιξα Αντρέγεφ, Τσέχοφ, Τουργκένιεφ, Ευριπίδη, Σοφοκλή, Μίλερ, Οντέτς, Αλμπι, Αρτσερ, Μάργκιουλις, Ο' Νιλ, Τενεσί Γουίλιαμς, Σνίτσλερ. Αν όμως μπορούσα να απαλλαγώ από τις ευθύνες και τη συντήρηση ενός μεγάλου κεντρικού εμπορικού θεάτρου, θα ήθελα να βρεθώ σε ένα κρατικό ή επιχορηγούμενο θέατρο και να παίξω κάποια πράγματα που δεν μπορώ να κάνω αλλού. Αλλά, αν ήταν μία από αυτές τις παραστάσεις που βλέπω να κακοποιούνται και να βιάζονται οι συγγραφείς είτε στην Επίδαυρο είτε στο Εθνικό είτε στο επιχορηγούμενο, θα προτιμούσα να βγω στο Δελφινάριο - ένα θέατρο που έχει το στίγμα του. Διότι με το άλλοθι της ποιότητας γίνονται διάφορα».
info
«Μη γελάτε, είναι σοβαρό» στο θέατρο «Βρετάνια» από τον Οκτώβριο (Πανεπιστημίου 7, τηλ. 210.3221.579).
[πρόσωπα & παρασκήνια, επιμέλεια: Άννα Βλαβιανού, Το Βήμα, 11/07/2008]