- Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήµιον Αθηνών Τµήµα Θεατρικών Σπουδών
- Εταιρεία Η νέα ΣΚΗΝΗ
- ο φίλος, ο ηθοποιός, ο συνεργάτης, ο σκηνοθέτης
- η (µη) µέθοδος, η παράσταση, ο σκηνικός χώρος
- το κείµενο, η µετάφραση, το ρεπερτόριο
ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ, ΕΡΓΑ, ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΗΘΟΠΟΙΟΙ, ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ, ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΟΙ, ΦΩΤΙΣΤΕΣ, ΜΟΥΣΙΚΟΙ, ΧΟΡΟΓΡΑΦΟΙ, ΚΡΙΤΙΚΟΙ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ, ΒΙΒΛΙΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ, ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ...


Συνέντευξη στην Κατερίνα ΑγγελιδάκηΕίναι λιτός, περίπλοκος, πανέξυπνος, παιγνιώδης, δαιμονικός, παιδικός, ιδιόρρυθμος, εμμονικός, αντιφατικός, αγχωτικός, ταλαντούχος. Θα χρειαζόμουν κάτι παραπάνω από μια εισαγωγή σε συνέντευξη για να προσπαθήσω να περιγράψω τον Λευτέρη Βογιατζή. Θα αρκεστώ, πέρα από τις μονοκοντυλιές, στο ότι ο Βογιατζής είναι από τους λίγους απολύτως έντιμους ανθρώπους του θεάτρου σήμερα στον τόπο μας, ιδιότητα σπάνια και αξιοσέβαστη, ανάμεσα σε τόσους άλλους που εξαργυρώνουν το μικρό ή μεγαλύτερο ταλέντο τους για να «περάσουν» ως σπουδαίοι. Φέτος, για δεύτερη φορά στην καριέρα του, ο Βογιατζής καταπιάνεται με τον Χάρολντ Πίντερ και σκηνοθετεί το άπαιχτο στη χώρα μας «Θερμοκήπιο», έργο που κρατήθηκε επί 22 χρόνια στα συρτάρια του μεγάλου άγγλου συγγραφέα. Στην παράσταση του θεάτρου της Οδού Κυκλάδων ο Βογιατζής κρατάει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, τον οποίο είχε ενσαρκώσει και ο ίδιος ο Πίντερ.
Γιατί ο Πίντερ άργησε τόσο να ανεβάσει το «Θερμοκήπιο»; Είναι πολλές οι αιτίες. Στις παλιές συνεντεύξεις του μιλάει για το έργο με αρνητικά λόγια, τη δεκαετία του ’80 όμως αναθεώρησε πλήρως και από τότε το έργο ανεβαίνει συνεχώς. Ας μην ξεχνάμε ότι όταν το έγραψε είχε μόλις είχε βγει από την αποτυχία του «Πάρτυ Γενεθλίων»- που αργότερα βέβαια έγινε ο ύμνος σύγχρονου θεάτρου- και είχε ήδη αρχίσει να γράφει τον «Επιστάτη», ένα από τα κορυφαία έργα του. Μυρίζομαι ότι τον φόβιζε μια πιθανή νέα αποτυχία διότι το «Θερμοκήπιο» ήταν ένα πολύ τολμηρό έργο, μπροστά από την εποχή του, αφού μιλούσε για τα κρατικά ψυχιατρεία όπου έχωναν τους αντιφρονούντες, πράγματα άγρια στην εποχή του ψυχρού πολέμου αλλά και προφητικά όπως αποδείχτηκε αργότερα.
Πώς τα ήξερε όλα αυτά πριν να γίνουν γνωστά; Ίσως διότι έμοιαζαν με τις ναζιστικές πρακτικές που είχε υπόψη του. Είναι οι δύο αντίθετες πλευρές που όμως μοιάζουν τόσο πολύ στις ακρότητές τους. Ο Πίντερ στο «Θερμοκήπιο» περιγράφει ένα κρατικοδίαιτο ίδρυμα-ψυχιατρείο που κατευθύνεται από κάποιο Υπουργείο, με «ασθενείς» σαφώς αντιφρονούντες έγκλειστους, ενώ οι αληθινοί παρανοϊκοί είναι οι άνθρωποι που το διοικούν. Πρόκειται για ένα έργο ασύλληπτης λεπτότητας, ακραία και θαυμαστά υπαινικτικό. Η γκαγκστερική αυθαιρεσία, η χυδαία αυταρχικότητα, η διαφθορά που είναι εγκατεστημένη στην καρδιά του ιδρύματος και η αντίσταση του ανθρώπου σε ένα κόσμο που προσπαθεί να τον εξουσιάσει και να τον κάνει ομοιόμορφο είναι αυτά που απασχολούν εδώ τον συγγραφέα.
Το έργο θυμίζει την πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα. Είναι αυτός ο λόγος που το επέλεξες; Το έργο έχει σχέση με τα συστήματα της φθοράς και της διαφθοράς της κρατικής εξουσίας και το ίδρυμα είναι μια μικρογραφία του κράτους, φυσικά. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν επιλέγω έργα με βάση την πολιτική. Η αληθινή επιλογή των έργων που με ενδιέφεραν έγινε όταν δημιουργήθηκε η «Νέα Σκηνή». Αλλά εκείνη η επιλογή έγινε για ένα άλλο θέατρο, της οδού Φρυνίχου, που τελικά δόθηκε στον Κουν, και από τότε τραβιέμαι να «χωρέσω» τα έργα που θέλω στο υπάρχον θέατρο. Ήταν ένας άθλος το ότι πολλά από τα έργα που επιλέχτηκαν τότε έγιναν τελικά στο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων».
Μπορείς να τα βγάλεις πέρα χωρίς τις κρατικές επιχορηγήσεις που τόσο έχουν αργήσει και ποια η γνώμη σου για τη δημόσια διαβούλευση για το θέμα; Σου λέω ειλικρινά ότι δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα. Είναι γνωστό ότι πληρώνω τους πάντες μέχρι δεκάρας, ότι οι παραστάσεις μου κοστίζουν 10 φορές παραπάνω από του Εθνικού, ότι το ενοίκιο είναι υπέρογκο και ότι για να βγει η παράσταση κοστίζει μια περιουσία. Το έργο αρκετών από εμάς δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς υποστήριξη. Το Υπουργείο Πολιτισμού σήμερα είναι απρόσωπο, χωρίς γνώση των προβλημάτων και χωρίς διάθεση να τα μάθει. Έχουμε στείλει αγωνιώδεις επιστολές επί επιστολών. Η δημόσια διαβούλευση για το πρόβλημα των επιχορηγήσεων είναι από τα άγραφα. Για ποιο λόγο να μη γίνεται το ίδιο και για τις τόσο σοβαρές αποφάσεις που λαμβάνει η κυβέρνηση για το μέλλον του τόπου ενώ για την τέχνη πρέπει να λέει τη γνώμη του ο κάθε άσχετος; Είναι παιδαριώδες να αποφασίζει κάποιος που δεν γνωρίζει τα προβλήματα για το μέλλον του ελεύθερου θεάτρου, εκτός αν τα περί διαβούλευσης είναι εκ του πονηρού, ένα έξυπνο τρικ ακριβώς για να καταργήσουν τα πάντα. Για μένα είναι σαφές ότι ισχύει το τελευταίο.
Ο Σαββόπουλος είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Ποντίκι art ότι όποιος είναι ικανός πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος του, δίχως το κράτος. Έδωσαν κάποτε ο Τσαρούχης και ο Χατζιδάκις εξαίσιες συνεντεύξεις για τα κοινά με τρόπο ευφυέστατο και μετά αυτό έγινε μόδα. Όσο περισσότερο μιλάμε επί παντός του επιστητού τόσο συμβάλλουμε στο γενικότερο μπέρδεμα.
Ωστόσο δεν μπορώ να μη σε ρωτήσω πώς βλέπεις το φαινόμενο της σημερινής κρίσης. Είναι φρικτά καταπιεστικό και συμβαίνει παντού. Όλοι σε ένα καζάνι, μόνο που εμείς είμαστε στον πάτο επί χρόνια και κάνουμε ότι δεν το ξέραμε, όπως οι Γερμανοί που δεν ξέρανε ότι καίγανε τους Εβραίους. Αναρωτιέμαι συχνά γιατί οι πολιτικοί που τα έβλεπαν και τα ήξεραν όλα αυτά δεν έκαναν το καθήκον τους λέγοντας την αλήθεια στον κόσμο, ή αν δεν μπορούσαν, παραιτούμενοι ο ένας μετά τον άλλον. Αλλά βλέπεις, θέλανε υπουργιλίκια, χρήματα, μεγαλεία. Όλοι έκαναν τα στραβά μάτια, ιδίως αυτοί που παρίσταναν τους ηθικούς. Συνεχώς μου έρχονται στο νου ονόματα ανθρώπων του πλούτου που συνδέονται με στοιχεία κακοποιά. Συνεχώς μου έρχονται στο νου ακόμα και Ακαδημαϊκοί-η υποτιθέμενη αφρόκρεμα του πνεύματος- που προσπαθούν τόσο πολύ να εκλεγούν και αναρωτιέμαι πώς καταδέχονται όλοι αυτοί να θέλουν με το ζόρι να γίνουν Ακαδημαϊκοί, κινούμενοι ανάλογα με τα συμφέροντα. Αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να είσαι κάτι που υποτίθεται ότι πολεμάς. Ο Πίντερ ποτέ δεν δέχτηκε να γίνει ούτε Ακαδημαϊκός, ούτε Σερ αλλά πολεμούσε το σύστημα ως το τέλος της ζωής του. Ήταν έντιμος.
Τι είναι για σένα η εντιμότητα; Παλιότερα ίσχυε η αυστηρότερη σύνδεση της εντιμότητας με την ηθική. Τώρα πια μέσα μου έχει «ανοίξει» αυτή η έννοια και περιέχει την ευφυΐα και το ταλέντο. Εντιμότητα είναι το ταλέντο που δεν σκιάζεται από κάτι. Να ακολουθεί κάποιος αυτό που πιστεύει και να μην παρεκκλίνει, να μην είναι υποχείριο σε τίποτα και κανέναν παρά μόνο σε ό,τι του αποκαλύπτει η ζωή ότι είναι ο ίδιος. Η φθορά βρίσκεται μέσα μας, όπως τα μαμούνια στο χαλασμένο αλεύρι, και όλος ο αγώνας είναι να αναχαιτίσουμε αυτή τη φθορά. Δες τον Πάγκαλο που ξεκίνησε με ταλέντο και γνώσεις. Δεν είναι εύκολο όσο μεγαλώνεις να κάνεις τον αθώο-δεν αξίζει και τον κόπο- αλλά τουλάχιστον πρέπει να ξέρεις ότι είσαι αδύναμος και μπορείς να παρασυρθείς. Το να αντιστέκεσαι στη φθορά είναι πολιτισμός αλλά δεν το βλέπω πουθενά, γι’ αυτό δεν πιστεύω ότι υπάρχει πολιτισμός σήμερα.
Δεν υπάρχει πουθενά; Όχι διότι οι γενιές δεν μαθαίνουν τίποτα από αυτά που έπαθαν οι πατεράδες τους. Απλώς πηγαίνουν στο πανεπιστήμιο.
Και στην τέχνη, στο θέατρο, δεν υπάρχει πολιτισμός; Το θέατρο σήμερα γίνεται όλο και πιο δύσκολο, λεπτεπίλεπτο, βαθύ, διφορούμενο. Οι αντιδράσεις και οι συμπεριφορές μιμούνται πράγματα από το σινεμά, την τηλεόραση, το παλιό θέατρο, δεν υπάρχει διάκριση, καθαρότητα. Ο θεατής χρειάζεται πολλή δουλειά για να πετάξει τα περιττά και να καταλάβει ποιο είναι το σημαντικό. Βλέπω ας πούμε να πιπιλίζεται σαν καραμέλα η μομφή εναντίον του ρεαλισμού. Αλλά είναι μια μομφή σε κάτι που δεν υπάρχει. Τι είναι ο ρεαλισμός; Κάτι που ξεκινάει από την πραγματικότητα, η οποία έχει ξεπεραστεί την άλλη στιγμή. Τα έχουμε όλα μικρύνει προς ευκολία μας. Κάτι πρέπει να κουνηθεί και να αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι διάφορες έννοιες και σε αυτό έχουν ευθύνη και οι κριτικοί, οι οποίοι δεν πρέπει να μιλάνε με τόση σιγουριά.
Νομίζω βάζουμε με ευκολία ταμπέλες σε έννοιες και σε ανθρώπους και αυτό που βαφτίζουμε πειραματικό και μεταμοντέρνο δεν είναι πάντα ενδιαφέρον. Σχεδόν ποτέ δεν είναι. Ένας αποδόμησε τη φόρμα, ο Τζέιμς Τζόις, και δεν χρειάστηκε δεύτερος. Ακόμα ζούμε με το φάντασμα του work in progress, όλοι αυτό λένε ότι κάνουν ενώ είναι τιμή για όλους μας ότι το έκανε ένας. Και ο μεσοαστός όταν ακούει τη λέξη «αποδόμηση» παθαίνει ένα δέος και νομίζει ότι δεν καταλαβαίνει τίποτα από δικό του φταίξιμο
Βλέπεις πολλές αντιγραφές στο θέατρο; Συνέχεια, είναι απίστευτο και πολύ φανερό. Έχω δει έργο όχι απλώς γερμανική κόπια αλλά κάτι ασύλληπτο. Έχω μείνει ξερός. Εντελώς ίδιο χωρίς καν να είναι το ίδιο καλό. Δεν κατηγορώ αυτόν που κλέβει-και ο Σέξπιρ έκλεβε- αλλά το αποτέλεσμα της κλοπής του. Ο Πικάσο στη ροζ περίοδο έφτιαξε μια γυναίκα ξαπλωμένη και χρόνια μετά την ίδια γυναίκα σαν μια γραμμή. Ο καλλιτέχνης μπορεί να πάρει αυτή τη γραμμή αλλά να φτιάξει κάτι δικό του. Όλα φαίνονται στη δική σου δουλειά. Το φτιαχτό δεν ζει πολύ, δεν φτουράει. Όλοι κλέβουμε, λίγο ή πολύ. Δεν είμαι εναντίον της κλοπής όταν το χρειαστείς πάρα πολύ για κάποιο δημιουργικό λόγο αλλά όχι όταν γίνεται κατάσταση.
Ο Λευτέρης Βογιατζής με όλες του τις παραστάσεις μάς εξαναγκάζει ταπεινωτικά στη χρήση κάθε δημοσιογραφικού κλισέ. Υπέροχη, μοναδική, συγκλονιστική, αποκαλυπτική και τα λοιπά. Με πόση, λοιπόν, χαρά και ανακούφιση ξεφορτώνομαι σήμερα την αμηχανία των υπερθετικών και κλέβω για τη νέα του δουλειά, το «Θερμοκήπιο» του Χάρολντ Πίντερ, μια φράση που άκουσα και τα λέει όλα: «Οι άλλοι κάνουν παραστάσεις, ο Βογιατζής κάνει θεάτρο».
Το έργο του Πίντερ ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Λευτέρη Βογιατζή
Ο χώρος που διαδραματίζεται το έργο είναι ένα κρατικό «ησυχαστήριο», ένα «Θερμοκήπιο», όπου οι ασθενείς ανακρίνονται και κακοποιούνται από το διεφθαρμένο και εξουσιομανές προσωπικόΝύχτα Χριστουγέννων. Σ΄ ένα κρατικό «ησυχαστήριο», γεννιέται άρρεν τέκνο από την ασθενή 6459, ενώ ένας άλλος ασθενής, ο 6457, βρίσκεται μυστηριωδώς νεκρός. Τι έχει συμβεί, ποιος είναι ο πατέρας του παράνομου βρέφους; Πώς πέθανε ο 6457 και γιατί κηδεύτηκε μυστικά και εσπευσμένα; Οι απαντήσεις στη μαύρη κωμωδία του Χάρολντ Πίντερ, «Θερμοκήπιο» που παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα η «Νέα Σκηνή» από σήμερα στο «Θέατρο Οδού Κυκλάδων», σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή.
«Το Θερμοκήπιο» (1958) ανήκει στα μεγάλα νεανικά έργα του Χάρολντ Πίντερ, γραμμένο ανάμεσα στο «Πάρτι γενεθλίων», τον «Επιστάτη» και το «Βουβό γκαρσόνι». Θαμμένο στο συρτάρι του συγγραφέα μέχρι το1979, ανεβαίνει στη σκηνή το 1980 σε σκηνοθεσία του ίδιου του Χάρολντ Πίντερ.
Η παράσταση του έργου αποτελεί θεατρικό γεγονός. Ο ίδιος ο Πίντερ θα πει «τελικά, το έργο άξιζε ν' ανεβεί», και στην παράσταση του 1995, παίζει ο ίδιος τον ρόλο του Ρουτ με εξαιρετική επιτυχία. Πρόκειται για μία καταλυτική πολιτική σάτιρα, μία μαύρη κωμωδία, με μπεκετικούς απόηχους, πάνω στο τερατώδες σύμπλεγμα που αποτελεί την κρατική εξουσία, το σύμπλεγμα της αυθαιρεσίας, της αδιαφάνειας, της γραφειοκρατικής παραμόρφωσης με τη συνακόλουθη διαφθορά.
Εδώ η γλώσσα λειτουργεί στο κενό, σε απόλυτη διάσταση με την όποια εμπειρία. Εδώ η γλώσσα συγκαλύπτει και παραμορφώνει την πραγματικότητα.
Ο χώρος που διαδραματίζεται το έργο είναι ένα κρατικό «ησυχαστήριο», ένα «Θερμοκήπιο», όπου αθέατοι για μας ασθενείς, που αναφέρονται με τους κωδικούς τους, ανακρίνονται και κακοποιούνται παντοιοτρόπως από το διεφθαρμένο και εξουσιομανές προσωπικό. Εδώ κυριαρχεί η αλλοτρίωση, η απάθεια, η απανθρωπιά, η απονεκρωμένη συνείδηση.
Ο Αγγλος θεατρικός κριτικός Μάικλ Μπίλιγκτον, θα μιλήσει για τον μεγάλο κωμικό ηθοποιό που έχασε η Αγγλία, για να γίνει ο μεγαλύτερος εν ζωή, τότε, θεατρικός συγγραφέας της, ενώ για το έργο αποφαίνεται ότι ανήκει στα κορυφαία του Πίντερ, όπου το οξύ πολιτικό του ένστικτο συγκερασμένο με την ορμή της νιότης του, έδωσε ένα από τα προφητικότερα και οξυδερκέστερα πολιτικά έργα του 20ού αιώνα.
Παίζουν: Λευτέρης Βογιατζής, Παντελής Δεντάκης, Δημήτρης Ημελλος, Αλεξία Καλτσίκη, Βασίλης Κουκαλάνι, Γιάννης Νταλιάνης, Θάνος Τοκάκης.
- Οι συντελεστές
Τη μετάφραση υπογράφει ο Νίνος Φένεκ-Μικελίδης, τη σκηνοθεσία ο Λευτέρης Βογιατζής, τα σκηνικά-κοστούμια η Εύα Μανιδάκη, τη μουσική ο Δημήτρης Καμαρωτός και τους φωτισμούς ο Λευτέρης Παυλόπουλος.
- ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 24/3/2011
Λευτέρης Βογιατζής, με το έργο του Πίντερ από την επόμενη Παρασκευή στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων
- Της ΒΕΝΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
- Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Μαρτίου 2011
Ο Λευτέρης Βογιατζής έχει αφήσει μουστάκι. Το απαιτεί ο ρόλος του στο «Θερμοκήπιο» του Χάρολντ Πίντερ, που από την επόμενη Παρασκευή (25 Μαρτίου) θα τραβήξει πάλι το ενδιαφέρον των θεατρόφιλων στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων. Σκηνοθετεί το άγνωστο στην Ελλάδα θεατρικό έργο και συγχρόνως ερμηνεύει τον Ρουτ, ένα «τέρας», όπως λέει, έναν πρώην στρατιωτικό, που διευθύνει ένα εφιαλτικό κρατικό «ησυχαστήριο» για πολιτικά αντιφρονούντες. Κι ας τους αποκαλούν «ασθενείς».
Μη διανοηθείτε να σκεφτείτε ότι διάλεξε για ακόμη μία φορά, μετά το «Τέφρα και σκιά» (2000), ένα από τα «μικρά» έργα του Πίντερ αποφεύγοντας τα μεγάλα και ιστορικά, ας πούμε την «Επιστροφή» ή τον «Επιστάτη». Πρώτον, θα σας πει κατηγορηματικά ότι «το "Τέφρα και σκιά" είναι ένα κείμενο που στο πέρασμα του χρόνου κάποιοι θα μεγαλουργήσουν μαζί του». Και, δεύτερον, μπορεί στην Ελλάδα το «Θερμοκήπιο» («The Hothouse») να ανεβαίνει για πρώτη φορά, αλλά είναι κατά τον Μάικλ Μπίλινγκτον «μέσα στα πέντε αριστουργήματα του Πίντερ». Είχε απλώς μια περίεργη τύχη. Εμεινε στο συρτάρι του για 22 ολόκληρα χρόνια.
Το έγραψε το 1958, αμέσως μετά την παταγώδη αποτυχία του «Πάρτι γενεθλίων», κι αφού πρώτα υπέβαλε στο BBC τη σύνοψη ενός παραπλήσιου έργου. Το «Θερμοκήπιο» ήταν βαθιά πολιτικό και απίστευτα προφητικό για την εποχή.
- Στο συρτάρι
Εξηγεί ο Λευτέρης Βογιατζής: «Δεν είχαν γίνει ακόμη γνωστά τα σοβιετικά ψυχιατρεία για τους αντιφρονούντες, τα βασανιστήρια των πολιτικών κρατουμένων στη Λατινική Αμερική από τους Αμερικανούς και οι φρικτές μεθόδοι ανάκρισης και κράτησης που χρησιμοποιούσαν οι Βρετανοί στο Μπέλφαστ. Ο Πίντερ οδηγήθηκε φαντασιακά στην υπερβολή, που περιγράφει στο "Θερμοκήπιο", από μια προσωπική του εμπειρία. Την έχει εξομολογηθεί στο βιογράφο του, Μάικλ Μπίλινγκτον. Το 1954, έχοντας απελπιστική ανάγκη για χρήματα, δέχτηκε να γίνει για μία και μόνη φορά πειραματόζωο σε νοσοκομείο του Λονδίνου».
Τότε, γιατί δεν προώθησε το έργο του; «Ισως να μην το πολυπίστευε, άλλωστε κάποτε το χαρακτήρισε "αποτυχημένο" και "φτιαχτό". Ισως να απορροφήθηκε από τον "Επιστάτη", που έγραψε αμέσως μετά. Ισως γιατί μετά τη βίαιη απόρριψη από την κριτική τού "Πάρτι γενεθλίων" να ένιωθε ότι το αγγλικό θέατρο ήταν ασφυκτικά κάτω από την κυριαρχία εμπορικών λογικών», λέει ο Λευτέρης Βογιατζής.
Και επισημαίνει ακόμη μία παράμετρο της «εξαφάνισης» του «Θερμοκηπίου». «Πού να ακούσει ο Πίντερ την εποχή εκείνη για "πολιτικό" θέατρο; Ηταν κατηγορηματικά αντίθετος. Σιγά σιγά, μετά το '80, άρχισε να γράφει τα καθαρά πολιτικά έργα του, μερικά από τα οποία θέλω σαν τρελός να σκηνοθετήσω, όπως το "One for the road" και το "Party Time"».
Το «Θερμοκήπιο» παρουσιάστηκε, τελικά, το 1980 σε σκηνοθεσία του ίδιου του Πίντερ, εκδόθηκε και γνώρισε τεράστια επιτυχία. «Τελικά, άξιζε να ανεβεί», δήλωσε. Εκτοτε παίζεται συνέχεια. Ο ίδιος ο Πίντερ ερμήνευσε τον Ρουτ σε παράσταση του 1995 -αφήνοντας κι αυτός μουστάκι.
Το έργο είναι, όπως γράφει ο Μάικλ Μπίλινγκτον, «μια μαύρη φάρσα για την τρέλα, την παράνοια, τη λαγνεία και την υποψία που διαποτίζουν ένα κρατικό "ησυχαστήριο", στο οποίο οι αθέατοι, κωδικοποιημένοι τρόφιμοι (αναφέρονται μόνο με αριθμούς) που κακοποιούνται από το προσωπικό, εξεγείρονται και το σφάζουν». Ο Πίντερ μάς λέει με άλλα λόγια ότι το κράτος το μόνο που θέλει είναι να παράγει υποταγμένους πολίτες. Αλλά και ότι σε κάθε απάνθρωπο γραφειοκρατικό σύστημα αναπτύσσεται διαφθορά. Διότι, ποιος δολοφόνησε τον ασθενή 6457; Ποιος είναι ο πατέρας του παράνομου βρέφους, που γέννησε τη νύχτα των Χριστουγέννων η ασθενής 6459; Μήπως ο ίδιος ο διευθυντής του «ησυχαστηρίου»;
- Πίντερ, όπως Σέξπηρ
Ο Λευτέρης Βογιατζής είχε το «Θερμοκήπιο» στο μυαλό του από τη δεκαετία του '80, που το πρωτοδιάβασε. Το ότι άργησε να το αντιμετωπίσει οφείλεται στις γνωστές ιδιαιτερότητές του.
«Δεν είχα τον κατάλληλο χώρο», λέει -και για ακόμη μία φορά έκανε το θεατράκι της οδού Κυκλάδων φύλλο και φτερό. «Και με τον Πίντερ μού συμβαίνει ό,τι και με τον Σέξπιρ, που δεν έχω ακόμη ανεβάσει. Εχω τόσο δέος απέναντί του, που είναι θαύμα που έχω κάνει ένα έργο του, το "Τέφρα και σκιά". Και δεν έχω άδικο. Τον συνδέω άμεσα με ό,τι έχω ανακαλύψει ή ανακαλύπτω στο θέατρο -είτε έχει είτε δεν έχει σχέση μαζί του. Λατρεύω τα μεγάλα έργα του, λιμπίζομαι πολλούς ρόλους τους, ακόμη και διαμετρικά αντίθετους. Αλλά όσο περνάνε τα χρόνια, βρίσκω ότι είναι πολύ δύσκολο να μπεις στον κόσμο του και να τον εκφράσεις με λεπτότητα και ελαφράδα, χωρίς να χάνει ούτε την κωμικότητα ούτε το δραματικό βάρος του».
Δεν φοβάται ότι και ο Πίντερ, όπως τόσοι και τόσοι ανανεωτές της θεατρικής γλώσσας, θα γίνει κάποια εποχή μουσειακός; «Οι μεγάλοι συγγραφείς γίνονται μουσείο μόνο από τον τρόπο που χρησιμοποιούνται», απαντά. «Και ο ίδιος ο Πίντερ έχει κινδυνεύσει αρκετά. Για παράδειγμα, το ύφος του, αυτό που μάθαμε να λέμε "pinteresque", πήγε να γίνει μανιέρα. Ομως, το έργο του είναι πολύπλοκο, βαθύ και ταυτόχρονα πολύ κωμικό, ενώ κρύβει τεράστια γνώση του θεάτρου. Μην ξεχνάτε ότι ξεκίνησε ως ηθοποιός, ότι θήτευσε δίπλα σε τεράστιες μορφές του αγγλικού περιοδεύοντος θεάτρου».*
- info:Για την παράσταση η σκηνογράφος Εύα Μανιδάκη κλήθηκε να χωρέσει στη μικρή σκηνή του Θεάτρου της οδού Κυκλάδων ένα... αίθριο, στο οποίο μέχρι που θα χιονίζει. Η μετάφραση είναι του Νίνου Φένεκ-Μικελίδη, η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου. Παίζουν ακόμα οι ηθοποιοί: Παντελής Δεντάκης, Δημήτρης Ημελλος, Αλεξία Καλτσίκη, Βασίλης Κουκαλάνι, Γιάννης Νταλιάνης και Θάνος Τοκάκης.
Δύσκολα ξεκολλάει ο Λευτέρης Βογιατζής από την πικραγαπημένη του, στενάχωρη πλην θαυματουργή σκηνούλα της Οδού Κυκλάδων όπου γράφει ιστορία στο θέατρό μας 26 χρόνια τώρα. Το πολύ πολύ να πάει ώς... την άλλη πλευρά της ίδιας γωνίας, όπου το θέατρο της Μπέτης Αρβανίτη, για να σκηνοθετήσει τις «Δούλες» του Ζενέ ή να δεχτεί, προ ετών, την πρόσκληση του αείμνηστου Νίκου Κούρκουλου να σκηνοθετήσει με το Εθνικό Θέατρο τους αισχυλικούς «Πέρσες» για την Επίδαυρο. Να όμως που φέτος πηγαίνει πάλι στο Εθνικό –για πρώτη φορά σε χειμερινή σκηνή του– αποδεχόμενος τώρα την πρόσκληση του Γιάννη Χουβαρδά. Ετσι, σύντομα θα δούμε στο Κοτοπούλη - Ρεξ τον «Πρίγκιπα του Χόμπουργκ», έργο του κλασικού Γερμανού συγγραφέα Χάινριχ φον Κλάιστ άπαιχτο στην Ελλάδα από το 1938, σε σκηνοθεσία Βογιατζή και με θίασο εκλεκτών ηθοποιών, όπως οι Νίκος Κουρής (στον επώνυμο ρόλο), Λυδία Φωτοπούλου, Δημήτρης Λιγνάδης, Νίκος Αρβανίτης, Θόδωρος Κατσαφάδος, Γιάννης Τσορτέκης, Εμιλυ Κολιανδρή, Μάνος Σταλάκης, Νικόλας Παπαγιάννης κ.ά. [Του Βασίλη Αγγελικόπουλου, Η Καθημερινή, 15/3/2008].
Ο Βασίλης Αγγελικόπουλος γράφει και για δυο ενδιαφέρουσες παραστάσεις: Τύχη παράξενη του θεάτρου θέλησε να έχουμε φέτος δύο παραστάσεις, από τις πιο ενδιαφέρουσες της περιόδου, που εξιστορούν τη ζωή δύο σημαντικών γυναικείων μορφών του τραγουδιού μας. Πρώτα ήρθε η «Ευτυχία Παπαγιανοπούλου» με τη Νένα Μεντή σε κείμενο και σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια, στο Ιλίσια-Βολανάκης, και πρόσφατα το «Με λένε Σωτηρία» με τη Λήδα Πρωτοψάλτη σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου στη «Στοά», έργο που βασίζεται στο βιβλίο της Σοφίας Αδαμίδου για τη ζωή της Σωτηρίας Μπέλλου...