Sunday, July 6, 2008

ΜΑΡΙΑ ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑ: «Αφήνω κατά μέρος τα ταμπού»

ΠΡΟΣΩΠΟ

Η ηθοποιός θα πρωταγωνιστήσει στην παράσταση των «Βακχών» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου

Διήνυσε έναν «ευτυχή» τηλεοπτικό χειμώνα συμμετέχοντας στη σειρά «Το 10» που βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση. Τυχερή, αν αναλογιστεί κάποιος πόσο λίγες είναι οι ευκαιρίες για έναν ηθοποιό να συμμετάσχει σε αξιοπρεπείς παραγωγές στη μικρή οθόνη. Ωστόσο ήλθε η στιγμή που ένιωσε ότι οι χειμώνες που έμεινε μακριά από το θέατρο ήταν πολλοί και ότι η τηλεόραση άφησε δυσαναπλήρωτα κενά. «Αρχισε να μου λείπει η θεατρική λειτουργία» θα εκμυστηρευθεί η Μαρία Πρωτόπαππα. Εξ ου και το φορτωμένο θεατρικό πρόγραμμα για το προσεχές χρονικό διάστημα: «Βάκχες» του Ευριπίδη με σκηνοθέτη τον Θωμά Μοσχόπουλο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, «Ρομπέρτο Τσούκο» του Κολτές σε σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου την ερχόμενη σεζόν στο Εθνικό Θέατρο και συμμετοχή στην παράσταση ενός νέου έργου που υπογράφει η Λένα Κιτσοπούλου για την πρώτη κρατική σκηνή της χώρας, για την οποία μάλιστα θα συνεργαστεί με τη συγγραφέα και στη σκηνοθεσία. Το πλάνο συμπληρώνει η ενδεχόμενη συμμετοχή της σε τηλεοπτική σειρά με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, κάτι όμως που θα οριστικοποιηθεί αργότερα.

Τελικά τι σημαίνει αυτή η αγωνία για επιστροφή στα θεατρικά δρώμενα; Ανασφάλεια, απογοήτευση, έλλειψη καλλιτεχνικής πληρότητας; Η ίδια ισχυρίζεται ότι «το θέατρο είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από όσα κάνει ο καλλιτέχνης και ειδικά ο ηθοποιός. Τα γυρίσματα στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο γίνονται ακολουθώντας τη γραμμή του σκηνοθέτη. Μπορεί να ήμουν αρκετά τυχερή γιατί σχεδόν δούλεψα σαν να ήμουν σε θίασο, ωστόσο αυτό που μου έλειψε ήταν η θεατρική διαδικασία κατά την οποία ο ηθοποιός προσπαθεί με τον συμπαίκτη του αλλά και μόνος του να βρει τον τρόπο να "φτιάξει" την παράσταση. Είναι η σωματικότητα, η επαφή με τον κόσμο, η ιδιαίτερη λειτουργία της ομάδας και η ανάγκη να ανακαλύπτεις φόρμες που κάνουν το θέατρο μοναδικό. Ασκείς τα μέσα σου πλήρως». Η παράσταση των «Βακχών» στην οποία συμμετέχει είναι μια απόπειρα κατανόησης του κειμένου μέσα από προσωπικές εμπειρίες και υπαρξιακές αναφορές. «Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι είναι το Αλλο, τι σημαίνει να πιστεύουμε σε κάτι ή να μην πιστεύουμε, τι σημαίνει ελευθερία και τι δέσμευση. Ουσιαστικά προσεγγίζουμε τις αντιθέσεις». Η ίδια ως Βάκχη δηλώνει ότι απολαμβάνει «την ελευθερία ως συνθήκη της παράστασης αλλά και ως βίωμα λόγω του ρόλου της. Νιώθω σαν να ανοίγει ένα μεγάλο παράθυρο στην καθημερινότητά μου, όπου δίχως να είμαι εκτός ορίων καταφέρνω και ξεπερνάω τη γραμμή του κατεστημένου. Είναι κάτι σαν συμφιλίωση με τα άγρια ένστικτα, σαν μια συνθήκη αποδοχής τους. Αφήνεις κατά μέρος τα ταμπού και μπορείς καλύτερα να κατανοήσεις όλες τις πλευρές της ύπαρξής σου».
Αλλη μία ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης παράστασης είναι το γεγονός ότι δεν παίζεται στην Επίδαυρο ή σε κάποιο αρχαίο θέατρο, αλλά σε κλειστό χώρο, και μάλιστα μικρής χωρητικότητας. Ενδεχομένως αυτό για πολλούς από τους συντελεστές να σημαίνει και απενοχοποίηση της απόπειρας. Για τη Μαρία Πρωτόπαππα είναι σχεδόν ανακουφιστικό. «Το θετικό σε αυτή την περίπτωση» σημειώνει «είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει το κυνήγι της επιβεβαίωσης. Δεν υπάρχει ο στόχος τού να αποδείξουμε κάτι. Απλά θέλουμε να κατανοήσουμε και να αφηγηθούμε τα γεγονότα».
Η ηθοποιός συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον Θωμά Μοσχόπουλο. Η εμπειρία της μέχρι στιγμής είναι θετική. «Είναι χαλαρός, με την έννοια ότι δεν καταπιέζει τους ηθοποιούς θέλοντας να επιβάλει κάποιο όραμα που έχει κατά νου. Σε αφήνει να ψαχτείς και σε καθοδηγεί σχεδόν ανώδυνα στο να ανακαλύπτεις διαρκώς πράγματα για σένα και για την παράσταση. Ουσιαστικά, να το απολαύσεις».
Τις δύο παραστάσεις των «Βακχών» θα ακολουθήσει ξεκούραση εν όψει του θεατρικού χειμώνα που την περιμένει. «Δεν με πειράζει καθόλου η έντονη δραστηριότητα. Αντιθέτως, το περιμένω ανυπόμονα και με μεγάλη χαρά».

  • «ΒΑΚΧΕΣ» του Ευριπίδη στο γκαράζ της Πειραιώς 260 σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, μετάφραση Γιώργου Χειμωνά, σκηνικά - κοστούμια Διονύση Φωτόπουλου. Ερμηνεύουν οι Γρηγόρης Γαλάτης, Αννα Καλαϊτζίδου, Χρήστος Λούλης, Μαρία Πρωτόπαππα, Μαρία Σκουλά, Αργύρης Ξάφης κ.ά. (25, 26/7, 21.00)

[ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΓΡΑΜΜΕΛΗ, Το ΒΗΜΑ, 06/07/2008]

ΚΡΙΣΕΙΣ ΚΙ ΕΠΙΚΡΙΣΕΙΣ

YΠOBOΛEIO

Του Βασίλη Αγγελικόπουλου, Η Καθημερινή, 06/07/2008

Εγώ είμαι με τους αρχαιολόγους όσον αφορά τη διαμάχη τους με Φεστιβάλ - σκηνοθέτες - σκηνογράφους. Η Τέχνη πρώτη απ’ όλους οφείλει να προστατεύει τα μνημεία της. Κανένα εφήμερο σκηνικό δεν δικαιούται και να γρατζουνίσει έστω αρχαία πέτρα. Αλλά: Ως Εκεί. Από τη στιγμή που ένα σκηνικό δεν βλάπτει το μνημείο, δεν έχουν καμιά δουλειά οι αρχαιολόγοι (και τα σχετικά όργανα) να ασχολούνται με την αισθητική του – πολύ περισσότερο να το απαγορεύουν. Καμία απολύτως.

Οσον αφορά την υπόθεση με το (ανεκδιήγητο κατά τη γνώμη μου – σκέτο κόμιξ) σκηνικό του χαϊνερμιλερικού «Φιλοκτήτη», που έκανε Τούρκο τον (ανατολικο)Γερμανό σκηνοθέτη Ματίας Λάνγκχοφ στη Μικρή Επίδαυρο, δεν φταίγανε τόσο οι αρχαιολόγοι, όσο η αρμόδια κρατική μηχανή. Που λειτούργησε αργά τα βόδια μ’, ως συνήθως. Και στο παραπέντε «τρεχάτε γειτόνοι, το παιδί δεν γλιτώνει».
Είχε όμως κι ένα καλό η καθυστερημένη έγκριση του σκηνικού: Μας γλίτωσε από ένα «ημίωρο ιντερμέδιο» λανγκχοφικής έμπνευσης, που αυτό κι αν θα μας έβγαζε μπιελάρ. Διότι σκυλοβαρεμένους μας έβγαλε έτσι κι αλλιώς η παράσταση. Μετά τον Μπέκετ στην Επίδαυρο, να κι ο Χάινερ Μίλερ στη Μικρή Επίδαυρο. Κι αυτός είναι κι ανοργασμικός, ούτε στο δαχτυλάκι του Μπέκετ. Υπερεκτιμημένος από τους κουλτουριάρηδες των δεκαετιών ’60-’70, δεν το συζητάω! Και παρωχημένος, παλιός, φλύαρος, κραυγαλέα άνισος. (Φαίνεται ότι δεν τον πάω;).
Αντε τώρα, καιρός και για καμιά Σάρα Κέιν στην Επίδαυρο. Το γελάς; Αυτοί που όφειλαν (ως λάτρεις τους) να προστατεύουν τέτοια κείμενα από ανοίκεια περιβάλλοντα, αυτοί πρώτοι τα βγάζουν (και τα βιάζουν) στις αρένες ανοιχτών αμφιθεάτρων. Κρυμμένοι πίσω από «πειστικά» (για τους αφελείς) επιχειρήματα του στυλ «το έργο κατάγεται από αρχαία τραγωδία» (περίπτωση Φιλοκτήτη) ή «ο Μπέκετ έχει χαρακτηριστεί απόγονος του Αισχύλου». Πρωτοπορία να σου πετύχει.
Οι ύμνοι που γράφτηκαν παντού για τη μουσική παράσταση του Κραουνάκη στο Ηρώδειο (της «Κ» κι εμού περιλαμβανομένων) ανταποκρίνονται μέχρι κεραίας στο γεγονός. Σοφή δοσολογία, απολαυστικό αποτέλεσμα. Το μόνο τρίωρο του Φεστιβάλ που δεν κούραζε. Γιατί τρώμε πάλι στο κεφάλι πολλά κι αδίκως τρίωρα και τετράωρα. Και πρέπει κάποια στιγμή το Φεστιβάλ να ψιθυρίσει στους ξαμολυμένους πια σκηνοθέτες ότι ουκ εν τω πολλώ το ευ. Ουκ. Δηλαδή, αγαπητέ Γιάννη Χουβαρδά, τι θα πάθαινε η επιτυχέστατη κατά τα άλλα παράστασή σας με τις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» του Χόρβατ αν περιορίζατε κάπως τις μουσικοχορευτικές ούγιες, που ξαπέστειλαν τη διάρκεια στις 3,5 ώρες; Μα πέντε ώρες συνολικά, με πηγαινέλα, για να δεις μια παράσταση; Ημαρτον! Ασε δε άλλους σκηνοθέτες-βασανιστές που επιβάλλουν κλειστά τα (αθόρυβα) αιρκοντίσιον, σε αίθουσες περίκλειστες, με 37 βαθμούς έξω!
Πολύ ανεκτικό το βρίσκω το Φεστιβάλ σε όλα αυτά, και κάτι πρέπει να κάνει. Οπως το ίδιο (δηλώσεις Λούκου στα «Νέα») σκέφτεται (ορθότατα) να μειώσει τη διάρκειά του σε ενάμιση μήνα καθώς και την (καταιγιστική) πυκνότητα των εκδηλώσεών του, έτσι να (επι)βάλει μέτρο και στους σκηνοθέτες όσον αφορά τις συνθήκες… επιβίωσης των θεατών. Οχι «Φεστιβάλ είναι, κάνε ό,τι σου κατέβει».

ΜΠΕΤΑΝΚΟΥΡ: ΘΑ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΟΜΗΡΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

«Θα επιστρέψω στην Κολομβία εντός των προσεχών ημερών», τόνισε η Γαλλοκολομβιανή

Η Γαλλο -κολομβιανή Ίνγκριντ Μπετανκούρτ, σε συνέντευξή της στο σημερινό φύλλο της εφημερίδας Ζουρνάλ ντι Ντιμάνς, ανακοινώνει πως «θα επιστρέψει στην Κολομβία εντός ολίγων ημερών» κι αποκαλύπτει την πρόθεσή της να μεταφέρει σε θεατρικό έργο την εμπειρία της πολύχρονης ομηρίας της στα χέρια των αριστερών ανταρτών.

«Θα επιστρέψω στην Κολομβία εντός των προσεχών ημερών. Στο μεταξύ θέλω να δώ τη Γαλλία, όλη τη Γαλλία. Αλλά επίσης θέλω να βρεθώ και με τα παιδιά μου, μόνοι μας. Θέλω ν' αφιερώσω τον χρόνο μου στην οικογένειά μου, στον πατέρα των παιδιών μου που λατρεύω, τον άνθρωπο που διοργάνωσε προς χάριν μου μία έξοχη εκστρατεία», τονίζει η Μπετανκούρτ.

Ερωτηθείσα για την πιθανότητα να μεταφέρει σε κάποιο βιβλίο την εμπειρία της, η ίδια τονίζει «θα γράψω ένα θεατρικό έργο. Χρειάζεται μία ολάκερη παράσταση για να κατανοήσει ο κόσμος τα πράγματα που σχετίζονται με την ανθρώπινη κατάσταση, μ' αυτό που είμαστε στα τρίσβαθά μας. Μπορούμε κάλλιστα να είμαστε άγγελοι, αλλά από την άλλη μεριά να γίνουμε και διάβολοι», προσθέτει.
Ήσυχη για την κατάσταση της υγείας της έπειτα από τις εξετάσεις στο νοσοκομείο του Βαλ-ντε-Γκρας, η Μπετανκούρτ τονίζει πως «για την ηπατίτιδά μου, το συκώτι λειτουργεί τέλεια». «Τώρα περιμένουμε τα νέα αποτελέσματα, που θα μας πουν εάν υπάρχει ιός, κι εάν ναι, εάν εξακολουθεί να υφίσταται», τονίζει η ίδια, διαβεβαιώνοντας ότι «εξόν από αυτό, τ' άλλα είναι μικροπράγματα, άνευ σημασίας: πραγματικά όλα είναι πολύ καλά».
Παράλληλα, η Μπετανκούρτ διηγείται στην εφημερίδα ένα ευτράπελο από τη νύκτα της Παρασκευής: «κατόρθωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου να κοιμηθώ καλά, να περάσω μία τέλεια νύκτα, αλλά χωρίς όνειρα, ή εφιάλτες, δεν θυμούμαι τίποτε από εκείνη τη νύκτα. Όμως η έκπληξη με περίμενε το επόμενο πρωΐ: δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι, τέτοιον πόνο ένοιωθα στη μέση μου!"
«Εγώ, που κοιμόμουνα κατάχαμα και σε άθλιες συνθήκες, είχα πόνο στη μέση ξυπνώντας έπειτα από μία νύκτα σ' ένα υπέροχο κρεβάτι. Θα πρέπει στ' αλήθεια να ξανασυνηθίσω κάποια πράγματα», διηγείται η πρώην όμηρος.

Saturday, July 5, 2008

ΜΕΛΟΜΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΛΑΓΝΟΙ

ΠΑΡΙΣΙ. Αν μπορεί να γίνει λόγος για «όπερα τρόμου» (κατά την ταινία τρόμου), το είδος δεν θα πρέπει να διαθέτει πολλά δείγματα. Το πιο πρόσφατο πάντως θα μπορούσε να γίνει λάβαρό του. Είναι η όπερα Μύγα, βασισμένη στη φημισμένη ομότιτλη ταινία τρόμου του καναδού μετρ του είδους Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ ο οποίος και τη σκηνοθέτησε στο θέατρο Chatelet όπου παρουσιάζεται από την περασμένη Τετάρτη. Εξίσου αρμόδιος με τον σκηνοθέτη και διάσημος στο ίδιο είδος είναι και ο συνθέτης που ανέλαβε να ντύσει με μουσική το ανατριχιαστικό δημιούργημα: ο επίσης καναδός Χόουαρντ Σορ, συνθέτης της μουσικής της κινηματογραφικής Μύγας και πολλών άλλων ταινιών του Κρόνενμπεργκ αλλά και της περιώνυμης Σιωπής των αμνών. Κάπως ξένος μέσα στην όλη υπόθεση φαντάζει ο μαέστρος, που δεν είναι άλλος από τον Πλάθιντο Ντομίνγκο. Επιπλέον ο πρώην διάσημος τενόρος και ήδη αρχιμουσικός είναι συμπαραγωγός του έργου ως καλλιτεχνικός διευθυντής της Οπερας του Λος Αντζελες όπου η Μύγα θα μεταφερθεί τον Σεπτέμβριο. Ετσι λοιπόν το παρισινό κοινό, μελομανείς και τρομολάγνοι, έχει την ευκαιρία να απολαύσει τραγουδιστά τα κατορθώματα του ερωτοχτυπημένου και κακορίζικου επιστήμονα, ο οποίος, από λάθος στα πειράματά του, μεταμορφώνει τον εαυτό του σε τεράστια μύγα-άνθρωπο. Ως τις 13 Ιουλίου. [ARS... BREVIS, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΖΕΝΑΚΟΥ, Το ΒΗΜΑ, 06/07/2008]

ΤΟ PICCOLO TEATRO ΚΑΙ Η ΕΧΡΟ

ΜΙΛΑΝΟ. Για μια χώρα όπου τα παράπονα σχετικά με τις περικοπές των κονδυλίων του πολιτισμού είναι συνεχή, το πρόγραμμά του της επόμενης σεζόν, 62ης κατά σειρά, που ανακοινώθηκε από το Piccolo Teatro είναι όντως εντυπωσιακό: θα παρουσιαστούν 30 τίτλοι, θα ακουστούν επί σκηνής 17 ξένες γλώσσες, θα φιλοξενηθούν 10 διεθνείς παρουσίες (ανάμεσά τους ο Ντανιέλ Οτέιγ στη μεγάλη του επιτυχία, το μολιερικό Σχολείο γυναικών, τον Φεβρουάριο, αλλά και η Μαριάν Φέιθφουλ που θα απαγγείλει σονέτα του Σαίξπηρ τον Οκτώβριο) και πάει λέγοντας. Η φύση και ο όγκος του προγράμματος οδηγούν σχολιαστή στη σκέψη ότι αυτό διαμορφώθηκε με κριτήριο την Expo, τη μεγάλη διεθνή έκθεση που θα πραγματοποιηθεί στην πόλη το 2015, «χωρίς αναφορά στην οποία δεν κουνιέται φύλλο στο Μιλάνο». Εξι νέες παραγωγές του Piccolo έρχονται να προστεθούν στις τέσσερις περυσινές που κυκλοφορούν ακόμη, ανάμεσά τους και δύο έργα του Κάρλο Γκολντόνι, η Τριλογία του παραθερισμού σε σκηνοθεσία του Τόνι Σερβίλο και ο Υπηρέτης δύο αφεντάδων στην αξεπέραστη παράσταση του μεγάλου Τζιόρτζιο Στρέλερ. Τις τρεις από τις νέες παραγωγές θα σκηνοθετήσει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Piccolo Λούκα Ρονκόνι: τον Οκτώβριο το Ονειρο καλοκαιριάτικης νύχτας του Σαίξπηρ, συγγραφέα με τον οποίο ο Ρονκόνι δεν καταπιάνεται συχνά, και τον Ιανουάριο δύο κωμωδίες του δημοφιλέστατου στην πατρίδα του γάλλου συγγραφέα Ζαν-Λυκ Λαγκάρς ο οποίος πέθανε από AIDS το 1995 στα 31 του χρόνια. [ARS... BREVIS, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΖΕΝΑΚΟΥ, Το ΒΗΜΑ, 06/07/2008]

«Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» - «Ο Ουρανός ατακόκκινος» - «Ανδρομάχη»

Ανάμεσα στην παρωδία και το άτεχνο
Εύκολες λύσεις από τον Γ. Χουβαρδά στις βιεννέζικες ιστορίες - Κριτική Σπύρος Παγιατάκης, Η Καθημερινή, 06/07/2008
  • Εντεν φον Χόρβαρτ «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης»

  • Λούλα Αναγνωστάκη «Ο Ουρανός ατακόκκινος»

  • Ευριπίδη «Ανδρομάχη»

Τα δεκαεπτά έργα του Ούγγρου Εντεν φον Χόρβατ (1901 - 1938), ο οποίος έγραφε στα γερμανικά, παίζονται σπάνια εκτός του γερμανόφωνου χώρου. Ο λόγος: Η υπαινικτική γλώσσα του η οποία εκφράζει το πικρό ροδοζαχαρένιο λούστρο της μικροαστικής τάξης του μεσοπολέμου είναι ιδιαίτερα προβληματική στη μεταφορά της. Τα αξεπέραστα παιχνίδια που κάνει ο Χόρβατ με τη γλώσσα απασχόλησαν και τον θεατρικό συγγραφέα Φραντς Ξάφερ Κρόιτς του οποίου η διάλεξη (ο Χόρβατ του Σήμερα και για Σήμερα, στη δεκαετία του ’80) αναφερόταν σε μία σημαδιακή «αγλωσσία του προλεταριάτου». Πώς να τη μεταφράσεις…

Απέκτησα προσωπική πείρα επάνω στις δυσκολίες έχοντας μεταφράσει, παλιά, τις «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης». Πρωτοπαίχθηκαν στα τέλη του ’70 από το «Ανοιχτό Θέατρο» του Γ. Μιχαηλίδη ο οποίος και το σκηνοθέτησε, με τον Λευτέρη Βογιατζή στον κεντρικό ρόλο. Αργότερα το παρουσίασε και το «Θεατρικό Εργαστήρι» στη Θεσσαλονίκη σε σκηνοθεσία Γ. Ρεμούνδου. Το σίγουρο πάντως είναι ότι το συγκεκριμένο έργο δεν είναι ούτε κωμωδία ούτε σάτιρα. Ομως, υπάρχουν και δικά μας, ελληνικά, μυθιστορήματα τα οποία τόσο στο ύφος όσο και στη διάθεση είναι απόλυτα συγγενικά με το «είδος» Χόρβατ.

Πρώτα πρώτα έχουμε το κλασικό πλέον «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή με την αστικο-λαϊκά καθομιλούμενη γλώσσα το και -σε ασφαλώς μικρότερο βαθμό- το «αισθηματικό μυθιστόρημα» όπως ονομάζει ο Παύλος Μάτεσις το «Πάντα Καλά» του, όπου κι εκεί η γλώσσα φαίνεται να ’ναι όπως ακριβώς μιλιέται σε μια λαϊκο-αστική γειτονιά της Αθήνας. Και όπως δεν γίνεται να περιγελάσει κανείς σκωπτικά την κυρία Εκάβη, την κόρη της Νίνα, τη Νάνσυ και τη Μελανία, έτσι και στη βιεννέζικη περίπτωση οι αντίστοιχοι χαρακτήρες είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, σίγουρα όχι απλές χάρτινες γελοιογραφίες.

Ομως, στην περίπτωση των βιεννέζικων ιστοριών ο σκηνοθέτης τους Γιάννης Χουβαρδάς πόνταρε σε τύπους και όχι σε χαρακτήρες. Το αποτέλεσμα ήταν ένα σχετικό ξεκατίνιασμα των ηρώων. Μια υπερβολικά εύκολη και βολική σκηνοθετική λύση, η οποία φτιασιδώθηκε με αρκετά «πρωτοποριακά» σουσούμια (λ.χ. η βαλσοειδής περπατησιά του ίλαρχου ε.α. ή η σε 3/4 μέθη του θαυματοποιού ή πάλι σκηνές όπου όλος ο θίασος φοράει επιδεικτικά μαύρα γυαλιά…) και με εμβόλιμες γιοντλ-μπελκαντικές -λαϊκότροπες μουσικές «μπηχτές».

Οσο για την επιδίωξη να δημιουργηθεί μία ατμόσφαιρα ενός μπομπ-φοσεϊκού Καμπαρέ (1972), αυτή απλώς επέκτεινε έως κουραστικά τη διάρκεια της παράστασης. Και όπως το γούστο όσο και η αίσθηση του χιούμορ τόσο στα σκηνοθετικά ευρήματα όσο και στο μεταπολεμικό σκηνικό - κοστούμια του Χέρμπερτ Μούραουερ υπήρξαν ολοφάνερα ελλειμματικά, η παράσταση μετεωριζόταν ανάμεσα στην ακαταλαβίστικη παρωδία και στο άτεχνο -και διανοουμενίζον- έντεχνο λαϊκό ρομάντζο. Εκείνοι βέβαια που κακοφόρμισαν περισσότερο από όλους ήταν οι ηθοποιοί.

Καλοί -συνήθως- ερμηνευτές, όπως η Θέμις Μπαζάκα, ο Ακύλλας Καραζήσης και η Αγγελική Παπούλια, εμφανώς «υπερέπαιζαν» υποτιμώντας έτσι τους ξεκάθαρους χαρακτήρες τους σε τύπους. Εννοείται ότι έτσι πρέπει να είχαν δασκαλευτεί. Την ίδια «γραμμή» ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι - εμφανώς αβοήθητοι- συνάδελφοί τους, όπως ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στον γραφικό ρόλο του φιλοναζιστή ηθοποιού. Είναι περίεργο πως μέσα σε ένα παρόμοιο υποκριτικό χάος έλαμψε μόνος του -λες κι έκανε υποκριτική αντίσταση!- ο Νίκος Κουρής ως ο λαϊκός λαμόγιας αγαπητικός με κάποια αισθήματα και πολύ πονηριά στο μάτι. Ηταν ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας. Τον μοναδικό που μπορούσε να θαυμάσει κανείς για το εκπληκτικό φινίρισμα στις λεπτομέρειές του και την εντυπωσιακή σιγουριά στο χιούμορ που υποστήριζε.

Η πικρο-καλοσυνάτη ηρεμία του Δημήτρη Ημελλου πλησίασε περισσότερο τη «γραμμή Κουρή», μια γραμμή η οποία θα είχε ενδεχομένως σώσει την παράσταση αν την είχαν ακολουθήσει με συνέπεια και σύστημα από την αρχή. Βέβαια,η παρουσία της Αλέκας Παΐζη ως «μοχθηρής γιαγιάς» ήταν σημαντική για την παράσταση με τη στακάτο ευθύβολη ερμηνεία της. Ομως, και αυτή δεν ήταν παρά μια μικρή όαση σε ένα γενικότερο σκορποχώρι όπου η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα περιέσωσε αρκετά από το πνεύμα του συγγραφέα.

  • Ρεσιτάλ στον μονόλογο

Αν ψάξει κανείς για κάποια άλλη πνευματική συγγένεια -εστω και μακρινή με τον φον Χόρβαρτ- θα τη βρεί στο «Ο Ουρανός Κατακόκκινος» της Λούλας Αναγνωστάκη και -το κυριότερο- στον τρόπο που ερμήνευσε αυτόν τον μονόλογο η Ρένη Πιττακή. Και εδώ η ηρωίδα περνάει των παθών της τον τάραχο. Αριστερή αλκοολική, διωγμένη από τη δουλειά της, με παιδί στη φυλακή και με ιδεολογία κυνηγημένη, η Σοφία Αποστόλου (Ρένη Πιττακή) μονολογεί, αφηγείται, περιγράφει τις κακοτοπιές που πέρασε. Ομως το θαυμαστό είναι ότι ο θεατής όχι μόνο δεν έχει ποτέ την αίσθηση της γκρίνιας και της μιζέριας, αλλά αντίθετα υπάρχει ένα ανθρώπινο μεγαλείο και -το κυριότερο- ένα καλοσυνάτο χιούμορ που προσφέρουν ευφορία και κάθαρση. Ενα σημαντικό έργο σε μια έξοχη ερμηνεία και σε μια διακριτική σκηνοθεσία (Νίκος Χατζόπουλος) κρατήθηκε στο παρασκήνιο.

  • «Παραδοσιακά»

Σίγουρα η Ειρήνη Παπά δεν φανταζόταν παραστάσεις όπως αυτή η περυσινή με την αλβανική Ηλέκτρα (ή μήπως ήταν Αντιγόνη;) ή πάλι τη φετινή συρο-γαλλική Ανδρομάχη σκηνοθετημένη «ορθόδοξα και παραδοσιακά», δηλαδή με στόμφο και κραυγές από το Ζαν Κριστόφ Σάις όταν οραματιζόταν το αρχαίο δράμα στο θέατρό «της». Παραστάσεις σαν κι αυτές ενδιαφέρουν -κακώς- ένα φεστιβάλ μόνο και μόνο επειδή επιμένουμε να θεωρούμε το αρχαίο δράμα αποκλειστικά δικό μας copyright και - συγκαταβατικά- να προβάλλουμε και «τα τέτοια» καλά - κακά. Μα φυσικά και δεν είναι. Το αρχαίο δράμα ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

«ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΕΝΑΣ ΔΡΑΚΟΣ...»

Της Σαντρας Βουλγαρη, Η Καθημερινή, 06/07/2008

«Οταν οι όμορφες ξυπνούν οι Δράκοι αποκοιμιούνται με τα μάτια ορθάνοιχτα...». Μεσάνυχτα στο μονοπάτι του Προφήτη Ηλία, στην καρδιά του καλοκαιριού, στην Τζιά. Η Ανθή Θάνου και ο Παναγιώτης Κούλελης θα μας διηγηθούν ελληνικά λαϊκά παραμύθια από το Λεβίσι Μικράς Ασίας και τη Μήλο. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας (19/7) ο Στέλιος Πελασγός, σαν ένας παραμυθάς χαμένων εποχών θα μας πει την ιστορία του Ιππότη Γκαγουέιν ψηλά στη Μονή της Καστριανής. Κι αυτό είναι απλά μια μικρή γεύση... Γιατί η 6η Γιορτή Παραμυθιών («Με Δράκους και Δράκοντες») που διοργανώνει στο νησί της Κέας (από τις 12 έως τις 20 Ιουλίου) το Κέντρο Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών (καλλιτεχνικός διευθυντής: Γιώργος Ευγενικός) περιλαμβάνει προεόρτια, εκδηλώσεις έναρξης, εικαστικές εκθέσεις, δρώμενα, κουκλοθέατρο, παραδοσιακά παιχνίδια, εργαστήρια για παιδιά και ενήλικες και φυσικά πολλές, μα πάρα πολλές αφηγήσεις παραμυθιών. Αργά τη νύχτα με το φως του φεγγαριού και των κεριών, σε κρυφά μονοπάτια και απομονωμένες παραλίες, σε πηγές και ερειπωμένες εκκλησίες, με παλιά όργανα και τραγούδια θα αναζητήσουμε τη «μαγεία». Μύθοι «για δράκους και δράκοντες» από ολόκληρο τον κόσμο.

Την ώρα που η τέχνη της αφήγησης (storytelling) βρίσκεται σε πλήρη άνθηση στο εξωτερικό, οι δικοί μας Ελληνες παραμυθάδες ξαναβρίσκουν την κλωστή για να αρχινίσουν την ιστορία τους. «Καλησπέρα στην αφεντιά σας...». Ανάμεσα στους φετινούς αφηγητές είναι η Σάσα Βούλγαρη, η Μάγδα Σνάιντερ, ο Δημήτρης Προύσαλης, η Νίκη Κάπαρη ενώ επίτιμος προσκεκλημένος της φετινής Γιορτής Παραμυθιών είναι ο Bruno de La Salle από τους πρωτεργάτες της αφηγηματικής τέχνης στην Ευρώπη (ιδρυτής του Centre de Literature Orale-Κέντρο Προφορικής Λογοτεχνίας της Γαλλίας). Παράλληλα με τις εκδηλώσεις θα δοθούν τρία πολύ ενδιαφέροντα σεμινάρια: «Η τέχνη του προφορικού λόγου: αφήγηση» (Κατερίνα Βλάχου), «Η τέχνη της αφήγησης» (Bruno de La Salle) και «Η διαβατήρια τελετή του γάμου στο ελληνικό λαϊκό παραμύθι» (Αννα Αγγελοπούλου). Η είσοδος σε όλες τις εκδηλώσεις εκτός των σεμιναρίων είναι δωρεάν.

  • Επιλογές

5 Ιουλίου. Προεόρτια: «Δρακώντιες κατασκευές». Στην παραλία του Γιαλισκαρίου τα παιδιά θα δημιουργήσουν με χρώματα, χρυσόσκονες, κορδέλες και υφάσματα ένα γιγάντιο δράκοντα βγαλμένο από τα παραμύθια.

12/07. Εγκαίνια της ομαδικής έκθεσης ζωγραφικής «Δράκοι και Δράκοντες», Βουρκάρι, γκαλερί s.a.).

13/07. Αφήγηση: «Κι έγινε στην Τζιά των δράκων των κακών το συναπάντημα...». Αφηγήσεις παραμυθιών από Νοτιοανατολικό Αιγαίο, Μήλο, Ελληνόφωνα Χωριά Κάτω Ιταλίας, στο καφέ «Βαράδι» στον Μυλοπόταμο (με κερασμένο τον καφέ και το λουκούμι!).

14/07. «Ιστορίες από τα τρίσβαθα της Δρακοσπηλιάς» (Βρύση των Ελληνικών).

15/07. «Η σπηλιά του δράκου». Παράσταση αφήγησης βασισμένη σε αρχαία, λατινικά και μεσαιωνικά επικά ποιήματα (Ιουλίδα, Χρυσοσπηλιώτισσα).

17/07. «Οι δράκοι κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά» (Παραλία Ποισσών, Σάσα Βούλγαρη).

18/07. «Η σπηλιά του Κύκλωπα» (από τη ραψωδία Ι της Οδύσσειας, αφήγηση Bruno de La Salle, Ορκός-Ορυχείο).

19/07. «Ο Ιππότης και ο Δράκος». Ο Στέλιος Πελασγός συναντάει ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης και τον κυρ Λάζαρο με τους σαράντα δράκους (Μονή Καστριανής).

20/07. Παραδοσιακά παιχνίδια: Μικροί και μεγάλοι θα μπορέσουν να παίξουν παιχνίδια της ιδιαίτερης περιοχής της Ισπανίας, της Γαλικίας με μέλη της ομάδας Asociacion Galega Do Xogo Popular E Tradicional (Παραλία Οτζιά).

Πληροφορίες: Κέντρο Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών (www.e-mythos.eu, τηλ. 210 4313332).

  • «Ο αφηγητής πρέπει να ξέρει να ακούει»

«Εγινα αφηγητής για να ακούω. Για να ξέρω αν είμαι χρήσιμος η «άχθος αρούρης» βάρος πάνω στη γη. Πάντοτε έρχονται οι άνθρωποι και μιλούν. Το πιο ωραίο που ακούω είναι «Πότε θα μας ξανάρθεις;»». Ο Στέλιος Πελασγός είναι ο πρώτος Ελληνας επαγγελματίας ιστορητής (προφορικός αφηγητής) και πρωτεργάτης της αναβίωσης της τέχνης του παραδοσιακού παραμυθά στην Ελλάδα. Ζει στο Πήλιο «με την γυναίκα του, τα παιδιά του, άγρια ζώα και μυθικά αόρατα πλάσματα». Φέτος, στη Γιορτή Παραμυθιών θα αφηγηθεί στην αυλή ενός πρώην μοναστηριού στην Παναγία την Καστριανή και μεταξύ των άλλων εκδηλώσεων θα παρουσιάσει το βιβλίο του «Τα μυστικά του παραμυθά. Μαθητεία στην τέχνη της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει η Γιορτή στην Τζια ο Στέλιος Πελασγός εξομολογήθηκε στην «Κ» μερικά από τα μυστικά ενός παραμυθά... «Ο αφηγητής πρέπει να ξέρει να ακούει. Ο αφηγητής πρέπει να ξέρει να σιωπά. Ο αφηγητής πρέπει να ξέρει να κάνει το κοινό κοινότητα. Ο αφηγητής πρέπει να είναι αόρατος. Ακούει τι θέλει να πει σε αυτούς η ιστορία, ακούει τι χρειάζονται να ακούσουν οι άλλοι και έπειτα μιλάει. Την ώρα που μιλάει συνεχίζει να τους ακούει, τους ψιθύρους, τις κινήσεις και τις εικόνες που προβάλλουν μέσα στην καρδιά τους. Δίνει το λόγο στους ακροατές του και τους ακούει. Ανάλογα προσαρμόζει την ιστορία του ή την διώχνει και καλεί μιαν άλλη. Η προφορική αφήγηση είναι λαϊκή τέχνη άρα κοινοτική. Δημιουργείται μαζί με το κοινό ενώπιον του κοινού».