Thursday, November 13, 2008

Τα "Δρώμενα" στο http://theatreworld.wordpress.com/

Φεύγουμε.
Έτσι για... αλλαγή!
Όλα τριγύρω αλλάζουνε και τα "Δρώμενα" θ' αφήσουν το φιλόξενο blogspot.com για το wordpress.com.
Υπήρχε η "μαγιά" της Ιωάννας.
Κι αφήνουμε τούτη τη γωνιά για ευθετότερο χρόνο.
Η νέα διεύθυνση είναι και στον τίτλο:

http://theatreworld.wordpress.com/

Εκεί, λοιπόν, περιμένουμε ειδήσεις, σχόλια κι ό,τι άλλο πιστεύει κανείς ότι θα ήταν καλό για να γίνει ένα μπλογκ του θεάτρου!!!


Αυτό δεν σημαίνει ότι το dromena.lagadinos θα παραμείνει ανενεργό.
Κάθε άλλο!
Θα είναι ένα πλούσιο αρχείο για τα θεατρικά δρώμενα.
Κι όπως θα έχετε διαπιστώσει έχουν αρχειοθετηθεί δημοσιεύματα των εφημερίδων: συνεντεύξεις, κριτικές, σχόλια, ειδήσεις, φωτογραφίες... αλλά και δικά μας σχόλια.
Είναι μια μοναδική θεατρική πηγή.

Το τέταρτο κουδούνι του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΗ

Πολύ, μα ποooλύ περίεργη ιστορία αυτά τα «θεατρικά βραβεία κοινού».

Έως «κουφή»... Για παράδειγμα, οι θεατρόφιλοι ψηφοφόροι- που αγνόησαν φέτος τον «Ηλίθιο» του Στάθη Λιβαθινού ή τη συγκλονιστική ερμηνεία της Λήδας Πρωτοψάλτη στο «Σωτηρία με λένε»- έδωσαν βραβείο γυναικείου ρόλου στην Μαρία Ναυπλιώτου για το «Βossa Νova» και ΟΧΙ για τη Ναστάζια Φιλίποβνα που ΄κανε στον «Ηλίθιο»μια Ερμηνεία, κατά γενική ομολογία, σταθμό! Τον Ίθαν Χόουκ (στη φωτογραφία)και την Ρεμπέκα Χολ- η Βίκι στο «Vicky, Cristina, Βarcelona» του Γούντι Άλεν, κόρη του σκηνοθέτη σερ Πίτερ Χολ και της σοπράνο Μαρία Γιούινγκ- θα δούμε το καλοκαίρι στην ορχήστρα της Επιδαύρου. Θα ερμηνεύσουν, αντίστοιχα, Αυτόλυκο και Ερμιόνη στο «Χειμωνιάτικο παραμύθι» του Σαίξπηρ που θα κλείσει το Φεστιβάλ Επιδαύρου- 21 και 22 Αυγούστου.

Σκηνοθέτης, άλλη μια διασημότητα: ο Βρετανός, πορτογαλικής καταγωγής, βραβευμένος με Όσκαρ Σκηνοθεσίας- για το επίσης βραβευμένο με το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας έξοχο «Αμερικανική ομορφιά» («Αmerican Βeauty»), πρώτη του (1999) δουλειά στον κινηματογράφο- Σαμ Μέντες, με εξαίρετη καριέρα και στο θέατρο- έχει σκηνοθετήσει στο Γουέστ Έντ, στον Βασιλικό Σαιξπηρικό Θίασο, στο Βασιλικό Εθνικό Θέατρο ενώ απ΄ το ΄92 και για μια δεκαετία διετέλεσε ιδιαίτερα επιτυχημένος καλλιτεχνικός διευθυντής του «Ντόνμαρ Γουέρχαουζ»- και σύζυγος της Κέιτ Γουίνσλετ.

Η παράσταση, συμπαραγωγή του «Ολντ Βικ»- καλλιτεχνικός διευθυντής του, ο Κέβιν Σπέισι (φωτογραφία), πρωταγωνιστής και βραβευμένος με Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του ακριβώς στο «Αmerican Βeauty»-, της Μουσικής Ακαδημίας του Μπρούκλιν και της εταιρείας θεατρικών παραγωγών «Νιλ Στριτ Προντάξιονς» της οποίας συνιδρυτής είναι ο Μέντες, αποτελεί το δεύτερο μέρος ενός δίπτυχουτο πρώτο είναι ο «Βυσσινόκηπος» του Τσέχωφ-, πρώτου καρπού τού τριετούς προοπτικής διατλαντικού «Σχεδίου Γέφυρα» («Τhe Βridge Ρroject») για το οποίο συμβλήθηκαν οι τρεις εταίροι. Και σύμφωνα με το οποίο, επί τρία χρόνια θα ετοιμαστούν τρία δίπτυχα με μεικτό βρετανοαμερικανικό θίασο που θα παρουσιάζονται στην Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο αλλά και σε διεθνή περιοδεία, σε φεστιβάλ ή θεατρικούς οργανισμούς που θα συμμετάσχουν στην παραγωγή- όπως το Ελληνικό Φεστιβάλ φέτος. Το δίπτυχο «Βυσσινόκηπος» (σε νέα προσαρμογή του Τομ Στόπαρντ)/ «Χειμωνιάτικο παραμύθι» θα δώσει την πρεμιέρα του τον Ιανουάριο στην Νέα Υόρκη, θα παιχτεί στην Σιγκαπούρη, στο Όκλαντ της Νέας Ζηλανδίας, στην Μαδρίτη και στο Ρέκλινγκχάουζεν της Γ ερμανίας πριν φτάσει στο Λονδίνο, στο «Ολντ Βικ», τον Μάιο. Αμέσως μετά τη λήξη των εκεί παραστάσεών του το «Παραμύθι» θα παιχτεί στην Επίδαυρο.

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν τέσσερα ακόμα μεγάλα ονόματα του βρετανικού και του αμερικανικού θεάτρου: Σάιμον Ράσελ Μπιλ (Λεόντιος) με τον οποίο ο Σαμ Μέντες συνεργάζεται συχνά, Σινάιντ Κιούσακ (Παυλίνα)η σύζυγος του Τζέρεμι Άιρονς-, Ρίτσαρντ Ίστον (Γέρος Βοσκός και Χρόνος) και Τζος Χάμιλτον (Πολύξενος).

Ο Σαμ Μέντες (φωτογραφία) είχε επιχειρήσει ένα ανάλογο δίπτυχο- «Θείος Βάνιας» του Τσέχωφ/ «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ- το 2002 αποχαιρετώντας το «Ντόνμαρ», παράσταση που στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία και με βραβεία, μεταξύ των οποίων το «Λόρενς Ολίβιε», και που μεταφέρθηκε στην Ακαδημία του Μπρούκλιν.

Αξίζει να σημειωθεί πως το «Χειμωνιάτικο παραμύθι» παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο και το 1988 απ΄ το Εθνικό Θέατρο της Βρετανίας, σε σκηνοθεσία τού- αποχωρούντος τότε καλλιτεχνικού διευθυντή του- Πίτερ Χολ ως ένα απ΄ τα τρία έργα ενός τρίπτυχου με τα ύστατα έργα του Σαίξπηρ- τις άλλες δυο βραδιές παίχτηκαν «Η τρικυμία» και ο «Κιμβελίνος».

«Ο πρόεδρος, δυο γαλοπούλες και εκλογές το Νοέμβριο»: έτσι αποφάσισαν να «μετασχηματίσουν»- μπρρρρ...- τον τίτλο «Νοέμβριος» του έργου του Ντέιβιντ Μάμετ που παίζεται στο «Εμπορικόν»- η σκηνοθεσία του Χρήστου Χατζηπαναγιώτη.

Δεν τα πάει καλά στο ταμείο η παράσταση και- λύση πανικού- άλλαξαν τον τίτλο. Αλλά «Ο πρόεδρος, δυο γαλοπούλες και εκλογές το Νοέμβριο»; Για όνομα! Σαν ελληνικός τίτλος κωμωδίας του Λουί ντε Φινές απ΄ τα βάθη της δεκαετίας του ΄60... Έτσι, δηλαδή, τον βρίσκουν πιο τραβηχτικό; Μα μπροστά του ωχριά ακόμα και το «Ο τσάρος Σαλτάν, η όμορφη τσαρέβνα και ο μαγεμένος κύκνος» της Παιδικής Σκηνής της Λυρικήςστη διασκευή για παιδιά απ΄ την all time classic Κάρμεν Ρουγγέρη της όπερας του Ρίμσκι- Κόρσακοφ «Το παραμύθι του τσάρου Σαλτάν»...

Κι άμα μπει ο Δεκέμβριος- που έγιναν πια κι οι αμερικάνικες εκλογές- πώς θα το πούνε;«Ο πρόεδρος, δυο γαλοπούλες και καλά Χριστούγεννα μετά τον Νοέμβριο»; Άντε και καλά κρασά...

Να το μάθει ο Μάμετ που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου στην άλλη όχθη του Ατλαντικού και να γυρίσει το μάτι του ανάποδα...

Η Ναταλία Καποδίστρια θα ΄ναι, τελικά, η Αγαύη στις «Βάκχες» που ετοιμάζει η Ρενάτε Τζετ για τον Δημήτρη Τάρλοου στο «Πορεία». Κι όχι η Αγλαΐα Παππά που ΄χε αρχικά αναλάβει το ρόλο, όπως προ μηνών σας έγραφα.

Δυο άγνωστα - αλλά ταλαντούχα- κορίτσια ηθοποιοί- η Άρτεμις Μάνου και η Γεωργία Παρασχάκη-, ένας πρωτάρης νεαρός σκηνοθέτης- ο Πάρης Ψάφος- και στο υπόγειο του «Ράγες» έχουν κάνει μια εξαιρετική λεπτοδουλειά- έξοχη και η σκηνογραφική/ ενδυματολογική δουλειά του Άγγελου Μιχαηλίδη και η μουσική του Μάριου Μπιτσάνη- πάνω στο ανάλαφρο έργο της Κατρίν Αν «Τίτα- Λου» (βασική φωτογραφία). Αφρός!

Σας έγραφα στο «Τέταρτο Κουδούνι» της περασμένης Πέμπτης για το «Τρίπτυχο» του Χάινερ Μίλερ που ΄δα στις τουαλέτες του «Βios» σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Μπίτουκαι πόσο ενδιαφέρουσα βρήκα την παράσταση.

Έμαθα και παρασκήνιο όμως. Πως, απ΄ τους δυο νέους ηθοποιούς που παίζουν, ηυπέροχης ελληνικής ομορφιάς- Ειρήνη Δράκου είναι γυμνάστρια και διδάσκει σε ιδιωτικό σχολείο, ενώ ο Πρόδρομος Τσινικόρης (φωτογραφία), απόφοιτος του Τμήματος Θεάτρου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στην κατεύθυνση υποκριτικής, στέλεχος της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης» που παίζει και τον Εσθονό«Ταλινεσθονία»...- Γιούρι στο «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του Άκη Δήμου στο θεσσαλονικιώτικο ανέβασμα του έργου απ΄ τον Γιάννη Μόσχο, ανεβοκατεβαίνει ΔΥΟ φορές- τέσσερα ταξίδια- τη βδομάδα απ΄ την Θεσσαλονίκη, με το τρένο, για να ξεσκατίσουν, μαζί με τη συνάδελφό του και το σκηνοθέτη πριν από ΚΑΘΕ παράσταση τις τουαλέτες κι ύστερα να καταθέσουν εκεί την ψυχή τους.

Το βρίσκω- στις μέρες μας- πολύ συγκινητικό. Τουλάχιστον...

Θα τα ξαναπούμε Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου.

Οι εραστές της Βερόνας και η μαφία


Από τα πιο αναγνωρισμένα μπαλέτα της διεθνούς σκηνής, με ρεπερτόριο που κινείται μεταξύ του μοντέρνου μπαλέτου και του πρωτοποριακού χοροθεάτρου, το Μπαλέτο του Εθνικού Θεάτρου της Πράγας έρχεται στο Θέατρο Badminton από τις 19 Νοεμβρίου, μ' ένα πρόγραμμα αφιερωμένο σε δύο σπουδαίους χορογράφους της εποχής μας: τον Πετρ Ζούσκα και τον Γιούρι Βάμος.

«Solo for Three», σε χορογραφία Πετρ Ζούσκα
* Ο πρώτος, που είναι και καλλιτεχνικός διευθυντής του Μπαλέτου της Πράγας την τελευταία 5ετία, δημιούργησε το «Solo for Three», ένα μοντέρνο, βαθιά συγκινητικό χοροθέατρο, εμπνευσμένο από τις ζωές και τα τραγούδια τριών πολυδιάστατων, μυθικών καλλιτεχνών: του Βέλγου Ζακ Μπρελ (1929-1978), του Τσέχου Καρέλ Κριλ (1944-1994) και του Ρώσου Βλαντιμίρ Βισότσκι (1938-1980). Καθένας από αυτούς, με τη διαδρομή του στο τραγούδι, την ποίηση ή το θέατρο, επηρέασε καλλιτεχνικά, αισθητικά και ιδεολογικά τις δεκαετίες του '60 και του '70 στη χώρα του κι έγινε σύμβολο για ολόκληρο το νεανικό κίνημα της Ευρώπης.

Δεν ήταν αυτό το μοναδικό κοινό τους σημείο· και οι τρεις συνάντησαν την ίδια τραγική μοίρα του πρόωρου θανάτου πριν κλείσουν τα 50 τους χρόνια. Στην παράσταση, ακούγονται οι φωνές των τριών τροβαδούρων και 43 ποιήματα και τραγούδια τους (μεταφρασμένοι στα ελληνικά, οι στίχοι θα προβάλλονται σε υπέρτιτλους). Στο χοροθέατρο «Solo for Three» παίρνουν μέρος 25 χορευτές. Θα παρουσιαστεί στο Μπάντμιντον, από τις 19 έως τις 23 Νοεμβρίου.

«Ρωμαίος και Ιουλιέτα», σε χορογραφία Γιούρι Βάμος
* Ο δεύτερος χορογράφος, που τιμάται από το Μπαλέτο του Εθνικού Θεάτρου της Πράγας, είναι ο Γιούρι Βάμος, σημερινός διευθυντής της Deutsche Oper am Rhein κι ένας από τους μόνιμους συνεργάτες του Μπαλέτου της Πράγας. Αυτός είδε με εντελώς καινούργια ματιά το διάσημο μπαλέτο του Σεργκέι Προκόφιεφ και την κλασική ερωτική ιστορία «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σέξπιρ. Το νεαρό ζευγάρι δεν ερωτεύεται στη Βερόνα του 1500, αλλά στα σοκάκια μιας ιταλικής πόλης στις αρχές του 1930, όταν η μαφία οργιάζει. Η χορογραφική ανάγνωση του Βάμος, με τη συμμετοχή 50 χορευτών, είναι μοντέρνα, δυναμική και αισθησιακή. Το μουσικό μέρος αποδίδουν 70 μουσικοί της Συμφωνικής Ορχήστρας του Εθνικού Θεάτρου της Πράγας, υπό τη διεύθυνση του Σεργκέι Πολουέκτοβ. Στο Μπάντμιντον παρουσιάζεται από τις 26 έως τις 30 Νοεμβρίου.

* Τα εισιτήρια για το «Solo for Three» κοστίζουν από 58 έως 28 ευρώ και 15 ευρώ το φοιτητικό. Για το μπαλέτο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» κοστίζουν από 75 έως 25 ευρώ και 15 ευρώ το φοιτητικό. Προπωλούνται ήδη στα Virgin Megastores.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 13/11/2008

Το Εργατικό Κόμμα κάνει μπίζνες

Η «Γεθσημανή» του Ντέιβιντ Χέαρ στ' άδυτα της Ντάουνινγκ Στριτ
ΕΠΙΜ: Β.ΓΕΩΡΓ., ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 13/11/2008

Η ιδεαλίστρια Λόρι (Νίκολα Γουόκερ) και η ναρκομανής κόρη της υπουργού Εσωτερικών (Τζέσικα Ρέιν) σε μια σκηνή της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου και ο Ντέιβιντ Χέαρ: πάντα σοσιαλιστής και πληγωμένος
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βρετανός θεατρικός συγγραφέας Ντέιβιντ Χέαρ εμπνέεται από το Εργατικό Κόμμα. Το 1993 στο «The Absence of War» αναφερόταν στην ήττα του στις εκλογές του 1992 και ο βασικός του πρωταγωνιστής ήταν ο... Νιλ Κίνοκ, αν και με άλλο όνομα.

Εδώ και λίγες μέρες ξαναχτυπά και πάλι από τη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας. Το νέο του έργο («Γεθσημανή») είναι, όπως γράφει ο Μάικλ Μπίλινγκτον στην «Γκάρντιαν», η «κραυγή απελπισίας ενός ρομαντικού σοσιαλιστή απέναντι στον διευθυντικό πραγματισμό των μοντέρνων κυβερνήσεων και στον διαχωρισμό πολιτικής και οράματος». Το θέμα του είναι απλό: το Εργατικό Κόμμα στην αγωνία του να χρηματοδοτήσει τις δραστηριότητές του (στη Μεγάλη Βρετανία τα κόμματα δεν έχουν, όπως τα δικά μας, κρατικές επιδοτήσεις) πουλάει την ψυχή του στο διάβολο και μετατρέπει τη διακυβέρνηση της χώρας σε άσκηση δικής του επιβίωσης.

Πάνω στη σκηνή του Cotesloe συναντώνται πολιτικά και μη πρόσωπα. Βασική ηρωίδα είναι η Λόρι, μια ασυμβίβαστη ιδεαλίστρια πρώην δασκάλα, ο σύζυγος της οποίας αρχίζει να δουλεύει στον πλευρό του Οτο, στελέχους επιφορτισμένου με την εξασφάλιση πόρων για το Εργατικό Κόμμα. Οι ζωές τους συναντώνται με εκείνες της υπουργού Εσωτερικών, του μπλεγμένου σε οικονομικά σκάνδαλα συζύγου της και της εξαρτημένης από ναρκωτικά κόρης τους, που είχε κάποτε τη Λόρι για μέντορά της.

Η πρώην δασκάλα είναι η μόνη με συνείδηση και ιδεολογική αγνότητα. Προσπαθεί να σώσει τη ναρκομανή κόρη της υπουργού (τα παιδιά είναι τα πρώτα θύματα ενός άτεγκτου συστήματος συναλλαγής, μοιάζει να λέει ο Χέαρ) και συγκρούεται με τον κυνικό Οτο. Όταν προσπαθεί να την πείσει ότι μια κυβέρνηση πρέπει να έχει ρεαλισμό και ότι τα χρήματα συγκεντρώνονται στα ταμεία του κόμματος έπειτα από προσωπικές επαφές του πρωθυπουργού με επιχειρηματίες, απαντά σοκαρισμένη: «Είναι σαν να ανέλαβε μια ομάδα ανθρώπων τη διαχείριση των πραγμάτων και όλοι οι υπόλοιποι μένουμε στην άκρη, αδύναμοι να αντιδράσουμε, όπως σ' ένα αυτοκινητικό δυστύχημα».

Σύμφωνα με την «Γκάρντιαν», η κορυφαία σκηνή του έργου εκτυλίσσεται στην Ντάουνινγκ Στριτ μεταξύ του πρωθυπουργού και της υπουργού του. Αυτός προσπαθεί να εκμαιεύσει την παραίτησή της, κι εκείνη τον «κρατά» με μαεστρία από την αχίλλειο πτέρνα του, τις ύποπτες σχέσεις του με επιχειρηματίες.

Η «Γεθσημανή» είναι το 14ο έργο του Χέαρ που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας (εδώ, άραγε, θα συνέβαινε εύκολα κάτι τέτοιο;). Μέσα στη σεζόν θα δούμε, πάντως, στο «Απλό Θέατρο» την «Ανάσα ζωής» σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα. Ο Χέαρ είναι γνωστός στην Ελλάδα από τη δεκαετία του '80, που το Θέατρο Τέχνης ανέβασε το «Πράβντα». Εχουν ακόμα ανεβεί τα έργα του «Μπλε δωμάτιο», «Γυάλινος ουρανός», «Η άποψη της Εϊμι» κ.ά.

Gethsemane

Cottesloe Theatre, London

Nicola Walker and Jessica Raine in Gethsemane, Cottesloe theatre, London

Alienation and impotence ... Nicola Walker and Jessica Raine in Gethsemane. Photograph: Tristram Kenton

David Hare's new play Gethsemane transcends the publicity. It has been touted as a juicy piece about Labour's cash-for-honours problems. It turns out to be much richer than that - the despairing cry of a socialist romantic at the managerial pragmatism of modern government and at the separation of politics from vision.

Gethsemane
by David Hare
Cottesloe Theatre,
London
SE1 9PX
Until February 24 2009
Box office:
020-7452 3000
Venue website

It stands comparison with Hare's very best work. His theme is the intersection of business, media and politics; and he illustrates this with a plot of pleasing complexity. It starts with Mike, a former civil servant married to an uncompromising ex-teacher, joining the staff of Labour fund-raiser Otto Fallon.

The story switches to the dilemma confronting home secretary Meredith Guest, coping with a drug-dependent daughter and a dodgy entrepreneurial husband facing criminal charges. The story's separate strands deftly intertwine as we learn Otto has used his influence to get Meredith's daughter, Suzette, out of trouble, and that Mike's wife, Lori, was once her mentor. On top of all that, 16-year-old Suzette has been part of a gang-bang involving a member of the fourth estate.

This is a rich mix; and one hears echoes of Hare's former plays - above all, Skylight, in which an East End teacher confronted a plutocratic restaurateur. Here it is Lori who acts as the moral conscience and who, trying to rescue the hapless Suzette, also engages in a stand-off with the influential Otto.

He tries to recruit her, explaining that government is simply based on "what works", and that money is raised through encounters between businessmen and the premier. Loris is appalled and declares it's as if "a group of people have taken over the running of things and the rest of us are standing by, powerless, watching, like at a car crash".

This is Hare's real theme: the alienation and impotence of idealists who see the party, in which they once invested so much hope, pimping for funds and turning governance into a form of survival. You could argue Hare never addresses the difficult question of how, in the absence of state funding, parties are meant to finance their activties; and there is an also an element of naivete about Mike, who, having joined Otto's team, eventually indulges in hand-wringing agony about its dubious practices.

But Hare is definitely onto something: the sense that a Labour government, above all, should be driven by something higher than a desire to get into bed with big business.

What also gives the play its life is Hare's understanding of how politics works. The best scene shows the beleaguered home secretary finally getting an audience with the PM. The latter is seen playing his drum kit.

What follows is an episode worthy of Granville Barker's Waste in which the icily manipulative leader tries to steer his minister into resigning. She, however, plays her cards with great skill, and aims unerringly at his achilles heel: his allegiance to wealth rather than his core voters. As played by the coolly resolute Tamsin Greig and the tactically resourceful Anthony Calf, the scene carries the authentic smell of Downing Street battles.

Howard Davies's beautifully marshalled production contains any number of good performances. Stanley Townsend lends Otto, who started as a Hendon hairdresser, exactly the right bumptious arrogance. Nicola Walker as Lori fulfils the role of truth-teller in a world of hypocrisy. Jessica Raine as Suzette reveals how politicans' children are of the system's first victims. And Pip Carter gives a neat cameo as Otto's svelte aide-de-camp.

But the real pleasure of the play lies in its analysis of the malaise at the heart of government. What, in particular, is a Labour government for, if its doesn't carry within its portfolio a map of Utopia? That is Hare's challenge and it demands an answer.

· This article was amended on Thursday November 13 2008 to correct a homophone.


What to say about … David Hare's Gethsemane

Everyone's talking about Hare's new play at the National, but there's no need to remain tight-lipped if you haven't seen it. Pick and mix these quotes from the critics

Tamsin Greig and Anthony Calf in Gethsemane, Cottesloe theatre, London

A weighty production ... Tamsin Greig and Anthony Calf in David Hare's Gethsemane. Photograph: Tristram Kenton

"Good old David Hare," you exclaim. "You can always rely on him to make theatre relevant. Political. Now."

There was his powerful indictment of how government castrated the railways in The Permanent Way. Stuff Happens dished the dirt on Bush and Blair's handling of Iraq. And then "Britain's most polemical dramatist" (Guardian) took his attack on the Iraq war, The Vertical Hour, to Broadway with director Sam Mendes. When it comes to politics, you wryly quip, Hare cuts it.

To prove your point, you wave the broadsheet papers in your friends' faces. The reviews of his latest play Gethsemane, which again rips into Tony and his cronies, aren't in the arts pages. Oh no. They're on the Guardian's front page, and in the news sections of the Times and Independent. That's because this important play is "a despairing cry of a socialist romantic at the managerial pragmatism of modern government and at the separation of politics and vision," as Michael Billington puts it.

Gethsemane's "plot of pleasing complexity" (Guardian) takes in scandal at the heart of government. There's a cabinet minister whose businessman husband is facing trial for iffy deals; a fundraiser whose tactics could embarrass the party; and a PM who Benedict Nightingale in the Times describes as espousing "religion but [who] actually sees Downing Street as a stepping-stone to big worldly things, meaning loads of cash". Nightingale says his "natural tact" and "fear of libel" stop him from saying who these people actually resemble, but you, like Alice Jones in the Independent, have no such fear. "Half the fun," you say, "comes from spotting the parallels - a Jowell jibe here, a Deripaska dig there."

None of this, though, makes the playwright immune from criticism and you'll earn some respect by picking a few holes in his style. So say that the "weird way Hare thinks people talk" with their "repetitive ticks [sic] and neat aphorisms add up to an unconvincing play" (Independent) and his inclination "to idealise and sometimes sentimentalise intelligent self-sacrificing women" - as he does here with the schoolteacher Lori, who is "too obviously the play's beating heart" (Times) - means that parts of the drama "don't wash". You're in your stride now. "Increasingly, Hare's plays are beginning to seem more like lessons in civics, politics and morality rather than gripping dramas with characters who actually take us by surprise," you say, which happens to be what Charles Spencer in the Telegraph also thinks.

Aware that you might be getting a little too heavy-handed, you qualify that harder line by saying that "what also gives the play its life is Hare's understanding of how politics works. The best scene shows the beleaguered home secretary finally getting an audience with the PM. The latter is seen playing his drum kit." As the home secretary, Tamsin Greig is "coolly resolute" (Guardian) and "tough but vulnerable" (Times).

To anyone who argues, as Spencer does, that they tire of Hare's "urbane and condescending tone" and that this is "more like a dramatisation of a lengthy article in the New Statesman", hit back with Billington's line: this play is an "analysis of the malaise at the heart of government." And then, in case no one had noticed, assert that its title references the place where great ideals were sold for a bribe of 30 pieces of silver - or was it a knighthood?

Do say: New Labour, new drama

Don't say: I thought Tony Blair played the guitar?

Reviews reviewed: A new spin on political theatre

Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ντεμπουτάρει στο θέατρο


Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 13/11/2008

Στο «χείλος» ενός διεθνούς οικονομικού κραχ, που έκανε τον Μαρξ μπεστ-σελερίστα ακόμα και στη «μητέρα» του καπιταλισμού, την Αμερική, η Έλενα Πατρικίου θεατροποίησε το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» του. Δύσκολο, οριακό, παρακινδυνευμένο το εγχείρημα; Ο,τι και να πείτε, δίκιο θα έχετε. Όμως, η παράσταση με τίτλο «Μανιφέστο», που ανέβηκε στο «Θέατρο της Άνοιξης» από την ομάδα «Υποβολέας» σε δική της μετάφραση, δραματουργία και σκηνοθεσία, είναι μια υπόθεση βιωματική που ξεκινά απ' τα ευαίσθητα χρόνια της εφηβείας της.

Τον θεατρικό μοντερνισμό του Μπρεχτ και του Πισκάτορ υιοθέτησε η Πατρικίου στη θεατρική μεταφορά του «Μανιφέστου»
Το «Μανιφέστο» η Πατρικίου το πρωτοδιάβασε 14 ετών, ενώ ετοιμαζόταν, όπως λέει, να δώσει «εισαγωγικές εξετάσεις» στην οργάνωση «Ρήγας Φεραίος».

«Υποθέτω πως κάθε κομμουνιστής κρατά σε ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο της προσωπικής του ιστορίας τη στιγμή που πρωτοδιάβασε το "Μανιφέστο". Εκτοτε όμως δεν το ξανάγγιξα», αποκαλύπτει. «Και μπορεί εδώ και 160 χρόνια να σημαδευόμαστε ανεξίτηλα από το "Μανιφέστο", αλλά δεν το ομολογούμε. Είναι το "εύκολο" κείμενο της μαρξιστικής φιλολογίας, και οι κομμουνιστές, ως γνωστόν, δεν παρασύρονται απ' τις ευκολίες ούτε ενδίδουν στις απολαύσεις! Το "Μανιφέστο", όμως, όπως το αντιλαμβάνομαι τώρα, είναι, κατ' αρχάς, μία πολύ μεγάλη απόλαυση».
  • Πώς πήρατε όμως την απόφαση να το ανεβάσετε στη σκηνή; Δεν είναι ένα μεγάλο ρίσκο;
«Την πήρα όταν πριν από τρία χρόνια έπεσα τυχαία πάνω στη γαλλική μετάφραση της Λόρας Μαρξ Λαφάργκ και ανακάλυψα ένα κείμενο τελείως διαφορετικό από το στεγνό και άνυδρο που γνώριζα. Κι όταν άρχισα να το μεταφράζω -γιατί καμιά ελληνική μετάφραση δεν αποδίδει ούτε τους ρυθμούς ούτε την ποίησή του- σιγουρεύτηκα πως έχει μία εντελώς ιδιαίτερη θεατρικότητα, που άξιζε τον κόπο να αναδειχθεί. Βεβαίως, είναι ένα ρίσκο τεράστιο -θεατρικό και προσωπικό. Αλλά δεν μπόρεσα να του αντισταθώ».
  • Πού ακριβώς εντοπίζεται η θεατρικότητα του κειμένου;
«Στο γεγονός πως το ίδιο το κείμενο υποδύεται έναν ρόλο».
  • Δηλαδή;
«Μέχρι τη στιγμή που ο Ενγκελς προτείνει στον Μαρξ το κείμενο να τιτλοφορηθεί "Κομμουνιστικό Μανιφέστο", η λέξη "Μανιφέστο" σήμαινε: εξαγγελίες των ηγεμόνων προς τους υπηκόους. Αρα, το "Μανιφέστο" υποδύεται μία εξουσία την οποία δεν έχει, προκειμένου να διακηρύξει μία θέληση που ακόμα δεν έχει συγκροτηθεί. Το "Μανιφέστο" μιλάει απ' τη σκοπιά του προλεταριάτου -αλλά και πάλι προλεταριάτο με την έννοια της συγκροτημένης τάξης δεν υπάρχει το 1848. Θέλοντας να δημιουργήσει αυτήν την ενσυνείδητη τάξη, το "Μανιφέστο" υποδύεται τον ρόλο της, σαν να υπάρχει ήδη».

«Δεν είμαι μαρξίστρια. Είμαι απλώς ένας άνθρωπος σημαδεμένος από τη μαρξιστική σκέψη», λέει η Ελενα Πατρικίου
  • Με άλλα λόγια, δεν χρειάστηκε να διασκευάσετε τίποτα;
«Το κείμενο δεν το "πειράξαμε". Και είναι αυτονόητο ότι δεν διανοήθηκα να το διασκευάσω. Ο Μπρεχτ που το επιχείρησε έσπασε τα μούτρα του. Σκεφτείτε τι θα πάθαινα εγώ!»
  • Αφού το «Μανιφέστο» υποδύεται τον ρόλο των προλεταρίων, να συμπεράνω ότι αυτοί είναι και οι σκηνικοί σας χαρακτήρες;
«Για να παιχτεί το "Μανιφέστο" δεν χρειάζεται να υποδυθούμε ούτε τους κομμουνιστές ούτε τους προλετάριους ούτε τους μαρξιστές. Οι "σκηνικοί ήρωες" είναι οι ηθοποιοί που παίζουν το "Μανιφέστο με τους τρόπους και τις δυνατότητες της θεατρικής τέχνης -δεν κρύβουν πως είναι ηθοποιοί».
  • Η σκηνοθετική προσέγγισή σας είναι, σύμφωνα με το δελτίο Τύπου, «μπουρλέσκ, κλοουνέσκ, τσιρκολάνικη και καμπαρετζίδικη». Δεν φοβηθήκατε ότι εγκυμονεί τον κίνδυνο της γελοιοποίησης ενός ιστορικού κειμένου;
«Το "Μανιφέστο" προαναγγέλλει μια επανάσταση και, στο επίπεδο της λογοτεχνίας, πραγματοποιεί μια επανάσταση. Σκηνοθετικά χρησιμοποιήσαμε τους τρόπους μέσα απ' τους οποίους το θέατρο κάνει τη δική του επανάσταση στην εικοσαετία 1910-1930. Ο Μπρεχτ, ο Μέγιερχολντ, ο Πισκάτορ, ο Βαχτάνγκοφ στρέφονται στο λαϊκό θέαμα του δρόμου, στο καμπαρέ, στο τσίρκο, στους κλόουν, στο μπουρλέσκ για να επανακαλύψουν την ουσία της θεατρικής τέχνης. Βρίσκω ότι αυτός ο θεατρικός μοντερνισμός ταιριάζει, αισθητικά και ιδεολογικά, στο "Μανιφέστο". Επιπλέον, μας επιτρέπει να το δούμε μέσα από μία απόσταση, με την μπρεχτική έννοια του όρου. Αν τώρα κάποιοι θεωρήσουν πως έτσι υπονομεύω το κείμενο, ή πως επειδή αγαπάω και εκμεταλλεύομαι θεατρικά το καυστικό χιούμορ του Μαρξ τον "αποδομώ", τι να κάνουμε».
  • Η παράστασή σας απευθύνεται στους κομμουνιστές, στους προλετάριους ή στοχεύετε και στους δεξιούς;
«Το εργατικό κοινό παραμένει ένα ζητούμενο. Θα ήθελα πολύ να έρθουν εργάτες στο θέατρο. Αλλά στην Ελλάδα ζω κι εγώ το δράμα της ανανεωτικής Αριστεράς. Υποθέτω πως και οι δεξιοί πρέπει να δουν την παράσταση, γιατί είναι ωραία. Θα χάσουν αν δεν τη δουν».
  • Αποφασίσατε να ανεβάσετε το «Μανιφέστο» σε μια συγκυρία, που ο Μαρξ είναι της μόδας και τον ξαναδιαβάζουν ακόμη και δεξιοί αναλυτές-θεωρητικοί.
«Η συγκυρία αυτή είναι άδικη για μένα. Οταν ξεκίνησα να δουλεύω πέρσι το "Μανιφέστο", οι περισσότεροι με κοίταγαν σαν να είχα πέσει από τον Αρη. Τώρα όλοι εκστασιάζονται. Λένε: "Τι επίκαιρο!". Η συγκυρία είναι όμως άδικη και για το "Μανιφέστο", που είναι δραματικά επίκαιρο εδώ και 20 χρόνια· απ' τη στιγμή που ξανάρχισαν στην Ευρώπη οι μαζικές απολύσεις, οι μεταφορές εργοστασίων στον Τρίτο Κόσμο και η σιωπή της Αριστεράς άφησε ελεύθερο το ιδεολογικό πεδίο στον φιλελευθερισμό και τη φετιχοποίηση της αγοράς. Αργά τον ξαναθυμήθηκαν τον Μαρξ όσοι στρέφονται σήμερα σ' αυτόν. Αλλά μη με βάζετε να κάνω αστείες δηλώσεις. Δεν είμαι μαρξίστρια. Είμαι απλώς ένας άνθρωπος σημαδεμένος απ' τη μαρξιστική σκέψη».

* Στο «Μανιφέστο» παίζουν οι Χαρά Γαλενιανού, Ασαντούρ Γουντικιάν, Μυρτώ Καμηλάκη, Γ. Κουφαλέξης, Πατρίσια Λάζου, Λ. Παπαβασιλάκης, Βιβή Πηνιώτη και Τ. Σωτηράκης. *


Όταν γίνεσαι αριστερός, χάνεις την αθωότητά σου

«Δεν μπορούμε να διαβάσουμε αθώα το Κομμουνιστικό Μανιφέστο», πιστεύει η Ελενα Πατρικίου. «Απ' τη στιγμή που επιλέγει κάποιος να είναι αριστερός, οιασδήποτε τάσης, χάνει την αθωότητά του. Δεν γίνεται μόνον μέτοχος της ηρωικής αυτοθυσίας, που επέδειξαν γενιές κομμουνιστών. Γίνεται συμμέτοχος και της ενοχής. Ολη αυτή η φριχτή ιστορία αλληλοεξοντώσεων, αλληλοσπιλώσεων, όλη η αλαζονεία του "εμείς οι κομμουνιστές είμαστε πλασμένοι από ξεχωριστή ύλη", που έλεγε ο Στάλιν, μας στοιχειώνει. Και ζητώ από το "Μανιφέστο" να με στηρίξει για να μετατρέψω την ενοχή σε υπευθυνότητα!»

Amor Omnia Vincit

Amor Omnia Vincit

Μια νύχτα στην Κοπεγχάγη … τρεις συναρπαστικές προσωπικότητες
… σε συνταρακτικές αποκαλύψεις

Τη φετινή χειμερινή σεζόν (έναρξη Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008) η Κεντρική Σκηνή του θεάτρου ΑΡΓΩ ανεβάζει την παράσταση "Amor Omnia Vincit" ('Η αγάπη νικά τα πάντα'), σε παραγωγή της καλλιτεχνικής εταιρείας ΑΡΓΩ. Το έργο της παράστασης έχει γράψει ο Σουηδός συγγραφέας Per Olov Enquist (Περ Όλοφ Ένκβιστ), πρωτότυπος τίτλος "Fran regnormarans liv" ('Από τη ζωή των σκουληκιών της βροχής').

Τρεις σημαντικές προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών της Ευρώπης, συναντιούνται ένα βράδυ στην Κοπεγχάγη, κάτω από την ίδια στέγη. Η βραδιά θα εξελιχθεί, πέρα από τις προσωπικές αντιπαλότητες, το διάχυτο χιούμορ και τις συναρπαστικές εκμυστηρεύσεις και αποκαλύψεις.

Παράλληλα, μια σειρά από καυτά διαχρονικά ερωτήματα, `θα τεθούν στο τραπέζι`, σε μια "μάχη" απόψεων και ιδεών με πάθος και διαβρωτική ειρωνεία: Για τον έρωτα, τη λογοτεχνία, τις ανθρώπινες σχέσεις, το θέατρο, τη ζωή και το θάνατο, την ανθρώπινη μοναξιά. Όπως και για το αν η δύναμη της αγάπης μπορεί πράγματι να υπερνικήσει τα πάντα, ή απλά να χρησιμεύσει ως κρησφύγετο στων "σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία".

Τα τρία (3) αυτά πρόσωπα είναι ο πασίγνωστος Δανός συγγραφέας Hans Christan Andersen (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν), η μεγάλη Δανή ηθοποιός Johanne Luise Heiberg (Γιοχάννε Λουίζ Χάιμπεργκ) και o σπουδαίος Δανός κριτικός και ποιητής Johan Ludvig Heiberg (Γιόχαν Λούντβιχ Χάιμπεργκ.)

Τη μετάφραση του έργου έχουν κάνει οι: Νίκος Κιούρτης-Δημήτρης Ιωάννου. Την παράσταση σκηνοθετεί ο Δημήτρης Ιωάννου, Σκηνικά-κοστούμια η Ιωάννα Μανωλεδάκη, και παίζουν οι ηθοποιοί: Αιμιλία Υψηλάντη, Δημήτρης Παπάζογλου, Ζαχαρούλα Οικονόμου και Στέλιος Γούτης.

Χειμώνας... πολλών αστέρων

Με όχημα το ανακαινισμένο Δημοτικό Θέατρο «Αστέρια» οι Σερραίοι υποδέχονται ένα μεγάλο Φεστιβάλ


Αυτές τις μέρες η πόλη των Σερρών βιώνει κάτι πρωτόγνωρο. Καλλιτεχνική δημιουργία, έκφραση, παραγωγή και κατάμεστες αίθουσες από νεαρούς φιλότεχνους κι όχι μόνο Σερραίους. Κι όμως δεν είναι καλοκαίρι. Με «όχημα» ένα πλήρως ανακατασκευασμένο και υπερσύγχρονο χώρο πολιτισμού, το Δημοτικό Θέατρο «Αστέρια», οι Σέρρες υποδέχονται για πρώτη φορά ένα μεγάλο χειμωνιάτικο Φεστιβάλ. Πλούσιο σε θέατρο, μουσική και χορό. Με διάρκεια μέχρι τις 10 Μαΐου, θα φιλοξενήσει από παραγωγές του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, παραστάσεις του ΔΗΠΕΘΕ και παιδικό θέατρο μέχρι σημαντικά ονόματα της έντεχνης ελληνικής μουσικής σκηνής και τέσσερις ομάδες σύγχρονου χορού.

Με το στίχο του Διονυσίου Σολωμού «όλα ελάμπανε τ’ αστέρια και τα κοίταζες εσύ», το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών επιχειρεί να σκαρφαλώσει φέτος στα αστέρια διαγράφοντας το δικό του καλλιτεχνικό δρόμο, με την ελπίδα να υπάρξει συνέχεια.

«Πλέον έχουμε τη δυνατότητα να παράγουμε και να δημιουργούμε πολιτισμό μέσα στο χειμώνα μ’ ένα δικό μας Φεστιβάλ τέτοιας ροής και ποιότητας και ταυτόχρονα ανοιχτό στο διάλογο με τα ζητήματα που επιτάσσει η νέα εποχή στην οποία ζούμε. Αυτή την προσπάθεια επιθυμούμε να συνεχίσουμε, ώστε να αποκτήσει η πόλη μας εν καιρώ καλλιτεχνική οντότητα και παρουσία όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στα Βαλκάνια», λέει στον ΕΤ ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών, κ. Θοδωρής Γκόνης.

Μέχρι πρότινος οι Σέρρες διέθεταν μια κινηματογραφική αίθουσα και ένα θέατρο, που, αν και ιστορικό για την πόλη και τους κατοίκους, ήταν έτοιμο να καταρρεύσει. Η επιθυμία και η δίψα των ανθρώπων του ΔΗΠΕΘΕ για καλλιτεχνική έκφραση ήρθε και έδεσε με τη δημιουργία των «Αστεριών». Διότι, όπως τονίζει ο κ. Γκόνης, «πρέπει να έχεις το ανάλογο γήπεδο για να έχεις και την ανάλογη ομάδα. Σαν περιφερειακός θεατρικός οργανισμός που είμαστε οφείλουμε να ενεργούμε δυναμικά και να ερχόμαστε σε ρήξη με την Πολιτεία όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο».

Το μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδίσει το ΔΗΠΕΘΕ, όπως και τα υπόλοιπα, είναι ο χειμώνας. «Τα δημοτικά θέατρα έχουν συνδυαστεί με τις καλοκαιρινές περιοδείες. Κι όχι άδικα. Τους χειμερινούς μήνες βουλιάζουν μέσα στα χιλιάδες προβλήματά τους. Για να επιβιώσουν όμως ως θεσμός, σημασία έχει να συγκροτηθεί μια οργανωμένη προσπάθεια καλλιτεχνικής δράσης μέσα από τοπικά δρώμενα, με πανελλήνια εμβέλεια και όχι τοπική». Τι είναι όμως αυτό που λείπει; Ο κ. Γκόνης είναι κατηγορηματικός: «Η οργάνωση, η σοβαρότητα και οι πόροι.

Οταν το υπουργείο μας χρωστάει τα λεφτά της προηγούμενης χρονιάς, οι παραγωγές τρέχουν και οι ηθοποιοί μένουν απλήρωτοι, τι έργο να ανεβάσεις». Το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών έκανε το πρώτο βήμα. Μακάρι να υπάρξουν μιμητές ώστε η περιφέρεια να πάψει να φυτοζωεί πολιτιστικά τους χειμερινούς μήνες αλλά και να γλιτώσει από τις «αρπαχτές» του καλοκαιριού. Μακάρι, επίσης, τέτοιες πρωτοβουλίες να ενισχύονται από το κράτος που συνηθίζει να σκορπάει επιχορηγήσεις συχνά με μικροπολιτικά κριτήρια.

ΦΑΡΑΖΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Τετάρτη, 12.11.08