Showing posts with label Beckett Samuel. Show all posts
Showing posts with label Beckett Samuel. Show all posts

Monday, October 13, 2008

Ο «Ακατονόμαστος» του Μπέκετ στο «Αντιθέατρο»

Τον «Ακατονόμαστο» του Σάμιουελ Μπέκετ θα παρουσιάσει τη φετινή χειμερινή περίοδο η Μαρία Ξενουδάκη στο «Αντιθέατρό» της (Από το «Κείμενα για το τίποτα»). «Δεν είμαι διανοούμενος...», λέει ο Μπέκετ, «είμαι μονάχα μια ευαισθησία, συνέλαβα το Μολόι και τους άλλους την ημέρα που συνειδητοποίησα την ηλιθιότητά μου...».

Ο «Ακατονόμαστος» στο «Αντιθέατρο»

Τη μετάφραση υπογράφει η Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, τη σκηνοθεσία η Μαρία Ξενουδάκη, τα σκηνικά-κοστούμια η Σοφία Ζούμπερη. Παίζουν: Σπύρος Κατηφόρης, Ειρήνη Τζαβάρα, Μαρίνα Σωκράτη, Μαρία Ξενουδάκη.

Saturday, August 30, 2008

Τρεις ώρες μάταιης φλυαρίας


Οταν κάποτε ρωτήθηκε ποιος είναι ο «Γκοντό», ο Μπέκετ απάντησε: «Αν το ήξερα, θα το είχα πει στο έργο». Φαίνεται πως σημασία δεν έχει ο Γκοντό, αλλά η προσμονή. Οι δύο αξιαγάπητοι αλήτες «προσδοκούν κάτι σπουδαίο» από την αναμονή. Αλλοθι για την αδιέξοδη ύπαρξή τους, λύτρωση από τη μεταφυσική ερημιά.
Η ανόητη φλυαρία τους, η απασχόληση με το στενό παπούτσι, το τσαπλινέσκ βάλε - βγάλε του καπέλου, τα παιχνιδάκια τσακωμού και συμφιλίωσης («δεν θέλουμε να χωρίσουμε ποτέ»), η πλάκα με την αυτοκτονία (δεν φτάνει το σχοινί για δύο) είναι προσπάθειες να υπερκεράσουν την πλήξη, μέχρι ο Γκοντό τούς αποκαλύψει το νόημα της ζωής.
Σε απόλυτη αβεβαιότητα, ανάμεσα σε φόβο και ελπίδα, οι δύο ρέμπελοι ζουν μονάχα για τον Γκοντό. Κάθε άλλο παρά μηδενιστές, είναι θρησκευτικοί οπτιμιστές, που ενώ δεν πολυπιστεύουν πια, τους έχει μείνει η εξάρτηση από το άδηλο κάτι. Οι σποραδικές σιωπές, όταν προς στιγμή χάνουν τον μίτο του παιχνιδιού, σκάνε σαν κραυγές απελπισίας («όλα καταρρέουν!»). Είκοσι παύσεις, ανάμεσα σε γέννηση και θάνατο, ανυπαρξία και ανυπαρξία, που πρέπει να ξαναγεμίσουν γρήγορα με κουβέντα και αστεϊσμούς, προτού η τραγικότητα από κλοουνέσκ κατάσταση γίνει πραγματική. Ο Μπέκετ θέτει τα αρχαιότερα θρησκευτικά ερωτήματα της ανθρωπότητας και ελλείψει λύσεων, απαντά σε αυτά με παιχνίδι.
Στο κέντρο της σκηνής, το περίφημο ξερακιανό δέντρο, τριγύρω αμμόλοφοι σαν κρατήρες ενός άγνωστου πλανήτη (σκηνικό Vitautas Narbutas), στο γαλάζιο στερέωμα μια πανσέληνος ή ήλιος αλλάζουν συνεχώς θέση και χρώμα. Ωραιότατη μεταφορά της έννοιας του χρόνου. Μια αναμαλλιασμένη κλοσάρ (Μάρω Παπαδοπούλου) επελαύνει στο γυμνό τοπίο και οσονούπω το γνωστό ντουέτο Βλαντιμίρ/ Εστραγκον. «Επιτέλους πάλι μαζί!».
Ο πρώτος, αυταρχικός και ανήσυχος (Ταξιάρχης Χάνος), ουρεί στο δέντρο και ζορίζεται με την καθυστέρηση του Γκοντό («και τώρα;»). Ο άλλος, λιπόσαρκο, αφηρημένο ανθρωπάκι (Μανώλης Μαυροματάκης), καταγίνεται υπομονετικά με το παπούτσι του και τον χρόνο. Τι άλλο να κάνει; Τόσο ανόμοιοι και τόσο αγαπημένοι. Δεν συμβαίνει το ίδιο με το δίδυμο εξουσίας/ υποτέλειας του Πότσου (Χρήστος Σαπουντζής), σε περιβολή Βαυαρού διευθυντή τσίρκου και του υπηρέτη του Λάκι (Αγγελική Στελλάτου).
Η σκηνική πρόκληση στον Μπέκετ είναι η μεγαλειώδης μινιμαλιστική γραφή του και τα απολύτως στοιχειώδη υλικά (σώμα/ φωνή) στην περιγραφή της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο Cezaris Grauzinis σε μια απόπειρα «εκσυγχρονισμού» του έργου, ανασκεύασε το ουσιώδες σε διακοσμητικό, πρόσθεσε επεξηγηματικές σφήνες (godot-god) και ατάκες από άλλα κείμενα (Τέλος του παιχνιδιού), ανατροπές, μετατοπίσεις και αυτοσχεδιασμούς χωρίς κέντρο βάρους, γκαγκς βωβού κινηματογράφου, σλάπστικ, στοιχεία ελληνικής επιθεώρησης, εν γένει ένα λούσο ευρημάτων που μετατρέπουν τους σημαίνοντες μονολόγους σε φλυαρία ad finitum, επιμηκύνοντας τη βαρδιά σε τρεις μάταιες ώρες. Η πλήξη ζωής των χαρακτήρων είναι μεταδοτική: ο διπλανός μου βυθίστηκε σε ύπνο βαθύ, ευτυχώς αθόρυβο. Παραπέρα το ίδιο.
Οπως και στο αμφιλεγόμενο, για ορισμένους, χιτ της περυσινής σεζόν, «Δάφνις και Χλόη» (Πορεία), ο Λιθουανός σκηνοθέτης έδωσε πάλι ρέστα με μια καταϊδρωμένη παράσταση, γεμάτη πλεονασμούς, στην απόπειρα να μην αφήσει αναπάντητη καμιά πλευρά του έργου: θρησκεία, τέχνη, φιλία, αναμονή, φόβος, Τίποτε. Φυσικά επισημάναμε το ανθισμένο κλαρί του β' μέρους. Ωστόσο, αυτή η νύξη ελπίδας που επιτρέπει στον «Γκοντό» του ο ταλαντούχος πλην άμετρος Grauzinis δεν πείθει. Σε ένα δάσος από αυθαιρεσίες, ένα ακόμη κλαδάκι δεν κάνει πολλή διαφορά.

ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία / 2 - 30/08/2008

Monday, August 25, 2008

Τρεις παραστάσεις Μπέκετ από το Δουβλίνο στη Ν. Υόρκη

International Herald Tribune, Η Καθημερινή, 03/08/2008

Ο Σάμιουελ Μπέκετ ποτέ δεν απουσιάζει από το ρεπερτόριο του Gate Theatre στο Δουβλίνο. «Οσον αφορά τον Μπέκετ», λέει ο Μάικλ Κόλγκαν, διευθυντής του Γκέιτ, «είμαι περισσότερο ιεραπόστολος παρά παραγωγός». Στο Φεστιβάλ Μπέκετ που οργάνωσε το 1991 στο Γκέιτ, παρουσίασε το σύνολο των 19 έργων του Μπέκετ για το θέατρο, από την 45 δευτερολέπτων «Αναπνοή» μέχρι το δίωρο «Περιμένοντας τον Γκοντό». Εγχείρημα που απέκτησε διεθνή αίγλη, ο «Μαραθώνιος Μπέκετ» παρουσιάστηκε στο σύνολό του στο φεστιβάλ του Λίνκολν Σέντερ της Νέας Υόρκης το 1996.

Φέτος το θέατρο Γκέιτ συμμετείχε πάλι στο φεστιβάλ του Λίνκολν Σέντερ με τρεις παραστάσεις Μπέκετ, από τις οποίες καμία δεν ήταν επανάληψη παλαιότερων παραγωγών. Ο Λίαμ Νίσον έπαιξε στο «Eh Joe», ένα έργο 30 λεπτών που είχε γραφτεί για την τηλεόραση. Ο Ρέιφ Φάινς ερμήνευσε την «Πρώτη αγάπη», θεατρική διασκευή 55 λεπτών μιας νουβέλας του Μπέκετ. Και ο Μπάρι Μακ Γκάβερν ανέλαβε το «I’ll Go On», που είναι σύμπτυξη των διηγημάτων «Μολόι», «Ο Μαλόουν πεθαίνει» και «Ο ακατονόμαστος».

Το ξεκίνημα

Η παράδοση της θεατρικής ερμηνείας αφηγηματικών έργων του Μπέκετ ξεκίνησε ενόσω ζούσε ο συγγραφέας, από τον Τζακ Μακ Γκόουραν, κορυφαίο ενσαρκωτή των μπεκετικών ηρώων. Ο Μακ Γκόουραν πέθανε από γρίπη στα 54 χρόνια του το 1973, προηγουμένως όμως ο Κόλγκαν είχε καταγράψει τις μονοπρόσωπες παραστάσεις του, βασισμένες σε πεζά κείμενα και θεατρικά κομμάτια, με την καθοδήγηση και έγκριση του ίδιου του Μπέκετ.

Το 1983, έχοντας μόλις περάσει τα 30 χρόνια του, ο Μάικλ Κόλγκαν ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου Γκέιτ. Αμέσως προσπάθησε να πείσει τον Μπάρι Μακ Γκάβερν να αναβιώσει τις παραστάσεις του Μακ Γκόουραν. Οταν η χήρα του Μακ Γκόουραν αρνήθηκε να παραχωρήσει τα δικαιώματα των διασκευών, ο Κόλγκαν απευθύνθηκε στον Μπέκετ. «Πήρα μια επιστολή με την αραχνοειδή γραφή του», θυμάται, «όπου μου έλεγε ότι υπήρχε η δυνατότητα επιλογής παρόμοιων κειμένων με διαφορετικό τίτλο. Το θεώρησα ως πρόσκληση». Συγκέντρωσε μια ομάδα παραγωγής που περιλάμβανε τον σκηνοθέτη Κολμ Ο’ Μπράιαν. Το σχέδιο πήγε καλά και ο Μακ Γκάβερν έχει ερμηνεύσει το «I’ll Go On» πάνω από 200 φορές σε όλο τον κόσμο. Η μεταφορά ενός τηλεοπτικού έργου στη θεατρική σκηνή μπορεί να φαίνεται απλούστερη από αυτήν ενός πεζού κειμένου, αλλά αυτό δεν ισχύει για τον Μπέκετ. Υπάρχει πάντα μια φωνή που μιλάει με τις μελωδικές διακυμάνσεις της ντοπιολαλιάς της γενέτειράς του, του Δουβλίνου, και η συμμετοχή ενός Ιρλανδού ηθοποιού είναι αυτονόητη. Από κει και πέρα, τα θεατρικά στολίδια μπορούν να προστεθούν κατά βούληση. Ομως στο Eh Joe, το οπτικό μέρος περιγράφεται με ακρίβεια από τον Μπέκετ όπως και τα λόγια. Το 1966 το BBC μετέδωσε την αρχική εκδοχή του «Eh Joe», με τον Μακ Γκόουραν ως Τζόε και τη Σιάν Φίλιπς ως «φωνή».

Η ιδέα να παρουσιαστεί το έργο στο θέατρο Γκέιτ ήταν αρχικά του Καναδού σκηνοθέτη Ατόμ Εγκογιάν. Το σενάριο ορίζει μία και μοναδική λήψη, που ξεκινάει με γκρο πλαν και καταλήγει σε ακόμα πιο κοντινό γκρο πλαν, με εννέα αναπροσαρμογές της κάμερας στο μεταξύ. Ενας άνδρας κάθεται στο κρεβάτι, σιωπηλός, καθηλωμένος από τη φωνή μιας γυναίκας που σκαλίζει τα ένοχα μυστικά του. Με τον Μάικλ Γκάμπον στο ρόλο του Τζόε και την Πενέλοπε Γουίλτον ως «Φωνή» το έργο έκανε θριαμβευτικά τη θεατρική πρεμιέρα του στο Γκέιτ το 2006.

Ανθολόγιο κειμένων

Στην «Πρώτη αγάπη», ένας αποτυχημένος τύπος που μόλις έχει μείνει άστεγος αφηγείται μια παράξενη, βρώμικη ερωτική σχέση, χαρακτηριστική του ύφους του Μπέκετ. Ο Ρέιφ Φάινς ανακάλυψε τη νουβέλα σε ένα ανθολόγιο κειμένων του Μπέκετ που είχε συγκεντρώσει ο Κόλγκαν. Ο ηθοποιός κατάφερε να πείσει τον Κόλγκαν να τον σκηνοθετήσει στη θεατρική διασκευή. Ο στόχος του, όπως είπε ο Κόλγκαν, ήταν να παρουσιαστούν όλα πολύ απλά. «Βάζω τον ηθοποιό στο κέντρο της σκηνής, να κοιτάζει το κοινό, με τα πόδια σταθερά στο πάτωμα, και να αφηγείται την ιστορία έτσι που να μη χάνεις ούτε λέξη».

Tuesday, July 1, 2008

«ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ» ΤΟΥ ΜΠΕΚΕΤ ΜΕ ΤΗΝ ΦΙΟΝΑ ΣΟ


Ηταν μια παράσταση που πέρσι δίχασε το κοινό, ασχέτως αν εν τέλει καταχειροκροτήθηκε η πρωταγωνίστριά της. Ο λόγος για τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ και την Φιόνα Σο, που ως Γουίνι εμφανίστηκε μόνο την Παρασκευή 24 Αυγούστου στην Επίδαυρο. Η καθιερωμένη δεύτερη παράσταση δεν δόθηκε σε ένδειξη πένθους για τη τραγωδία που έπληττε τη χώρα, τις πυρκαγιές. Ετσι, την ερχόμενη Παρασκευή και το Σάββατο οι «Ευτυχισμένες μέρες» (από το Εθνικό Θέατρο της Μεγάλης Βρετανίας), σε σκηνοθεσία Ντέμπορα Γουόρνερ θα ανοίξουν δικαιωματικά τα φετινά Επιδαύρια, ελπίζοντας σε καλύτερη τύχη.
Περί τους 3.500 θεατές είχαν παρακολουθήσει πέρσι την παράσταση, όλοι στο κάτω διάζωμα, αφού το άνω είχε καταργηθεί. Και βέβαια η διαφωνία πολλών πριν, αλλά και μετά το εγχείρημα, ήταν πως η Επίδαυρος ακριβώς θα το «κατάπινε», αφού με δύο ηθοποιούς επί σκηνής και με έργο γραμμένο για κλειστό θέατρο, θα αδυνατούσαν οι «Ευτυχισμένες μέρες» να σταθούν στο θέατρο του Πολυκλείτου. Παρά ταύτα στο φινάλε ήταν πολλοί εκείνοι που ενθουσιασμένοι φώναζαν «μπράβο».
Θαμμένη σε ένα βουνό από άμμο, η Γουίνι, αρχικά μέχρι το στήθος και μετά ακόμα βαθύτερα, φλυαρεί, βουρτσίζει τα δόντια της, ψαχουλεύει την τσάντα της, τραβάει ένα πιστόλι και το φιλά. Ο Γουίλι, ο άντρας της, που υποδύεται ο ηθοποιός Τιμ Πότερ, πότε της απαντά και πότε όχι. Κοιτάζει μια πορνογραφική φωτογραφία ή διαβάζει εφημερίδα. Ο λόγος είναι για τη μοναξιά, τις κατακερματισμένες σχέσεις και το ανθρώπινο αδιέξοδο.
Οι δυο τους δεν συντηρούν παρά την ελάχιστη οπτική επαφή, ένας ακόμα λόγος αποξένωσης, ωστόσο η Γουίνι είναι αισιόδοξη. Υποδέχεται κάθε νέα μέρα ως «άλλη μια υπέροχη μέρα». Και φέτος όπως και πέρσι η Γουίνι θα κρύψει το σώμα της στο λόφο. Στα (σχεδόν) καθιερωμένα της Επιδαύρου από την μεθεπόμενη Παρασκευή και το Σάββατο.

[Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7, 29/06/2008]

Saturday, December 22, 2007

Samuel Barclay Beckett (1906 - 22 Δεκεμβρίου 1989)


Ο μέγας Ιρλανδο-γάλλος πεζογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Samuel Barclay Beckett (13 Απριλίου 1906 – 22 Δεκεμβρίου 1989), που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1969, άλλαξε τον ρου του παγκόσμιου θεάτρου με έργα όπως τα Waiting for Godot, Endgame, Happy Days, Krapp' Last Tape, και άλλα. Εγώ, από την πολλή αγάπη, έφτιαξα ένα τεύχος αφιερωμένο στον Μπέκετ και μπορείτε να δείτε περισσότερα ΕΔΩ!