- Της Δηως Kαγγελαρη, Η Καθημερινή, 18/12/2011
Στην αρχή διακρίνεται η Σοφία. Ενα κορίτσι που φτάνει από τη Γερμανία. Εψαχνε, λέει, τον μετανάστη πατέρα της. Είναι το μόνο στοιχείο της βιογραφίας της. Κλεισμένη σ' ένα δωμάτιο με τον άγνωστο που συνάντησε στο σιδηροδρομικό σταθμό ανοίγει μια χαραμάδα: «Σκότωναν πολύ κόσμο τότε, ε;», ρωτάει για την Κατοχή. «Εγώ δεν είχα γεννηθεί. Εσύ θα 'σουν μεγάλος. Τι έκανες;» Σ' ένα σκοτεινό σπίτι, στην ίδια πόλη, ένα ζευγάρι στήνει κάθε βράδυ, σαν σε ανίερη τελετουργία, ένα ψυχόδραμα του παραλόγου που αδυνατεί όμως να επουλώσει τα τραύματα της Ελισάβετ από την εποχή που «χαράματα ντουφέκιζαν τους καταδικασμένους σε θάνατο». Την ίδια ώρα δύο αδέλφια ζουν τον δικό τους εφιάλτη, παρακολουθώντας από τον φεγγίτη μια παρέλαση που μετατρέπεται σε δημόσια εκτέλεση.
Μέσα στα λόγια αυτών των πρώτων προσώπων που αποτύπωσε στο χαρτί η Λούλα Αναγνωστάκη, ταράσσοντας με την τριλογία της «Πόλης», το '65 στο Υπόγειο τα νερά της δραματουργίας, κρύβονται πολλά από τα μυστικά που θα φανερωθούν σε σταθερή βάση και με μια κάποια μεγαλύτερη σαφήνεια στα επόμενα κορυφαία έργα της: η αναπόδραστη σχέση με την Ιστορία, η μνήμη που καταδυναστεύει το παρόν, η εισβολή της πόλης στον ιδιωτικό χώρο και η κατάργηση των προστατευτικών ορίων του, η μετανάστευση και η «μαύρη ξενιτιά παντού» όπως γράφει σπαρακτικά στη «Νίκη», ο Θανάσης από τη φυλακή.