- Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24/6/2012
ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ, ΕΡΓΑ, ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΗΘΟΠΟΙΟΙ, ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ, ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΟΙ, ΦΩΤΙΣΤΕΣ, ΜΟΥΣΙΚΟΙ, ΧΟΡΟΓΡΑΦΟΙ, ΚΡΙΤΙΚΟΙ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ, ΒΙΒΛΙΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ, ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ...
Sunday, June 24, 2012
Η Ανδαλουσία στο Μεταξουργείο
Saturday, October 11, 2008
Πολιτικοποιημένοι ιππότες και μάγοι
Κριτική Σπύρος Παγιατάκης
Μαθήματα βίας, μόνο την αλήθεια μέρος ΙΙ, σκην:. Βασίλης Μαυρογεωργίου, Θέατρο: Νέου Κόσμου
Ιππότα Φηρ… Κοιμάσαι; σκην:. Γιάννης Μαργαρίτης, Θέατρο: ΑνοιξηςΤα πρόσωπα της ιστορίας - λέει- αναζητούν το καθένα μια διέξοδο από τη ζωή του. Στα «Μαθήματα Βίας - Μόνο την αλήθεια, μέρος ΙΙ» - των Κώστα Γάκη, Κατερίνας Μαυρογεώργη, Μαρίας Φιλίνη και Βασίλη Μαυρογεωργίου, ο οποίος έχει συνδέσει το όνομά του με τη θρυλική για την ανέλπιστη επιτυχία της, «Κατσαρίδα» κι επομένως είναι και το «πρώτο όνομα» της παρέας - υπάρχει κι ένας μάγος. Ο μεγαλύτερος, λέει, που έζησε ποτέ.
Συνέχεια ενός προηγούμενου «Μόνο την Αλήθεια Ι» επίσης στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, το έργο που έχει δουλευτεί σ’ ένα μίξερ όπου έχουν μπει μέσα αζύγιστα υλικά από παραμύθια, επιθεώρηση, μιούζικαλ, αυτοσχεδιασμός, πολιτικοί σχολιασμοί, αμπελο- και σοβαρο-φιλοσοφίες συγγενεύει εντυπωσιακά με μία ροκ Οπερα που παίζεται στο «Θέατρο της Ανοιξης» στην άλλη άκρη της πόλης - το «Ιππότα Φηρ Κοιμάσαι;» του Γιάννη Μαργαρίτη.
Κι εδώ πρωταγωνιστεί μια μάγισσα της «σκοτεινής μεριάς του φεγγαριού», η Αναγκρομ, κι εδώ υπάρχουν ιππότες που ψάχνουν για το νόημα της ζωής στα τέσσερα σημεία της υδρογείου. Με ελάχιστες δεκαετίες ηλικιακής διαφοράς ανάμεσα στον Γ. Μαργαρίτη και στον Β. Μαυρογεωργίου οι γενεαλογικές διαστάσεις σε νοοτροπίες και τεχνοτροπίες τόσο στο γράψιμο όσο και στο στήσιμο της παράστασης είναι ολοφάνερες.
Χαβαλές
Στα «Μαθήματα Βίας» κυριαρχεί πάνω απ’ όλα η παρέα. Δεν χρειάζεται, άλλωστε, πολύ ψάξιμο για να φθάσει κανείς σ’ αυτό το συμπέρασμα. Αρκεί να ανατρέξει σε μια συνέντευξη του Β. Μαυρογεωργίου όπου η φιλοσοφία του νεολαίου θεατράνθρωπου είναι έκδηλη. «Η ηδονή που σου δίνει η παρέα είναι η ουσία του θεάτρου. Λες, αυτό είναι που θέλω να κάνω στη ζωή μου. Να είμαι πάντα με όποιους ανθρώπους νιώθω όμορφα και να μοιραζόμαστε τη χαρά της δημιουργίας, που πετάγεται ο καθένας, λέει τη βλακεία του, τσακωνόμαστε, βαριόμαστε, ξανασυμφωνούμε κ.λπ. Ενα τόσο ωραίο παιχνίδι».
Ο πλέον ταιριαστός χαρακτηρισμός στην περίπτωση θα ήταν: χαβαλές. Μια λέξη η οποία δεν εμπεριέχει μόνο αρνητική χροιά, αλλά εκφράζει και μια ζέστη, μια οικειότητα. Ετσι ήταν και σ’ αυτήν την –πρώτη– παράσταση που είδα, όπου ένα νεανικό κοινό φίλων και ομοϊδεατών πλημμύριζε την μικρή –την υπόγεια– σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου με τις πρόσχαρες αύρες των «δικών μας». Ποια ήταν τα αρνητικά σημεία μιας παράστασης η οποία προσομοίαζε αρκετά σε εκδήλωση της τελευταίας τάξης μοδάτου λυκείου σ’ εκδρομή; Η έλλειψη ελέγχου στις χρονικές αναλογίες. Στο timing που λέμε. Ειδικά προς το τέλος, όπου κυριολεκτικά αλωνίζει ο ίδιος ο Μαυρογεωργίου –ο συν-συγγραφέας, σκηνοθέτης και ερμηνευτής– ο αναμφισβήτητα πολύ-ταλαντούχος δημιουργός χάνει το μέτρο τόσο στις υποκριτικές του φλυαρίες όσο και στην αίσθηση του χρόνου. Ο πολυμορφικός Κώστας Γάκης είναι ήδη ένας πρώτης τάξεως ηθοποιός μιας νέας γενιάς, η οποία γνωρίζει πώς να απομακρύνεται από τον εκάστοτε ρόλο σχολιάζοντας και κριτικάροντάς τον. Για μένα ο καλύτερος εδώ.
Περισσότερο κοντά στις παλιές –σίγουρα καλές– συνταγές της επιθεώρησης τόσο οι Μαρία Φιλίνη και η Κατερίνα Μαυρογεώργη. Σίγουρα τα «Μαθήματα Βίας» δεν είναι σαν την υπερτιμημένη «Κατσαρίδα» η οποία είχε το προνόμιο στον καιρό της να αιφνιδιάσει το κοινό της. Οι υποψιασμένοι πλέον θεατές έχουν ανεβάσει τον πήχυ και σίγουρα δεν θα αρκεστούν σε ένα κάπως ξαναζεσταμένο φαγητό. Αυτό πάντως που θα επισημάνω εδώ είναι τόσο η μουσική, όσο και η υπόλοιπη δημιουργική δουλειά του Κώστα Γάκη.
Εγκεφαλική
Τώρα στην συγγενική παράσταση του «Ιππότα Φηρ... Κοιμάσαι;» αυτό που της λείπει είναι ακριβώς ο χαβαλές που λέγαμε. Παρ’ όλο που το υπερ-δουλεμένο στην εγκεφαλικότητα του κείμενο του Γιάννη Μαργαρίτη κάνει μεγάλες προσπάθειες να είναι κοντά στο κλασικό παραμύθι, να ψυχαγωγεί και να κλείνει το μάτι στον θεατή, τελικά παραμένει κατ’ εξοχήν υπερβολικά περίσκεπτο. Γιατί κι αυτοί ακόμα οι οποίοι θα κατανοήσουν πολλά από τα «αστεία» της παράστασης θα είναι όσοι έχουν φοιτήσει σε περισπούδαστες δραματικές σχολές. Πώς να το κάνουμε, όταν μιλάς –ακόμα και σκωπτικά– για «ψυχοσωματικοενεργειακές ασκήσεις», για σωματικό και εγκεφαλικό θέατρο, κι όταν κάνεις ρίμες για ιππότες «ναΐτες» συνταιριάζοντας τους με «αλήτες» μοιραία περιορίζεις το κοινό σου στους πολύ επαΐοντες.
Στα πολύ θετικά στοιχεία της παράστασης, πάντως, είναι η ολοζώντανη μουσική του Γιώργου Φακανά που πρωταγωνιστεί στην παράσταση με τέσσερις μουσικούς. Και κομμάτια όπως το εμβατηριακό «Στο δρόμο για το Αβαλο» με λίγη υποστήριξη θα μπορούσαν να γίνουν ακόμα και πλατιές επιτυχίες. Επίσης ήταν εντυπωσιακός ο επαγγελματισμός των ηθοποιών στο τραγούδι. Κι αυτό επειδή σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου το τραγούδι κυριαρχεί απόλυτα, δεν αρκούν μόνο οι καλές φωνές – χρειάζονται και οι σωστά εκπαιδευμένες φωνές. Εδώ κυριάρχησε η Χρυσάνθη Δούζη στο ρόλο της μάγισσας Αναγκρομ. Με παρόμοια φωνή θα μπορούσε εκτός από τραγουδίστρια να κάνει και σημαντική καριέρα στο αρχαίο δράμα. Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς τα εντυπωσιακά βιογραφικά των Γιάννη Βογιατζή, Γιώργου Χατζόγλου, Σοφοκλή Κωστούκα και Βασίλη Παπαγεωργίου για να κατανοήσει πώς τα καταφέρνουν με τόσο απαιτητικούς και μεγάλους τραγουδιστικούς ρόλους. Το σκηνικό και τα κοστούμια του Δημήτρη Κακριδά κραυγάζουν ότι εδώ έχει επιλεγεί η πλέον οικονομική λύση.
Συμπερασματικά και οι δύο παραστάσεις έχουν το ενδιαφέρον τους. Μπορεί να είναι αμφότερες κάπως φλύαρες και αναμφισβήτητα εγκεφαλικές –η μεν πρώτη σχεδόν αποκλειστικά για ψαγμένο νεανικό κοινό, η δεύτερη και για τις παλιοσειρές– όμως είναι από τις πρώτες αξιοσημείωτες παραστάσεις αυτού του θεατρικού χειμώνα ο οποίος δεν προμηνύεται εύκολος.
Saturday, October 4, 2008
Κλασικό αλλά και πρωτοποριακό
Ακολουθώντας την σαιξπηρική ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας, ούτε και το «West Side Story» έχει happy end. Στην υποβαθμισμένη δυτική συνοικία του Μανχάταν, συμμορίες νεαρών μελαψών Πορτορικανών στήνουν αιματηρούς καυγάδες με δεύτερες γενιές κατάλευκων Πολωνών. Το ειδύλλιο μεταξύ μιας Πορτορικάνας και ενός «Καυκάσιου» δεν ευτύχησε να πέσει στα χέρια του Γιώργου Κιμούλη ώστε να έχει ένα αίσιο τέλος. Η τωρινή ανά τον κόσμο περιοδεύουσα παράσταση ήταν ένας εορτασμός για τα πενήντα χρόνια από τότε που το θρυλικό πλέον έργο με τη μουσική του Λέοναρντ Μπερνστάιν και τη χορογραφία του Ζερόμ Ρόμπινς πρωτοπαίχθηκε στο θέατρο Γουίντερ Γκάρντεν στο Μπροντγουέι. Μήπως όμως μια υπόθεση που επιθυμούσε να είναι σύγχρονη το 1957 είναι κάπως παρωχημένη μισόν αιώνα μετά; Ετσι, άλλωστε, γράφηκε και στον αμερικανικό Τύπο.
Στην Ομόνοια
Η διάψευση ήρθε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην περιοχή Σοφοκλέους και Μενάνδρου. Πριν από κανένα μήνα, μία ομάδα Ιρανών συγκρούστηκε με Αφρικανούς. Οπως και στο μιούζικαλ υπήρξαν θύματα και στην περιοχή της Ομονοίας. Τώρα, με μια υψηλού επιπέδου τεχνική αρτιότητα –ακόμα κι αν οι «ζωντανές» φωνές δεν ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να ευχηθεί κανείς– και με χορευτικά τα οποία ήταν τουλάχιστον επαγγελματικά εκεί που στις ντόπιες παραστάσεις έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε ως επί το πλείστον «μαρκαρίσματα», η ξένη παράσταση στο Μπάντμιντον μας κακοσυνηθίζει. Η ορχήστρα ήταν επίσης ολοζώντανη και δεν υπήρχε playback. Για πόσες δικές μας παραστάσεις μπορεί να το πει κανείς αυτό;
Γιατί, όσο να ’ναι, το West Side Story θα αποτελέσει ένα μέτρο σύγκρισης για το μιούζικαλ που ετοιμάζει ο Σταμάτης Φασουλής στο «Παλλάς». Ναι, ο ίδιος έκανε πέρυσι μια αξιοπρεπέσταστη μίμηση σκηνοθετώντας τους «Τρελούς Παραγωγούς» αλλά πρωτογενής δουλειά δεν ήταν. Οποιος έχει δει την νιουγιορκέζικη ή την λονδρέζικη παράσταση αντιλαμβάνεται την αντιγραφή.
Μολονότι πιο «φτωχή» η συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Βόλου με το «ΘΕΣΠΙΣ Β΄» του μιούζικαλ «Δεσμοί Αίματος» του Μπίλι Ράσελ (ναι, του ίδιου που έγραψε το «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα» που λέγαμε προτύτερα) είχε τουλάχιστον ένα διαφορετικό κοίταγμα από την πρώτη παράσταση στο Albery Theatre στο Λονδίνο. Σκηνοθετημένη από τον Κώστα Σπυρόπουλο για να να μετακινείται εύκολα σε υπαίθριες πιάτσες, ήταν από τις καλές δουλειές του φετινού καλοκαιριού. Αν σκεφθεί κανείς τις συνθήκες...
Ε, να λοιπόν ακριβώς αυτές τις συνθήκες που επικαλούμαστε διαρκώς θα πρέπει να αγνοήσουμε από εδώ και πέρα Νομίζω. Είμαι από τη Θεσσαλονίκη και συχνά ακούω –και μάλιστα από επίσημα «υψηλά» χείλη– την παρακάτω φράση: «Αυτό δεν κάνει για εδώ. Είναι πολύ πρωτοποριακό. Οι Θεσσαλονικείς δεν θα το καταλάβουν». Το θεωρώ άκρως προσβλητικό. Οχι μόνο για τη «συμπρωτεύουσα» αλλά και για οποιαδήποτε άλλη πόλη της Ελλάδας.
Μέχρι τώρα ρίχναμε καντάρια νερό στο κρασί μας σκαρώνοντας ελληνικά μιούζικαλ. Θεωρώ ότι το «West Side Story» με τις πολλές παραστάσεις που έδωσε στην Αθήνα μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα είδος μεζούρας. Αν είναι να τα κάνουμε ας τα κάνουμε τουλάχιστον σωστά. Και δεν είναι αναγκαστικά οικονομική υπόθεση. Και δεν είναι μόνο η έλευση της Μαντόνας η οποία κόστισε βέβαια πανάκριβα, αλλά έδωσε κι ένα πρόσθετο μάθημα: το πόσα πολλά –εντυπωσιακά και πάμφθηνα– μπορεί να δημιουργήσει ένας ταλαντούχος video artist. Κι εδώ όμως κάπου πρέπει να αναθεωρήσουμε τα «γούστα» μας. Υπήρχαν στοιχεία κιτς στη συναυλία της Μαντόνας, κι αν ναι ποια ήταν αυτά; Και ποιος μπορεί να τα αξιολογήσει; Ειδικά εμείς οι κριτικοί θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σ’ έναν κόσμο ο οποίος αλλάζει τόσο δραστικά, κι όπου το ψάξιμο για καινούργιες μορφές τέχνης είναι συνεχές και ενίοτε επικίνδυνα σοκαριστικό. Δεν πειράζει.
Είναι κιτς;
Πάρτε το κιτς, δηλαδή αυτό που θεωρήθηκε κακόγουστο, φθηνά «λαϊκό», μια τέχνη των σουβενίρ. Πρόσφατο παράδειγμα, η θρυλικά πολυσυζητημένη «Μήδεια» του Βασίλιεφ χαρακτηρίστηκε κι αυτή από πολλούς «παλαιοσοβιετικό κιτς». Μπορεί και να ήταν έτσι. Ανάλογα με το τι είδους μεζούρες χρησιμοποιείς. Πάντως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας διόλου τυχαίος δημιουργός έκανε απόλυτα συνειδητά ό,τι έκανε. Στόχος του ήταν να ταρακουνήσει κάποια βαλτωμένα νερά. Στα 1939, ο Αμερικανός τεχνοκριτικός Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ δημοσίευσε το ιστορικό πλέον μανιφέστο με τίτλο «Πρωτοπορία και κιτς» όπου το κιτς παρουσιάζεται σαν μια μορφή τέχνης καθ’ όλα ομότιμη με τον σουρεαλισμό, τον ρεαλισμό κ.τ.λ κ.τ.λ. Τώρα ασφαλώς κι είναι δύσκολο για έναν κριτικό - τέχνης, θεάτρου, κινηματογράφου- να ξεχωρίσει το «κιτς» από το κιτς και να παρουσιάσει το έναν ή το άλλο στους αναγνώστες του.
Αρχίζουμε μεγάλη κουβέντα! Την οποία ας συνεχίσουμε καλύτερα με συγκεκριμένα –θεατρικά– παραδείγματα τα οποία όπου να ’ναι θα σκάσουν μύτη στην επερχόμενη θεατρική περίοδο. Υπομονή.
Saturday, September 13, 2008
Διστακτικά κι άτεχνα μοντέρνος(;)
Αισχύλος Αγαμέμνων, σκην: Αντζελα Μπρούσκου. «Θέατρο Δωματίου» (Επίδαυρος)
Η ανθρώπινη δράση σε μία από τις πλέον άγριες και προβληματικές εκφάνσεις της. Η δίψα για εξουσία και η αδίστακτη πορεία μέχρι να φθάσει κανείς στο στόχο του πατώντας στην κυριολεξία πάνω σε πτώματα. Η σύγκρουση για την ισχύ μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού. Το Εγκλημα και η Τιμωρία. Το συναίσθημα απέναντι στον ορθολογισμό. Η καρδιά ν’ αναμετριέται με το μυαλό. Η πίστη στη φυλή και η ιδέα της δημοκρατίας γενικότερα. Μόλυνση και κάθαρση.
Ολα αυτά συμπυκνωμένα απ’ τη στιγμή που διαδραματίζονται μέσα σε μια οικογένεια, μέσα σ’ έναν βασιλικό οίκο. Στην Ορέστεια του Αισχύλου όλα δείχνουν μετρημένα και με βάση τους τα θεία και τ’ ανθρώπινα. Στο πρώτο μέρος της τριλογίας, στον «Αγαμέμνονα» η ιστορία καλπάζει και οι βασικοί χαρακτήρες παρουσιάζονται με ανθρώπινη σάρκα και με υπεροπτική βασιλική προσωπικότητα.
Το περιεχόμενο
Τι κάνει κανείς μ’ ένα παρόμοιο πρώτο υλικό στο χέρι; Μα, πρώτα απ’ όλα επιχειρεί να δείξει τα κύρια πρόσωπα με τέτοιο τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στις περιγραφές του κειμένου. Ο σκηνοθέτης μπορεί να τους ντύσει με αρχαία ρούχα, με φράκα, με μπλουτζίν. Ασχετο. Το ζητούμενο είναι να μπορέσει η Κλυταιμνήστρα, ο Αγαμέμνονας, η Κασσάνδρα ή ο Αίγισθος να αποκτήσουν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και να πείσουν το κοινό ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Οπως τα λένε. Με τ’ άσπρα και τα μαύρα. Ο,τι και να φοράνε, όπως κι αν συμπεριφέρονται – αρκεί να υπάρχει βέβαια κάποια λογική στο φέρσιμό τους. Ετσι δεν ήταν πάντα το θέατρο; Ακόμα κι όταν έκανε τις παραξενιές του με τους λεγόμενους πρωτοποριακούς σε εκείνη την ξεχωριστή καλλιτεχνική περίοδο που ακολούθησε την σοβιετική επανάσταση (ό,τι σήμερα λέμε «μοντέρνο» στις τέχνες και την αρχιτεκτονική ξεκίνησε τότε απ’ εκεί) μέχρι και στην εποχή του «ντανταϊσμού», του παραλόγου και τον 21ο αιώνα.
Με δυο λόγια δεν είναι το πώς αλλά το τι. Δεν είναι η φόρμα από μόνη της αλλά –κυρίως– το περιεχόμενο, το οποίο οφείλει να γίνεται αντιληπτό.
Πολλά ερωτήματα
Στον «Αγαμέμνονα» που σκηνοθέτησε η Αντζελα Μπρούσκου στην Επίδαυρο τα ερωτήματα ήταν πολλά. Γιατί άραγε υπήρξε το καρπούζι που κουβαλούσε ο Κήρυκας (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης), το οποίο θρυμματίζεται στην ορχήστρα; Γιατί φορούσε ο χορός τα σακάκια του ανάποδα, προτού μεταμορφωθεί σε σκυλάκια; Γιατί η σκηνοθέτις έδιωχνε διαρκώς σε μια απόμακρη άκρη της σκηνής την Κλυταιμνήστρα (Αμαλία Μουτούση), ενώ υποτίθεται ότι άκουγε τα λόγια τα οποία της απηύθυναν; Κι ένα σωρό άλλα περίεργα και αινιγματικά.
Τέλος πάντων. Το έντεχνο παραξένισμα φοριέται ιδιαίτερα τελευταία. Ομως, ας είχε τουλάχιστον κι αυτό κάποιο πρόσωπο. Εστω κι άσχημο. Ενα πρόσωπο το οποίο ας έκανε χονδροειδείς γκριμάτσες με σκοπό να ερεθίσει το κοινό, όπως –καλή ώρα– έκανε ο Βασίλιεφ στη «Μήδειά» του.
Εδώ οι δήθεν πρωτοτυπίες παρέμεναν ξεκρέμαστες. Ασυγχώρητα αυθαίρετες. Οχι, δεν φταίει η δημιουργός του «Θεάτρου Δωματίου», η Αντζελα Μπρούσκου. Φταίει ο Διευθυντής του Φεστιβάλ, ο Γιώργος Λούκος, ο οποίος θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί την καλλιτεχνική ανεπάρκεια της Μπρούσκου, από εκείνη την Ηλέκτρα δωματίου που είχε διδάξει πριν από δύο χρόνια. Και –τουλάχιστον– να μη της δώσει την Επίδαυρο.
Κρίμα που χαραμίστηκαν και μερικοί καλοί ηθοποιοί, όπως ο Μηνάς Χατζησάββας, ο οποίος δεν είχε να υποστηρίξει έναν σαφή χαρακτήρα. Ακόμα και η Αμαλία Μουτούση, που πιάνει κάρβουνο και γίνεται στα χέρια της χρυσάφι, εδώ όχι μόνο σκόνταψε, αλλά έβαλε σε κίνδυνο και τις φωνητικές της χορδές οδηγημένη σε μια ιδιότυπη ορθοφωνική ατραπό. Παρ’ όλα αυτά, τελικά η καλή ηθοποιός κατά περίεργο τρόπο διεσώθη.
Για μένα ήταν ευχάριστη έκπληξη η underground Κασσάνδρα της Παρθενόπης Μπουζούρη, επειδή μόνη της πατούσε πόδι στην παράσταση, και τερπνή ήταν η νότα που παρουσίαζε –ως μη ώφειλε– ο φουστανελοφόρος Κήρυκας του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη. Ο Μάξιμος Μουμούρης ως Αίγισθος εντελώς έξω από τα τηλεοπτικά νερά του. Δίχως το παραμικρό ενδιαφέρον τα σκηνικά της Γκάυ Στεφάνου και τα κοστούμια της Αντζελα Μπρούσκου.
Ε, λοιπόν, χίλιες φορές προτιμότερη η υπεραλατισμένη, υπερκαρυκευμένη, πανφλύαρη «Μήδεια» του Ανατόλι Βασίλιεφ. Αυτός, όμως, ο διστακτικά κι άτεχνα μοντέρνος(;) «Αγαμέμνων» δεν πήγε το αρχαίο δράμα πουθενά.
Sunday, August 31, 2008
Δεν ήταν και τόσο κακή η «Μήδεια»
Ευριπίδης: Μήδεια. Σκην. Ανατόλι Βασίλιεφ. Επίδαυρος
Τ ρεις μουσικοί-χορευτές σηκώνονται από τη θέση τους στο βάθος της ορχήστρας και έρχονται στο προσκήνιο.
Το «χορευτικό» που ακολουθεί είναι άψογα εκτελεσμένο στο «στυλ» και στη σύγχρονη πρωτοπορία των Αμερικανών Αλβις Νικολάις και Μέρς Κάνινγκχαμ.
«Ο σκηνοθέτης, ο Ανατόλι Βασίλιεφ, μας εξήγησε ότι το εμπνεύστηκε από την Τιτανομαχία. Από τον πόλεμο, δηλαδή, μεταξύ των Τιτάνων και των Ολύμπιων. Τότε, που ο Ουρανός επειδή φοβόταν πως κάποιο από τα παιδιά του θα του έπαιρνε τον θρόνο…».
«Μα, απ’ ότι θυμάμαι δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε αυτό το περιστατικό μέσα στο κείμενο της Μήδειας του Ευριπίδη, όπου μια “ξένη” γυναίκα σκοτώνει τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον άνδρα της τον Ιάσονα...».
«Σύμφωνοι, αλλά ο Βασίλιεφ μας εξηγούσε για ώρες και ώρες την Τιτανομαχία.
Εσύ δεν αντιλήφθηκες αυτήν την αναφορά του στην παράσταση;».
«Ομολογώ πως όχι. Δεν πήγε το μυαλό μου εκεί!».
Κουβέντιαζα μ’ έναν από τους μουσικούς που αποτελούσαν τον χορό της «Μήδειας», της σίγουρα πλέον συζητημένης αλλά κι άκρα αμφισβητημένης παράστασης στην φετινή Επίδαυρο. Το παραπάνω είναι ένα ελάχιστο μόνο παράδειγμα των προθέσεων του σκηνοθέτη, όπως και του τι μπορεί να έφτασε μέχρι το κοινό.
Κι αυτό γιατί είμαι σίγουρος ότι δεν ήμουνα ο μόνος που δεν είχε πάρει μυρωδιά στα περί της Τιτανομαχίας. Σίγουρα πρέπει να υπήρξαν άφθονα παρόμοια σημάδια τα οποία δεν έγινε δυνατόν ν’ αποκρυπτογραφηθούν σ’ αυτήν την υπερβολικά φλύαρη παράσταση, που ξεπέρασε δίχως λόγο τις τρεισήμισι ώρες.
Υπήρξαν λ.χ. σκηνές όπου ο Αγγελος είχε τριχοτομηθεί και τα τρία πρόσωπα μιλούσαν για ένα εκνευριστικά μεγάλο διάστημα ταυτόχρονα σε διαφορετικές γλώσσες.
Στην παραπάνω φράση που γράφω υπάρχει μία λέξη που χαρακτηρίζει την παράσταση: το «εκνευριστικά», το οποίο φυσικά και δεν ήταν τυχαίο. Κι αυτό γιατί ένας από τους ολοφάνερους στόχους του Βασίλιεφ ήταν να εκνευρίσει ένα κοινό το οποίο συνήθως παρακολουθεί ειδικά τις παραστάσεις του αρχαίου δράματος μισοναρκωμένο στην μακαριότητά του. Καλά κάνει και χρησιμοποιεί αυτό το είδος της ομοιοπαθητικής.
Διαμαρτυρίες
Σίγουρα υπήρξαν πολλές έντονες διαμαρτυρίες από τη μεριά του κοινού για τα αναπάντεχα και τα «ανεπίτρεπτα» τα οποία διαδραματίστηκαν μέσα στην κατακόκκινη αρένα (το σκηνικό ήταν του Διονύση Φωτόπουλου). Θα τα έχετε ήδη διαβάσει. Ακούγοντας λοιπόν όλες αυτές τις αντιδράσεις την πρώτη νύχτα στην Επίδαυρο αναρωτιόμουν, αν και γνώριζα βέβαια την απάντηση: Μα καλά, θα ήταν καλύτερα να είχαμε παρακολουθήσει μια «φρόνιμη» παράσταση από έναν από τους μικρομεσαίους δικούς μας σκηνοθέτες που κάνουν τις αρχαίες τραγωδίες χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει; Οχι δεν θα ήταν καλύτερα.
Γιατί μ’ αυτούς σίγουρα δεν θα υπήρχε μεν παρόμοια διαμαρτυρία. Αλλά ούτε και θα είχαμε κουβεντιάσει τόσο πολύ πάνω στη Μήδεια. Ετσι, δεν έγινε μήπως και με τις διαφειλονικημένες «Βάκχες» του Λάνγκχοφ που ακόμα τις θυμόμαστε έπειτα από τόσα χρόνια.
(Στις αγγλικές κριτικές μου γράφω μάλιστα και δυο-τρία ονόματα μικρομεσαίων «διδασκάλων», τους οποίους λέω καλύτερα να τους αποσιωπήσω τώρα…).
Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο υπερβολικά φλύαρος, και με τη συγχυσμένη μεταφυσική προδιάθεση Ανατόλι Βασίλιεφ είναι –πώς να το κάνουμε;– ανάμεσα στους μεγαλοφυείς θεατράνθρωπους της εποχής μας. Ακριβώς όπως είναι και ο Τσέζαρις Γκραουζίνις, ο Οσκαρας Κορσουνόβας, ο Κριστόφ Βαρλικόφσκι, η καινούργια τέλος πάντων γενιά των ικανών σκηνοθετών οι οποίοι πολύ συχνά τρώνε τα μούτρα τους, στην πορεία τους να προχωρήσουνε το θέατρο κάποια βήματα παραπέρα. Συμπερασματικά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Βασίλιεφ απέτυχε μ’ αυτήν την πληθωρική Μήδεια, η οποία τελικά κατάντησε φτηνό ανέκδοτο για τα αδηφάγα –και πάμφθηνα– ΜΜΕ μας. Οχι! Σίγουρα δεν ήταν ΤΟΣΟ κακή. Το αντίθετο μάλιστα.
Εμένα προσωπικά τουλάχιστον μου άρεσαν και τα ουγγρο-απωανατολίτικα ασπρόμαυρα κοστούμια του Αντάλ Τσάμπα, όπως και η –επίσης φλύαρη– χορογραφία του Χόρβατ Τσάμπα, αλλά και η λαϊκότροπη μουσική του Τάκη Φαραζή. Βρήκα επίσης ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι τεχνικοί σκηνής ήταν ανά πάσα στιγμή φανεροί, αποστασιοποιώντας έτσι τη δράση του έργου και φέρνοντάς το πλησιέστερα σε μία κοντινή μας μεταφυσική θυσία. Το κοινό μπορεί να κρίνει και να κατακρίνει. Τι το δημοκρατικότερο, αν θέλετε. Ζήτημα γούστου θα πείτε. Ακριβώς.
Εκείνο πάντως που βρήκα ανεπίτρεπτο ήταν το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης γέμισε τον χώρο της ορχήστρας με καφετιά κομμάτια φελλού, τα οποία εξοβέλισαν ένα από τα μοναδικά προτερήματα του χώρου της Επιδαύρου. Τη μοναδική ακουστική της. Το αποτέλεσμα ήταν να γεμίσουν την αρένα με ολοζώντανα αναίτια μικρόφωνα, γύρω γύρω.
Οι άλλες μου –μη τεχνικές– γκρίνιες θα ήταν επάνω στην καλλιτεχνική σύλληψη του δημιουργού για τις οποίες δεν νομίζω πως ο κριτικός έχει λόγο να επεμβαίνει. Να τ’ αφήσουμε λοιπόν. Γιατί η λογική απάντηση εδώ θα ήταν: Αν νομίζεις ότι έπρεπε να γίνει έτσι, κάν’ το εσύ…
Η Κονιόρδου
Εκείνο που μένει πάντως από την παράσταση είναι η αστραφτερή, υπερβατική Μήδεια της Λύδιας Κονιόρδου. Μία προσωπικότητα η οποία εκφράζεται ξεκάθαρα ακόμα και όταν δεν μιλάει. Κι εδώ ο Βασίλιεφ θριάμβευσε με μια παρόμοια ηθοποιό στα χέρια του. Υπάρχει μία σκηνή όπου κανένας από το ζευγάρι Ιάσωνα-Μήδεια δεν λέει λέξη. Κι αυτό για ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο για το θέατρο, χρονικό διάστημα. Και δεν «χάνεις κουβέντα». Επίσης η Κονιόρδου ήταν η μόνη που –κατά τα φαινόμενα– ακολούθησε σωστά την πολύ ιδιότυπη, στακάτο εκφορά λόγου που της διδάχθηκε εδώ δίχως να ξενίσει.
Πιστεύω ότι είναι από τις ελάχιστες Ελληνίδες ηθοποιούς που έχουν τόσο τη γνώση όσο και την ικανότητα να εφαρμόζουν μία τεχνική, χρησιμοποιώντας το μυαλό, την παιδεία αλλά και το ελεγμένο συναίσθημα. Βέβαια, εδώ φάνηκε ο μοναχικός δρόμος που έχει επιλέξει η Κονιόρδου. Γιατί πώς να αντιμετωπίσει στη σκηνή απέναντί της έναν τόσο «λίγο» Ιάσωνα (Νίκο Ψαρρά), μία τόσο συμβατική Τροφό (Αγλαΐα Παππά) έναν τόσο αδιάφορο Παιδαγωγό (Δημήτρη Κανέλλο); Μόνο ο Κρέοντας του Γιώργου Γάλλου και ο Αιγέας του Νίκου Καραθάνου φανέρωσαν κάποια συγκεκριμένη προσωπικότητα στη συγκεκριμένη παράσταση.
Μια παράσταση που πρέπει να δείτε. Και να κρίνετε...
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 31 Aυγούστου 2008
Saturday, July 19, 2008
Χάινερ Μίλερ «Φιλοκτήτης», Τένεσι Ουίλιαμς «Λυσσασμένη Γάτα», Σαίξπηρ «Αμλετ»
Σπύρος Παγιατάκης, Η Καθημερινή, 20/07/2008
Χάινερ Μίλερ: Φιλοκτήτης, σκην. Ματίας Λάνγκχοφ. Τένεσι Ουίλιαμς: Λυσσασμένη γάτα, σκην. Τόμας Οστερμάγιερ. Σαίξπηρ: Αμλετ, σκην. Τόμας Οστερμάγιερ
Να, για παράδειγμα, ιδού οι εντυπώσεις που έχουν οι ξένοι για τους Γερμανούς όπως τουλάχιστον τις αποτύπωσε και δημοσιεύει το περιοδικό FOCUS. Ενας στους πέντε Τσέχους, λοιπόν, λέει ότι οι Γερμανοί έχουν υπερβολική υπεροψία, ένας στους οκτώ Αυστριακούς ισχυρίζεται πως «δεν τους πάει με τίποτα» και ένας στους δέκα Ιταλούς εξακολουθεί πάντα να τους συνδέει με τον Χίτλερ και τους Ναζί. Σύμφωνα πάντα με την ίδια σφυγμομέτρηση, αυτό που οι ίδιοι οι Γερμανοί πιστεύουν για τους εαυτούς τους είναι ότι είναι υπεύθυνοι, εργατικοί και ότι στερούνται χιούμορ. Οι Ελληνες δεν αναφέρονται στη μέτρηση.Παρατηρώντας, όμως, την προσέλευση των συμπατριωτών μας, αλλά και τις υπερενθουσιώδεις αντιδράσεις, στις τρεις «γερμανικές» παραστάσεις του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών –και Επιδαύρου– («Φιλοκτήτης» του Χάινερ Μίλερ σε σκηνοθεσία του Ματίας Λάνγκχοφ, «Λυσσασμένη Γάτα» του Τένεσι Ουίλιαμς, και ένας ημισεξπηρικός «Αμλετ» σκηνοθετημένος από τον Τόμας Οστερμάγιερ στην υπερτιμημένη Σαουμπίνε του Βερολίνου) για μας η Γερμανία είναι η κατ’ εξοχήν θεατρική πιάτσα. Επ’ αυτού υπάρχει προϊστορία. «…Οστις είχε την ευτυχίαν να παρακολουθήση τας παραστάσεις των αρχαίων τραγωδιών τας δοθείσας εν Γερμανία υπό του Ράινχαρτ, είναι αδύνατον να μην ομολογήση ότι ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής... ανήκουν πλέον εις τον γερμανικόν λαόν, όσο και ο Γκαίτε και ο Σίλλερ. Ενώ διά τους νεώτερους Ελληνας η αρχαία Ελλάς θα μένη ξένη, εν όσω δεν κατορθώσουν να δημιουργήσουν μίαν ζωήν ιδικήν των, μία ψυχήν και κατά συνέπεια έναν πολιτισμόν», έγραφε στη «Νέα Ελλάς» ο Φώτος Πολίτης πριν από καμιά εκατοσταριά χρόνια – το 1915.Τα τελευταία χρόνια –και ειδικά στα «Φεστιβάλ του Λούκου»– έχουμε δει τόσο πολύ γερμανικό θέατρο ή μάλλον τόσες πολλές παραστάσεις από γερμανικά μάτια και χέρια που έχουμε πλέον εντρυφήσει στις γερμανικές θεατρικές ματιές. Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό αυτών των παραστάσεων;Εκκωφαντική μουσική και εκφορά λόγου, «αποδόμηση» των κλασικών και επιστροφή (;) σ’ ένα είδος μινιμαλισμού, διάφορα μείγματα αγριάδας και καταπίεσης των επί σκηνής ερμηνευτών, συναισθήματα που γεννιούνται όταν παρακολουθεί κανείς ένα ζωντανό τρακάρισμα. Η σκηνική ζωντάνια πρέπει να έχει ιδρώτα, άγχος και βία. Το είδαμε στον μεταλλαγμένο «Αμλετ» του Οστερμάγιερ («Ο Αμλετ δεν είναι ήρωας, αλλά βλαξ» στην «Καθημερινή», 1 Ιουν. 2008), όπου το πυροτέχνημα των ξεθυμασμένων νεωτερισμών εξαντλήθηκε γρήγορα φέρνοντας την πλήξη, το είδαμε στον προχθεσινό μοντερνισμό του Μ. Λάνγκχοφ στη Μικρή Επίδαυρο, και λιγότερο σε μιαν ορθόδοξη «Λυσσασμένη Γάτα» όπου η μόνη πρωτοτυπία ήταν το να πασαλείψει με τούρτα μία υστερική σύζυγος την κουνιάδα της.Το έχω ξαναγράψει: οι Γερμανοί –ε, τους ξέρω καλά!– είναι κατά βάθος ο πλέον συντηρητικός, ο πλέον συμπλεγματικός λαός της Ευρώπης. Ακόμα κι όταν επιχειρεί να κάνει τα πλέον ανορθόδοξα «τρελά του» στο θέατρο. Με αφόρητα κόμπλεξ –κυρίως απέναντι στους Βρετανούς και Αμερικανούς θεατρανθρώπους– οι περισσότεροι επώνυμοι και ικανοί κατά τ’ άλλα σκηνοθέτες επιχειρούν να πετάξουν πάνω από το κείμενο, να φανούν «υπεράνω» του, συχνά δε ακόμα και να το εξευτελίσουν.Εχοντας στη διάθεσή τους ένα ως επί το πλείστον υψηλού επιπέδου υλικό μπορούν και εντυπωσιάζουν με τους ηθοποιούς τους. Στα γερμανικά σχολεία μέσης εκπαίδευσης, που δεν μπορούν ασφαλώς να συγκριθούν με τα δικά μας, και στις δραματικές σχολές τους, που δεν φορτώνουν τα παιδιά με φλύαρη θεωρία όπως εδώ αλλά με χρήσιμα πρακτικά μαθήματα ορθοφωνίας, κίνησης, ξιφασκίας (χαρακτηριστική η σκηνή της ξιφομαχίας στον Αμλετ), οι μέλλοντες ηθοποιοί βοηθούνται ουσιαστικά. Δεν νομίζω ότι υπάρχει σ’ εμάς μάθημα διαλεκτικής, όπως σε μερικές σχολές της πάλαι ποτέ γερμανικής ανατολής. Το συμπέρασμα είναι ότι οι Γερμανοί μπορούν να εντυπωσιάζουν με τους έξοχους ηθοποιούς τους. Κυρίως στην τεχνική τους.Πριν από μερικά χρόνια, εντυπωσίαζαν και με ρηξικέλευθες σκηνοθεσίες ή μάλλον σκηνοθετισμούς, οι οποίοι όμως με την επανάληψή τους ξεθώριασαν από την πολλή χρήση. Το είδαμε πέρυσι με τον Πέτερ Στάιν, το συναντήσαμε φέτος με τον 67χρονο Ματίας Λάνγκχοφ. Προσωπικά δεν αντιλήφθηκα γιατί να επιλεγεί το κείμενο του Χάινερ Μίλερ αντί της ώριμης ουσιαστικής τραγωδίας του Σοφοκλή, της οποίας το πολιτικό μήνυμα είναι απλούστερο και περισσότερο κατανοητό. Γιατί και στην γερμανική αυτή εκδοχή του Μίλερ κυριαρχεί ασφαλώς το –Βιλιμπραντικό– αξίωμα της Realpolitik που εκφράζεται με τον Οδυσσέα, όπως και στο αρχικό πρωτότυπο του Σοφοκλή. Ο –μέχρις απλοϊκός– μοντερνισμός της παράστασης έβγαινε με εμβρυουλκό. Κι ήταν ένας πλέον παρωχημένος μοντερνισμός με ημερομηνία λήξης. Εμφανώς εγκαταλελειμμένοι στη μοίρα τους οι τρεις ηθοποιοί, ο Μηνάς Χατζησάββας, ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Γιάννης Λούλης κρεμάστηκαν από τις γνωστές πλέον μανιέρες τους σαν επάνω σε σωσίβια. Καμιά επικοινωνία εκεί ακριβώς που έπρεπε. Κι αν έχει φάει με το κουτάλι την Ανατολική Γερμανία –όπου γεννήθηκε– ο Λάνγκχοφ. Τον διαλεκτικό ματεριαλισμό που έκαναν στο γυμνάσιο τον ξέχασε ολουσδιόλου;Ο 40χρονος Τόμας Οστερμάγιερ έχει κι αυτός γερές ανατολικογερμανικές πολιτιστικές ρίζες. Απόφοιτος της δραματικής σχολής «Ερνστ Μπους», είναι από τους Γερμανούς σκηνοθέτες με την λιγότερο κρυφο-μικροαστική νοοτροπία.Με εντυπωσιακούς ηθοποιούς πέτυχε να στηρίξει στα πόδια του ένα απελπιστικά ξεπερασμένο έργο, όπως η «Λυσσασμένη Γάτα» του Τένεσι Ουίλιαμς (1955) που άγγιζε ακροθιγώς ένα θέμα ταμπού – την ομοφυλοφιλία. Το κείμενο ξεσκονίστηκε κάπως με εμβόλιμες λέξεις που «βγάζουν τα πάντα στη φόρα», αλλά εκτός από τους έξοχους ρόλους τίποτα περισσότερο. Γιατί, άραγε, το ανέβασε η ξακουστή βερολινέζικη «Σαουμπίνε» απορώ. Για την αθηναϊκή «παγκόσμια πρεμιέρα» του Αμλετ, τα είπα παραπάνω. Αγχωτική προχθεσινή πρωτοπορία δίχως λόγο. Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς το σύγχρονο γερμανικό θέατρο, όπως το είδαμε εδώ στο Φεστιβάλ Αθηνών ως «Typisch Deutsch», δηλαδή ως «τυπικά γερμανικό»; Πιστεύω πως ναι. Παρόλο που ο τίτλος αυτός –που είναι και επικεφαλίδα εβδομαδιαίας τηλεοπτικής εκπομπής της Deutsche Welle TV– έχει μια μίζερη επαρχιώτικη χροιά ακόμα και για τους ίδιους τους Γερμανούς, τα αποφασιστικά στοιχεία που επέπλευσαν τελικά από την πρόσφατη τευτονική θεατρική εισβολή είναι αυτά που είπαμε και στην αρχή: αξιοθαύμαστη εργατικότητα, υπευθυνότητα στην πρωτοπορία μέχρις άκρων, και ελάχιστο χιούμορ. Σίγουρα έχουμε πολλά να μάθουμε από τους Γερμανούς. Ομως, παρ’ όσα λέει ο γερμανοσπουδαγμένος Φώτος Πολίτης, δεν είναι ανάγκη και να τους ξεσηκώνουμε με άτεχνες παρτιτούρες.
Saturday, July 5, 2008
«Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» - «Ο Ουρανός ατακόκκινος» - «Ανδρομάχη»
Εντεν φον Χόρβαρτ «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης»
Λούλα Αναγνωστάκη «Ο Ουρανός ατακόκκινος»
Ευριπίδη «Ανδρομάχη»
Τα δεκαεπτά έργα του Ούγγρου Εντεν φον Χόρβατ (1901 - 1938), ο οποίος έγραφε στα γερμανικά, παίζονται σπάνια εκτός του γερμανόφωνου χώρου. Ο λόγος: Η υπαινικτική γλώσσα του η οποία εκφράζει το πικρό ροδοζαχαρένιο λούστρο της μικροαστικής τάξης του μεσοπολέμου είναι ιδιαίτερα προβληματική στη μεταφορά της. Τα αξεπέραστα παιχνίδια που κάνει ο Χόρβατ με τη γλώσσα απασχόλησαν και τον θεατρικό συγγραφέα Φραντς Ξάφερ Κρόιτς του οποίου η διάλεξη (ο Χόρβατ του Σήμερα και για Σήμερα, στη δεκαετία του ’80) αναφερόταν σε μία σημαδιακή «αγλωσσία του προλεταριάτου». Πώς να τη μεταφράσεις…
Απέκτησα προσωπική πείρα επάνω στις δυσκολίες έχοντας μεταφράσει, παλιά, τις «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης». Πρωτοπαίχθηκαν στα τέλη του ’70 από το «Ανοιχτό Θέατρο» του Γ. Μιχαηλίδη ο οποίος και το σκηνοθέτησε, με τον Λευτέρη Βογιατζή στον κεντρικό ρόλο. Αργότερα το παρουσίασε και το «Θεατρικό Εργαστήρι» στη Θεσσαλονίκη σε σκηνοθεσία Γ. Ρεμούνδου. Το σίγουρο πάντως είναι ότι το συγκεκριμένο έργο δεν είναι ούτε κωμωδία ούτε σάτιρα. Ομως, υπάρχουν και δικά μας, ελληνικά, μυθιστορήματα τα οποία τόσο στο ύφος όσο και στη διάθεση είναι απόλυτα συγγενικά με το «είδος» Χόρβατ.
Πρώτα πρώτα έχουμε το κλασικό πλέον «Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή με την αστικο-λαϊκά καθομιλούμενη γλώσσα το και -σε ασφαλώς μικρότερο βαθμό- το «αισθηματικό μυθιστόρημα» όπως ονομάζει ο Παύλος Μάτεσις το «Πάντα Καλά» του, όπου κι εκεί η γλώσσα φαίνεται να ’ναι όπως ακριβώς μιλιέται σε μια λαϊκο-αστική γειτονιά της Αθήνας. Και όπως δεν γίνεται να περιγελάσει κανείς σκωπτικά την κυρία Εκάβη, την κόρη της Νίνα, τη Νάνσυ και τη Μελανία, έτσι και στη βιεννέζικη περίπτωση οι αντίστοιχοι χαρακτήρες είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, σίγουρα όχι απλές χάρτινες γελοιογραφίες.
Ομως, στην περίπτωση των βιεννέζικων ιστοριών ο σκηνοθέτης τους Γιάννης Χουβαρδάς πόνταρε σε τύπους και όχι σε χαρακτήρες. Το αποτέλεσμα ήταν ένα σχετικό ξεκατίνιασμα των ηρώων. Μια υπερβολικά εύκολη και βολική σκηνοθετική λύση, η οποία φτιασιδώθηκε με αρκετά «πρωτοποριακά» σουσούμια (λ.χ. η βαλσοειδής περπατησιά του ίλαρχου ε.α. ή η σε 3/4 μέθη του θαυματοποιού ή πάλι σκηνές όπου όλος ο θίασος φοράει επιδεικτικά μαύρα γυαλιά…) και με εμβόλιμες γιοντλ-μπελκαντικές -λαϊκότροπες μουσικές «μπηχτές».
Οσο για την επιδίωξη να δημιουργηθεί μία ατμόσφαιρα ενός μπομπ-φοσεϊκού Καμπαρέ (1972), αυτή απλώς επέκτεινε έως κουραστικά τη διάρκεια της παράστασης. Και όπως το γούστο όσο και η αίσθηση του χιούμορ τόσο στα σκηνοθετικά ευρήματα όσο και στο μεταπολεμικό σκηνικό - κοστούμια του Χέρμπερτ Μούραουερ υπήρξαν ολοφάνερα ελλειμματικά, η παράσταση μετεωριζόταν ανάμεσα στην ακαταλαβίστικη παρωδία και στο άτεχνο -και διανοουμενίζον- έντεχνο λαϊκό ρομάντζο. Εκείνοι βέβαια που κακοφόρμισαν περισσότερο από όλους ήταν οι ηθοποιοί.
Καλοί -συνήθως- ερμηνευτές, όπως η Θέμις Μπαζάκα, ο Ακύλλας Καραζήσης και η Αγγελική Παπούλια, εμφανώς «υπερέπαιζαν» υποτιμώντας έτσι τους ξεκάθαρους χαρακτήρες τους σε τύπους. Εννοείται ότι έτσι πρέπει να είχαν δασκαλευτεί. Την ίδια «γραμμή» ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι - εμφανώς αβοήθητοι- συνάδελφοί τους, όπως ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στον γραφικό ρόλο του φιλοναζιστή ηθοποιού. Είναι περίεργο πως μέσα σε ένα παρόμοιο υποκριτικό χάος έλαμψε μόνος του -λες κι έκανε υποκριτική αντίσταση!- ο Νίκος Κουρής ως ο λαϊκός λαμόγιας αγαπητικός με κάποια αισθήματα και πολύ πονηριά στο μάτι. Ηταν ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας. Τον μοναδικό που μπορούσε να θαυμάσει κανείς για το εκπληκτικό φινίρισμα στις λεπτομέρειές του και την εντυπωσιακή σιγουριά στο χιούμορ που υποστήριζε.
Η πικρο-καλοσυνάτη ηρεμία του Δημήτρη Ημελλου πλησίασε περισσότερο τη «γραμμή Κουρή», μια γραμμή η οποία θα είχε ενδεχομένως σώσει την παράσταση αν την είχαν ακολουθήσει με συνέπεια και σύστημα από την αρχή. Βέβαια,η παρουσία της Αλέκας Παΐζη ως «μοχθηρής γιαγιάς» ήταν σημαντική για την παράσταση με τη στακάτο ευθύβολη ερμηνεία της. Ομως, και αυτή δεν ήταν παρά μια μικρή όαση σε ένα γενικότερο σκορποχώρι όπου η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα περιέσωσε αρκετά από το πνεύμα του συγγραφέα.
Ρεσιτάλ στον μονόλογο
Αν ψάξει κανείς για κάποια άλλη πνευματική συγγένεια -εστω και μακρινή με τον φον Χόρβαρτ- θα τη βρεί στο «Ο Ουρανός Κατακόκκινος» της Λούλας Αναγνωστάκη και -το κυριότερο- στον τρόπο που ερμήνευσε αυτόν τον μονόλογο η Ρένη Πιττακή. Και εδώ η ηρωίδα περνάει των παθών της τον τάραχο. Αριστερή αλκοολική, διωγμένη από τη δουλειά της, με παιδί στη φυλακή και με ιδεολογία κυνηγημένη, η Σοφία Αποστόλου (Ρένη Πιττακή) μονολογεί, αφηγείται, περιγράφει τις κακοτοπιές που πέρασε. Ομως το θαυμαστό είναι ότι ο θεατής όχι μόνο δεν έχει ποτέ την αίσθηση της γκρίνιας και της μιζέριας, αλλά αντίθετα υπάρχει ένα ανθρώπινο μεγαλείο και -το κυριότερο- ένα καλοσυνάτο χιούμορ που προσφέρουν ευφορία και κάθαρση. Ενα σημαντικό έργο σε μια έξοχη ερμηνεία και σε μια διακριτική σκηνοθεσία (Νίκος Χατζόπουλος) κρατήθηκε στο παρασκήνιο.
«Παραδοσιακά»
Σίγουρα η Ειρήνη Παπά δεν φανταζόταν παραστάσεις όπως αυτή η περυσινή με την αλβανική Ηλέκτρα (ή μήπως ήταν Αντιγόνη;) ή πάλι τη φετινή συρο-γαλλική Ανδρομάχη σκηνοθετημένη «ορθόδοξα και παραδοσιακά», δηλαδή με στόμφο και κραυγές από το Ζαν Κριστόφ Σάις όταν οραματιζόταν το αρχαίο δράμα στο θέατρό «της». Παραστάσεις σαν κι αυτές ενδιαφέρουν -κακώς- ένα φεστιβάλ μόνο και μόνο επειδή επιμένουμε να θεωρούμε το αρχαίο δράμα αποκλειστικά δικό μας copyright και - συγκαταβατικά- να προβάλλουμε και «τα τέτοια» καλά - κακά. Μα φυσικά και δεν είναι. Το αρχαίο δράμα ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Sunday, June 22, 2008
Μπέρτολτ Μπρεχτ «Αυτός που λέει ναι - Αυτός που λέει όχι»
Μπέρτολτ Μπρεχτ Αυτός που λέει ναι - Αυτός που λέει όχι. Θεατρική Ομάδα 18 Μποφώρ
Χατζιδάκις και Παξινού
Φαίνεται ότι ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έχει επανειλημμένα ατυχήσει με τη μουσική των έργων του σ' αυτήν εδώ τη χώρα. Ακόμα και μ' εκείνη την προ πεντηκονταετίας θρυλική παράσταση του «Κύκλου με την Κιμωλία» του Καρόλου Κουν, για την οποία ο Μάνος Χατζιδάκις είχε γράψει μια αξέχαστη μουσική («Τέσσερις Στρατηγοί» κ.λπ.) υπήρξαν προβλήματα. Μόλις η σύζυγος και κληρονόμος του συγγραφέα, Ελένε Βάιγκελ, το πήρε μυρωδιά, απαγόρευσε την παράσταση. «Ο Μπρεχτ ήθελε μόνο τη μουσική του Χανς Αϊσλερ. Καμία άλλη! Ποιος είναι τώρα αυτός ο Χατζιδάκις;»
Το ζήτημα της αυτοθυσίας
Γιατί η απλή, η σχεδόν απλοϊκή, μουσική γι' αυτό το «διδακτικό» -όπως το είπαν- δίπρακτο σαραντάλεπτο κομμάτι ήταν, και παραμένει, του Κουρτ Βάιλ. Και μάλιστα από τις πλέον ευτυχείς του στιγμές. Στην παράσταση που σκηνοθέτησε (ή καλύτερα «επιμελήθηκε καλλιτεχνικά», όπως αναφέρει το πρόγραμμα) η Ολια Λαζαρίδου, με την εμφανέστατα ερασιτεχνική ομάδα των 18 Μποφώρ (εκ του θεραπευτικού κέντρου απεξάρτησης «18 Aνω»), την επίπεδη κι αδιάφορη ροκοειδή μουσική υπογράφει ο Γιώργος Μαρκόπουλος. Επίσης, στο πρόγραμμα διάβασα πως το έργο (μεταφρασμένο από τη Σωτηρία Ματζίρη) βασίζεται σ' ένα κείμενο του γιαπωνέζικου θεάτρου Νο και θέτει το ζήτημα της αυτοθυσίας για χάρη του κοινωνικού συνόλου. Θέση ιδιαίτερα προοδευτική, θα σπεύσουν να πουν μερικοί. Εμφανέστατα αντάξια ενός «αριστερού» συγγραφέα, όπως ήταν ο Μπρεχτ. Αμ δε! Η αριστερή συνείδηση του Μπ. Μπρεχτ διαμορφώθηκε κυρίως όταν βρέθηκε αυτοεξόριστος στις ΗΠΑ.
Ηθικό δίδαγμα
Από τη φεστιβαλική παράσταση των «18 Μποφώρ» προσωπικά δεν έβγαλα -ή μάλλον δεν αντιλήφθηκα- κανένα ηθικό δίδαγμα από την ιστορία του παιδιού που περνά τα ψηλά βουνά και θυσιάζεται για να φέρει ένα φάρμακο στην άρρωστη μητέρα του. Με μια θαμπή μουσική, με τις ανεξήγητα άτεχνες παύσεις στη ροή της παράστασης, μ' έναν θολό ερασιτεχνισμό και με εμφανέστατη την απουσία κάποιου χεριού που καθοδηγεί μια οποιαδήποτε παράσταση, «Αυτός που λέει ναι…» έμοιαζε με ένα πλαδαρό αποπροσανατόλιστο δημιούργημα που ξεχείλωνε απ' όπου κι αν το έπιανες. Δίχως αμφιβολία το γεγονός ότι η παράσταση αυτή ήταν κάποιων ξεχωριστών συνθηκών από τη στιγμή που τα παιδιά της ομάδας «18 Μπoφώρ» μόλις είχαν ολοκληρώσει το πρόγραμμα απεξάρτησης του θεραπευτικού κέντρου «18 Ανω», έχει τη σημασία του. Το λάθος μοιάζει να είναι της οργάνωσης του Φεστιβάλ που κυριολεκτικά ξεπέταξε μια παρόμοια παράσταση μέσα στο πρόγραμμά του, σαν ίση προς ίσες με τις άλλες εκδηλώσεις. Ασφαλώς, δεν ήταν αυτή η περίπτωση. [Σπύρος Παγιατάκης, Η Καθημερινή, 22/06/2008]
Saturday, May 24, 2008
Σοφοκλής Αίας στο Εθνικό Θέατρο
Σοφοκλής Αίας. Σκηνοθεσία Μάρθα Φριντζήλα. Eθνικό Θέατρο - Νέα Σκηνή
Με τι αξιοθαύμαστη εκφραστικότητα τραγουδά ο Ουίλιαμ Μπάροους το «Wovon lebt der Mensch» από την «Οπερα της Πεντάρας» (1927) του Κουρτ Βάιλ! Πόσο καταπληκτικά ανορθόδοξα ερμήνευε μέσα στην πιο τρελή χαρά η Μπέτι Μίντλερ στο Λας Βέγκας εκείνο το σπαρακτικό «Miss Otis regrets» του Κόουλ Πόρτερ από τον Μεσοπόλεμο! Πόσο επαναστατικά, ριζοσπαστικά, νεολαιίστικα και τελικά διαχρονικά μοντέρνα ακούγεται η φωνή του Μάνου Χατζιδάκι όταν μιλάει για την παιδεία, για τα Εξάρχεια και την Ενωμένη Ευρώπη στο blogspot physiodifis; Ε, να, κάπως έτσι είναι και η «προχωρημένη» γεύση που αφήνει ο «Αίαντας» έτσι όπως στήθηκε για τη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου η Μάρθα Φριντζήλα. (Oλα τα παραπάνω διαπιστώνονται εύκολα ψάχνοντας το youtube. Αλήθεια σε τι καταπληκτική εποχή ευτυχήσαμε να ζούμε!) Η Μάρθα Φριντζήλα δούλεψε συνειδητά «ενάντια» στην τρέχουσα αισθητική. Ακόμα και η λογική της δεν πολυστέκεται με σιγουριά στα πόδια της. Ευτυχώς! Ριψοκινδυνεύει και εκπλήσει. Καγχάζει οτιδήποτε μπορεί να ονομάζεται «σωστό» κι «ωραίο» . Μήπως με τον ίδιο τρόπο δεν αμφισβητεί άλλωστε και η εποχή μας λίγο πολύ τα πάντα;
Sunday, May 18, 2008
Rainbow στο Εθνικό Θέατρο
Rainbow, σκην.: Εφη Θεοδώρου. Θέατρο: Εθνικό - Πειραματική Σκηνή
Τι ωραία που ήταν κάποτε η παρακμή! Τότε –τον 19ο αιώνα– που η διαβόητη decadence βρέθηκε στη μόδα! Και πώς κατάντησε σήμερα. Μπουχτισμένοι από την κίνηση του εξεζητημένου αισθητισμού και του γριφώδους συμβολισμού, μερικοί «μοντέρνοι» συγγραφείς στη Γαλλία και σ’ όσες άλλες χώρες ακολουθούσαν την παρισινή μόδα στο γράψιμο στα τέλη του προπερασμένου αιώνα, άρχισαν να γράφουν παρακμιακά. Πώς; Κάπως «διεστραμμένα», όπως πίστευαν οι ίδιοι.
Εμπνευσμένοι από τον Εντγκαρ Αλαν Πόε συνέθεταν με τρόπο που σήμερα θα τον ονομάζαμε «ανώμαλο», «βρώμικο» και ανήθικο. Πρώτοι-πρώτοι ήταν οι κακότροποι κριτικοί αυτοί που ονόμασαν το νέο είδος Literature decadente. Φαίνεται πως ο όρος άρεσε στους λεγόμενους decadente συγγραφείς, οι οποίοι και τον υιοθέτησαν με μεγάλη αυταρέσκεια. Το έργο «Ενάντια στη Φύση» του Γιόρις-Καρλ Υσμάν ήταν το ευαγγέλιο του νέου συρμού. Oπως άλλωστε και τα ποιήματα του Μπωντλέρ και τα έργα του Ιρλανδού Οσκαρ Ουάιλντ... [Σπύρος Παγιατάκης, Η Καθημερινή, 18/5/2008]
Saturday, April 12, 2008
Νικολό Μακιαβέλι «Ο Μανδραγόρας
Όταν «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Ολα επιτρέπονται για να φτάσει κανείς στους δόλιους στόχους του
Νικολό Μακιαβέλι «Ο Μανδραγόρας, σκην.: Παντελής Δεντάκης, Θέατρο: Νέου Κόσμου - Πάνω Χώρος
Η ατροπίνη και η σκοπολαμίνη είναι δύο ισχυρά κατευναστικά. Τώρα που μάθαμε πια όλοι μας τα περί ουσιών και ποια είναι τα αποφευκτέα φάρμακα, να προσθέσουμε ότι οι ρίζες του φυτού μανδραγόρα περιέχονται στην κατηγορία των αναλγητικών, όπως η μπελαντόνα ή τα φύλλα της κόκας. Ηδη από την εποχή της αρχαιότητας πίστευαν ότι ο Μανδραγόρας ήταν ένα αποτελεσματικό βοτάνι για την τεκνοποιία.
Monday, July 16, 2007
Από τον Τύπο (3)
Tuesday, May 1, 2007
Η "ΗΛΕΚΤΡΑ" ΤΟΥ ΧΟΦΜΑΝΣΤΑΛ
Πρωτίστως ήταν μία παράσταση ιδιαίτερα υψηλών και λίαν εγκεφαλικών προδιαγραφών. Ακριβώς έτσι. Και το γράφω αυτό μισοαστεία μισοσοβαρά. Μία παράσταση η οποία «στρέψασα την προσοχήν των καλλιτεχνών στην μετά πάθους ανάλυσιν του φωτός απεμάκρυνεν αυτούς από την πραγματικότητα» για να αντιγράψω και λίγο τον –μακαρίτη– Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο όταν αυτός ο τόσο ευθύβολος θεωρητικός της τέχνης έψαχνε, προ εβδομηκονταετίας, να καθορίσει τον ορισμό του εξπρεσσιονισμού. Ηταν, λοιπόν, μία παράσταση η οποία «απέδωκεν εξάρσεις απροσμετρήτους» για να συνεχίσω με την παλιοκαιρίσια αντιγραφή... (η συνέχεια στην Καθημερινή, 29.4.2007)
