Showing posts with label Συνέντευξη. Show all posts
Showing posts with label Συνέντευξη. Show all posts

Sunday, July 13, 2008

ΡΕΝΑΤΕ ΤΖΕΤ«ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΗ ΘΕΑ ΜΕΣΑ ΜΑΣ»

Κάθε συνέντευξη κρύβει και από μία –αδημοσίευτη– ιστορία στο φόντο της. Η συνάντησή μου με τη Ρενάτε Τζετ ήταν αποτέλεσμα σχεδόν Νοελ-Καουαρντικής (sic) σύμπτωσης, επιβεβαιώνοντας το κλισέ ότι η ζωή γράφει τα καλύτερα έργα.

Σκηνή Πρώτη: Βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη σε μια τετ α τετ συνάντηση με τον Κριστόφ Βαρλικόφσκι, ο οποίος σκηνοθετεί αυτή την εβδομάδα (16-18/7) στο Φεστιβάλ Αθηνών το «Κρουμ». Ο αρχικά λιγομίλητος και «δύσκολος» Πολωνός σκηνοθέτης έχει αποδειχτεί στη συνέχεια χειμαρρώδης συνομιλητής και η κουβέντα μας διαρκεί περισσότερο από το αναμενόμενο. Η ώρα κυλά ευχάριστα, αλλά στο μεταξύ εγώ έχω αργήσει για το επόμενο επαγγελματικό ραντεβού μου με την αυστριακής καταγωγής ηθοποιό και σκηνοθέτιδα Ρενάτε Τζετ.
Σκηνή Δεύτερη: Βγαίνω στο δρόμο για να πάρω ένα ταξί αλλά επί 10 λεπτά δεν υπάρχει κανένα διαθέσιμο. Προσπαθώ να επικοινωνήσω με το βοηθό της Τζετ για να ενημερώσω για την αργοπορία μου, αλλά το τηλέφωνό του είναι κλειστό. Οταν η απελπισία με έχει εντελώς καταβάλει, σταματά επιτέλους μπροστά μου ένα ταξί με έναν επιβάτη ήδη μέσα. «Πηγαίνω στο ξενοδοχείο Holiday Inn» λέω, μπας και ξεγελάσω όλους τους νόμους του Μέρφι. «Μπείτε. Κι εμείς εκεί πάμε» λέει ο ταξιτζής. Μπαίνω πριν αλλάξει γνώμη ή κατεύθυνση ο ταξιτζής και γυρίζω να ευχαριστήσω το συνεπιβάτη μου για το μοίρασμα της κούρσας. «Ευχαρι… Είστε η Ρενάτε Τζετ» λέω περισσότερο για να πείσω τον εαυτό μου παρά για να επιβεβαιώσω την ταυτότητά της. «Είσαι η Ιωάννα» λέει έχοντας ήδη σκάσει στα γέλια με το απρόσμενο των νόμων των πιθανοτήτων. «Μόλις ρωτούσα τον οδηγό πόσο απέχουμε από το ξενοδοχείο γιατί έχω αργήσει σ’ ένα επαγγελματικό ραντεβού… και να, το ραντεβού μου με βρίσκει μες στο ταξί. Μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν αυτά» λέει εντυπωσιασμένη από τη συγκυρία.
Σκηνή Τρίτη: Πλέον καθόμαστε στις Τσέστερφιλντ πολυθρόνες στο λόμπι του ξενοδοχείου της και μιλάμε για τις εντυπώσεις της από το ελληνικό θέατρο, τη συνεργασία της με τον Τζορτζ Ταμπόρι και τον Κριστόφ Βαρλικόφσκι, την παράσταση που ετοιμάζει με την Μπέτυ Αρβανίτη και τον Χρήστο Στέργιογλου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, τις ελληνικές λέξεις που ξέρει:
«Κουαρτέτο»: «Δύο ηθοποιοί, η Μπέτυ Αρβανίτη και ο Χρήστος Στέργιογλου, υποδύονται τέσσερα πρόσωπα. Ανακαλύπτουν τους εαυτούς τους, αλλάζουν φύλο, επιθυμούν, αποπλανούν, αγαπούν, θυσιάζουν, βασανίζουν, σκοτώνουν. “Η αγάπη είναι δυνατή σαν το θάνατο”. Ενα παιχνίδι χωρίς όρια. Η γλώσσα είναι το μπαλάκι. Είναι η συμβίωση μία ακόμα ψύχωση; Ο Χάινερ Μίλερ καταδύεται στα βαθύτερα στρώματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Πίσω από λέξεις γεμάτες κυνισμό και ωμή βία κρύβεται η αγάπη, στη σκιά της ταφόπλακας της ήττας του έρωτα. Την περιοχή αυτής της σκιάς με ενδιαφέρει να διερευνήσω».
Τέχνη: «Στη δεκαετία του ’80 βυθιστήκαμε στο βάθος της τέχνης μας και στα σκοτάδια του εαυτού μας. Μετά κάποιοι από εμάς πήγαν στους “ναούς” του θεάτρου κι εγώ έμεινα στις “κατακόμβες”. Στη συνέχεια προσχώρησα κι εγώ στα σκοτάδια των θεατρικών “ναών”, μέχρι που συνάντησα τον Κριστόφ Βαρλικόφσκι. Με τον Κριστόφ μπορούσα να νιώσω την ένταση των σκοτεινών μονοπατιών της υποκριτικής και ταυτόχρονα το φως τού να μπορείς να είσαι ο εαυτός σου και να μιλάς για τον εαυτό σου».
Θέατρο: «Ηθελα να γίνω ηθοποιός υποσυνείδητα από πολύ μικρή, χωρίς να γνωρίζω φυσικά πού θα με οδηγούσε αυτό. Ο Τζορτζ Ταμπόρι με έκανε να συνειδητοποιήσω πού με πήγαινε αυτή η επιλογή μου. Το θέατρο υπάρχει στις ζωές μας για να μας οδηγεί πέρα από τη χωματερή αυτού του κόσμου. Το θέατρο ανοίγει τη θέα μέσα μας κι έξω μας».
Κάθαρση: «Δεν μπορώ να διανοηθώ καλό θέατρο χωρίς κάθαρση. Επειτα από μια πραγματικά καλή παράσταση βγαίνεις από το θέατρο καλύτερος άνθρωπος, με μεγαλύτερη γνώση και κατανόηση για τον εαυτό σου, τον κόσμο, τη φύση, την αγάπη. Η τέχνη μπορεί να μας βοηθήσει να αντικρίσουμε τις πιο σκοτεινές πτυχές μας. Κι εμείς ως καλλιτέχνες έχουμε το καθήκον να φωτίσουμε σοβαρά ζητήματα που αφορούν την ανθρώπινη φύση, το περιβάλλον, την αυτογνωσία μας».
Ελλάδα: «Από το λίγο που έχω δουλέψει στην Αθήνα, έχω καταλήξει ότι ο τρόπος δουλειάς εδώ είναι αρκετά διαφορετικός σε σχέση με το γερμανικό θέατρο, όπου διατίθενται αρκετά μεγάλα κονδύλια. Ουσιαστικά όταν δουλεύεις σε μια ξένη χώρα έχεις να αντιμετωπίσεις μια διαφορετική κουλτούρα και κατ’ επέκταση ένα διαφορετικό τρόπο εργασίας. Για μένα ήταν πολύ σημαντικό να εργαστώ στον τόπο όπου γεννήθηκαν το θέατρο και η δυτική φιλοσοφία».
Ελληνικό θέατρο: «Στο ελληνικό θέατρο νομίζω πως υπάρχει η ανάγκη για μεγαλύτερο ρεαλισμό στη σκηνή. Το ελληνικό κλίμα επηρεάζει σαφώς και την καλλιτεχνική δημιουργία. Δεν είναι τυχαίο πως οι Ελληνες ηθοποιοί είναι πολύ ανοιχτοί. Σε κάποιες ελληνικές παραστάσεις όμως δεν έχω δει το θεατρικό δρώμενο να έχει αναφορές στην πραγματικότητα, στο τι συμβαίνει εκτός θεάτρου».
Δύσκολο: «Στη Γερμανία το θέατρο είναι μια κλειστή φόρμα, όπου υπάρχει διάθεση για πειραματισμό. Στη Γερμανία αισθάνομαι ότι το θέατρο έχει γίνει πολύ κυνικό, σχεδόν “κανιβαλικό”. Μέχρι αυτή τη στιγμή που μιλάμε νιώθω ότι ακόμα δεν έχω βρει μια πόρτα για να μπω στον κόσμο του γερμανόφωνου θεάτρου. Ισως και να φοβάμαι να μπω… Ισως το σύστημα να είναι τόσο ισχυρό, που δεν μπορείς να το αλλάξεις…»
Νερό: «Πρέπει να ψάξεις για νερό για να βρεις έστω και λίγο. Και ξέρεις; Πάντα βρίσκεις νερό. Η δική μου πηγή τροφοδοτείται από το θέατρο. Το θέατρο είναι αυτό που με κάνει “πλούσια”. Αν δεν υπήρχε το θέατρο στη ζωή μου, τώρα θα ήμουν μια δυστυχισμένη γυναίκα, παντρεμένη με τέσσερα παιδιά, κάπου στην αυστριακή επαρχία».
Σκύλος: «Λατρεύω τα ζώα και ειδικά τους σκύλους. Οταν κάναμε πρόβες στην Ανδρο, περπατούσα κάποια στιγμή στο δρόμο με τη σκυλίτσα μου, και άκουσα μέσα από έναν κάδο σκουπιδιών κάτι ανάμεσα σε κλάμα μωρού και σκυλιού. Ανοίγω τον κάδο και βλέπω μέσα πεταμένα πέντε σκυλάκια. Τα πήρα μαζί μου και ταξίδεψα μετά το τέλος των προβών με έξι σκυλιά από την Ηγουμενίτσα ως την Ιταλία. Κι όταν έγιναν πέντε μηνών, τα μοίρασα σε φίλους».
Διάλογος: «Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον χωρίς διάλογο. Τη σημασία του διαλόγου, το να σέβομαι και να αποδέχομαι τον άλλον, τα έμαθα μεγαλώνοντας. Στο θέατρο πρέπει να ανοίγεις διάλογο με το κοινό, αλλιώς είναι σαν να μιλάς σε τοίχο. Βέβαια συχνά η αμεσότητα αυτή μπορεί να σοκάρει το θεατή, που έχει μάθει να καταναλώνει τέχνη και όχι να τη νιώθει.
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, 4-5/7 στις 21:00.
Το Σχολείον (Χώρος Β), 15-20/7 στις 21:00.
Κρατήσεις εισιτηρίων: Πανεπιστημίου 39
(τηλ. 210 3272000) ή στο
site www.greekfestival.gr.
Τιμές εισιτηρίων: €20, €10 (μειωμ.).
Χορηγοί Επικοινωνίας: ΕΤ, City 99,5

[Από την Ιωάννα Μπλάτσου, φωτό: Stefan Okolowicz, Ελεύθερος Τύπος, 12/07/2008]

Saturday, June 21, 2008

ΠΑΥΛΟΣ ΧΑΪΚΑΛΗΣ: «Η Ελλάδα έχει τελειώσει...»


Συνέντευξη: Παύλος Χαϊκάλης
Στα χρόνια του Οθωνα θα μας μεταφέρει αυτό το καλοκαίρι ο Παύλος Χαϊκάλης, διαβεβαιώνοντας ότι θα γίνει... «Του Κουτρούλη ο γάμος». Κρατώντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ομώνυμη κωμωδία του Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή, σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαντζόπουλου, θα περιοδεύσει με τη Θεατρική Διαδρομή, έχοντας στο πλάι του τούς Δημήτρη Μαυρόπουλο, Παύλο Ορκόπουλο, Κατερίνα Μάντζιου, Μιχάλη Μαρκάτη. Η πρεμιέρα θα δοθεί την Παρασκευή στο θέατρο «Μελίνα Μερκούρη», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Βράχων στον Βύρωνα. Με τον Παύλο Χαϊκάλη λοιπόν, που συμπληρώνει φέτος 25 χρόνια στο θέατρο, η κουβέντα που ακολουθεί.
Παύλος Χαϊκάλης, Δημήτρης Μαυρόπουλος στου «Κουτρούλη το γάμο»
  • Τι είδους χαρακτήρας είναι ο Κουτρούλης;
«Ενας εμποροράπτης πετυχημένος από τη Σύρο. Ανθρωπος ευτραφής, χαρούμενος, καλοπροαίρετος, που βλέπει τα πράγματα θετικά. Εως τη στιγμή που ερωτεύεται...».
  • Γιατί επιδιώκει την πολιτική ισχύ;
«Η κοπέλα με την οποία είναι ερωτευμένος στην Αθήνα κι έρχεται να τη ζητήσει, επειδή θέλει να τον αποφύγει, του βάζει στόχους υψηλούς. Το έργο στιγματίζει την τάση του ανθρώπου να γίνει κάτι παραπάνω απ' αυτό που είναι. Ο Κουτρούλης επιδιώκει ν' αποδείξει και να επιδείξει στους γύρω του ότι μπορεί να πάει ψηλότερα. Κι από τη στιγμή που προσπαθεί να γίνει υπουργός, αρχίζει το πανηγύρι».
  • Το έργο είναι επίκαιρο;
«Αν και γραμμένο το 1845, βλέπουμε ότι και σήμερα ισχύουν ίδιες καταστάσεις. Το έργο δεν καταγγέλλει μόνο τα κακώς πολιτικά κείμενα αλλά και το πόσο ευθύνεται ένας λαός για τη δημιουργία πελατειακών σχέσεων με τους πολιτικούς. Η εξαγορά ψήφου είναι διαχρονική στην Ελλάδα. Ο Κουτρούλης αρχίζει και διασπείρει ψευδείς ειδήσεις, πληρώνει εφημερίδες για να γράφουν σχόλια γι' αυτόν ότι θ' αναλάβει εξουσία, ώστε να πείσει τον πεθερό του και την υποψήφια νύφη. Κάποια στιγμή το πιστεύει κι ο ίδιος ότι θα γίνει υπουργός. Το πιστεύουν και οι γύρω του, ζητώντας του να τους βοηθήσει».
  • Κι όλα αυτά επειδή ερωτεύθηκε. Ο έρωτας τυφλώνει;
«Σαφώς. Συνήθως λογική και συναίσθημα δεν πάνε μαζί. Απλώς κάποια στιγμή πρέπει να σκεφτόμαστε ότι δεν μπορούμε να υπερβούμε τα εσκαμμένα. Να πάμε σε κάτι που είναι πάνω από τις δυνάμεις μας, πάνω από τη φύση μας».
  • Υπάρχει φως στη σημερινή πολιτικοκοινωνική κατάσταση;
«Εδώ και χρόνια πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει τελειώσει. Ο κατήφορος συνεχίζεται ακόμη περισσότερο. Δεν υπάρχει όραμα σ' αυτό τον τόπο. Για τους πολιτικούς, δεν το συζητάμε. Οραμα έχουν οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι, οι εκπαιδευτικοί. Αλλά κι αυτές οι τρεις πηγές είναι κλειστές. Εχει περάσει μια στρόφιγγα και τις έχει πνίξει, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μέλλον. Το βλέπουμε και στον καθημερινό άνθρωπο που έχει συμβιβαστεί. Νιώθει φόβο, ανασφάλεια. Τι θα κάνει με τη δουλειά του, το παιδί του, το περιβάλλον, με τη ζωή του που πνίγεται. Ενας λαός παγιδευμένος χωρίς όραμα και ιδεολογία. Εγκλωβισμένος στην πελατειακή σχέση, που υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Δεν μπορεί να μου λένε ότι έτσι λειτουργεί η ελεύθερη αγορά, όταν ο άλλος δεν μπορεί να πάρει μαϊντανό γιατί έχει φτάσει ένα πεντακοσάρικο το ματσάκι. Δεν μπορεί ν' ανεβαίνουν συνέχεια τα πράγματα. Δεν τη γουστάρω πια την ελεύθερη οικονομία. Υπάρχουν λύσεις. Απλώς οι κυβερνώντες και οι κατέχοντες δεν θέλουν να τις δουν»... [Συνέντευξη στον ΓΙΩΡΓΟ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία 2, 21/06/2008]

Sunday, June 15, 2008

ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ: ΠΕΡΙΦΡΟΝΩ ΒΑΘΥΤΑΤΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ


Ο Παύλος Μάτεσις από τα Εξάρχεια, όπου από άποψη διαμένει, παρακολουθεί εν εγρηγόρσει την επικαιρότητα, συγγράφοντας το νέο του θεατρικό έργο και συγχρόνως θεατροποιώντας -αν και τον πρόλαβε στην Τσεχία ο Πάβελ Κόχουτ- τη «Μητέρα του Σκύλου» («Καστανιώτης»).
Το νέο, αβάφτιστο ακόμα, θεατρικό του Παύλου Μάτεσι είναι η «δοξολογία ενός φόνου». Θα το εμπιστευτεί στους νέους του θεατρικού εργαστηρίου του Δήμου Ταύρου
«Γράφω ένα νέο θεατρικό, δεν ξέρω πώς θα το βαφτίσω, αλλά είναι η δοξολογία του φόνου», μας ανακοινώνει. «Ο ήρωας αγαπάει τη μάνα του, η οποία έχει πεθάνει στα 27 της -όμως βρίσκεται διαρκώς στη σκηνή καθισμένη σ' ένα σκαμνάκι. Ο γιος είναι 35άρης και λέει "την αγαπάω τη μάνα μου τόσο πολύ που ήθελα να τη σκοτώσω για να μην την αγαπάει άλλος". Το έργο γράφεται τώρα. Δεν ξέρω πότε θα το τελειώσω».
Τοποθετείται στο σήμερα;
«Ναι. Ξεκινά με έναν αλλοδαπό, που ήρθε στην Ελλάδα και πέρασε πάρα πολλά μέσα από τη λαγνεία του φόνου που τον διακατείχε. Η μητέρα είναι πολύ τρυφερή. Οταν όμως βιαιοπραγεί κάποιος εναντίον του δεκάχρονου παιδιού της, τον βρίσκει και επειδή ξέρει ότι το ευαίσθητο σημείο του είναι ο γιος του, κόβει το χέρι του παιδιού με χασαπομάχαιρα και το παίρνει μαζί της. Το πηγαίνει δώρο στον δικό της γιο!».
Αγρια πράγματα! Αγριεύετε με τα χρόνια;
«Η αλήθεια γενικώς είναι αυστηρή. Δεν είναι γλυκιά ούτε γλυκερή».
Γιατί θεατροποιείτε, μετά τον Κόχουτ, κι εσείς τη «Μητέρα του Σκύλου»;
«Εγώ στην πρόζα είμαι λαθρεπιβάτης. Ο,τι κάνω μυρίζει θέατρο. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θεατρολογώ. Μου λέγανε βεβαίως, "μα είναι της μόδας οι μονόλογοι. Είναι δυνατό το κείμενο, και να το ακούς μόνο φτάνει, κάν' το θεατρικό!". Τους απαντούσα, "κάνετε λάθος. Εγώ θα την κάνω θέαμα τη 'Μητέρα του Σκύλου'". Οχι με όλα τα πρόσωπα, αλλά με 5-6 το πολύ. Και τους νεκρούς θα τους έχω σε μεγάλες φωτογραφίες από πίσω διαγραμμένους με ένα "Χ"».
Απ' ό,τι αντιλαμβάνομαι, σκηνοθετείτε και σκηνογραφείτε με τη θεατροποίηση το έργο...
«Ναι. Δεν αφήνω περιθώρια για σκηνοθέτη. Το πρώτο ανέβασμα θα το σκηνοθετήσω κιόλας. Στη σκηνή θα έχω ένα σπιτάκι τριών διαστάσεων -το σπίτι της ηρωίδας- στο ύψος μια καρέκλας, με την πορτούλα και τα παραθυράκια του. Κι όταν φύγει από την επαρχία να πάει στην Αθήνα θα παίρνει το σπίτι μαζί της αγκαλιά. Την ηρωίδα δεν θα την παίξει ένα πρόσωπο, αλλά δύο γυναίκες ταυτόχρονα πιασμένες χέρι χέρι».
Εχετε σκεφτεί με ποιους θα ανεβάσετε το έργο;
«Λογαριάζω να συνεργαστώ με νέους καλλιτέχνες. Ανακάλυψα σε μια ανθυγιεινή ατμόσφαιρα που έχει σήμερα το θέατρό μας, για να μην πω πνευματική μαλάκυνση, το θεατρικό εργαστήρι του Δήμου Ταύρου. Είδα δύο παραστάσεις τους, σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Ναρλή, και τα έχασα! Είχανε μια φινέτσα, έναν ρυθμό. Σ' αυτούς προσβλέπω».
Βαριά η κουβέντα σας περί ανθυγιεινής ατμόσφαιρας και πνευματικής μαλάκυνσης στο θέατρό μας.
«Υπάρχει μια στειρότητα στο χώρο του γράφειν. Μιλάμε για την αποδόμηση, που είναι ανασκολοπισμός, ή έργα που μοιάζουν με της Σάρας Κέιν, για την οποία πάντα με κακία λέω "το καλύτερο έργο της ήταν που κρεμάστηκε!". Περνά περίοδο νάρκης το ελληνικό θέατρο και ως γραφή, και ως σκηνοθεσία, και ως ερμηνεία. Ελπίζω αυτή η νάρκη να ξεπεραστεί. Εγώ στο μεταξύ δεν θέλω να μετέχω. Περιφρονώ βαθύτατα αυτό που βλέπω. Υπάρχει ανευθυνότης στο ελληνικό θέατρο, για να μην πω τίποτα βαρύτερο».
Μπορείτε να φέρετε ένα παράδειγμα ανευθυνότητας;


«Οταν κάποιος γράφει, σκηνοθετεί, πρωταγωνιστεί, ενίοτε βάζει και την αδελφή του να μεταφράσει και τον αδελφό του να παίξει, τότε αντιλαμβανόμαστε περί ποιου πράγματος μιλώ. Και υπάρχουν άνθρωποι που προσέρχονται στο θέατρο ή στη λογοτεχνία από μια φιλοδοξία. Θεωρούν ότι το γράψιμο είναι ένας τρόπος κοινωνικής καταξίωσης. Οτι είναι κάτι σαν οικόσημο. Εγώ λέω αστειευόμενος, "περιμένουν να πάθουνε κάτι για να γράψουνε!". Ξέρετε, στο θέατρο, για να εισχωρήσει κανείς στην ψυχή του ανθρώπου, πρέπει να διαθέτει πνευματική υγεία, γιατί στον ψυχικό χώρο του ανθρώπου ενεδρεύουν και ασθένεια και κακία και φόβος. Πρέπει να έχεις γλιτώσει από αυτά».
Εσείς δηλαδή έχετε γλιτώσει;
«Από την κακία δεν ξέρω αν γλίτωσα. Από τα άλλα έχω γλιτώσει. Τυχαία, ίσως, από μια καλή οικογένεια. Ομως το ταλέντο μου μόνος μου το αμφισβητώ. Ισως να είναι και ένα είδος πνευματικής κοκεταρίας, προκειμένου να το πάω παραπέρα. Αλλά όσο μεγαλώνω, νομίζω γίνομαι πιο ικανός, από βιβλίο σε βιβλίο προχωράω».
Από τα δεκάδες νέα ελληνικά κείμενα που είδατε φέτος στη σκηνή όλα για πέταμα ήταν;
«Το ότι ανέβηκαν 400 τόσες παραστάσεις τη χρονιά είναι κατά τη γνώμη μου φαιδρό. Αν το ακούσει αυτό κανείς, θα πει "είσαστε τεταρτοκοσμικοί!". Είναι κάτι εξαιρετικά ύποπτο. Επειτα βλέπουμε ότι ορισμένοι, αν και καλοί συγγραφείς, έχουν υποχωρήσει στον ρεαλισμό και στο νατουραλισμό. Ο ρεαλισμός, όμως στην τέχνη σήμερα περιττεύει». *
[Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 12/06/2008]

Sunday, June 8, 2008

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ: «ΑΚΡΟΒΑΤΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΔΙΧΤΥ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ»

«Ακροβατείς χωρίς δίχτυ στο Εθνικό »

Μόλις ολοκλήρωσε ένα χρόνο στην «ηλεκτρική καρέκλα» του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου και βγήκε μάλλον αλώβητος παρά τις αρχικές επικρίσεις και προβληματισμούς. Ο ίδιος άνθρωπος, τολμηρός, παρά το χαμηλών τόνων παρουσιαστικό του, ιδιαζόντως οργανωτικός και οργανωμένος (ήδη έχει αρχίσει να σχεδιάζει το πρόγραμμα της σεζόν 2009-10), έχει αποδείξει από την εποχή που ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου του Νότου ότι δεν τον τρομάζουν οι προκλήσεις.

  • «Κι αν είναι τρέλα, έχει τη μέθοδό της». Τι θέλει να πει το Εθνικό με το νέο του μότο;
Το Εθνικό είναι μια καθημερινή τρέλα, που πρέπει να έχεις μέθοδο για να την αντιμετωπίσεις. Ενα σύνθημα προς τους συντελεστές των παραστάσεών μας είναι: «Εχετε όση τρέλα θέλετε, αλλά να έχει μια μέθοδο επικοινωνίας με το κοινό». Επίσης, όλα τα έργα της περιόδου 2008-09 μπορούν να ιδωθούν υπό αυτό τον κοινό παρονομαστή, καθώς οι ήρωες φτάνουν σε ένα επίπεδο τρέλας και με μία μέθοδο αγγίζουν ή κατακτούν μια ισορροπία.
  • Στην πρόσφατη ανακοίνωση του ρεπερτορίου της επόμενης σεζόν μιλήσατε για μείωση των παραγωγών του Εθνικού «προς όφελος της ποιότητας».
Ναι, φέτος θα έχουμε 16 παραγωγές και του χρόνου ακόμη λιγότερες. Το Εθνικό ανέβαζε αντίστοιχο αριθμό παραστάσεων και πριν αναλάβω εγώ. Νομίζω όμως ότι είναι καιρός να συγκεντρωθεί και να επανεφεύρει τον πυρήνα του. Το ότι ξαναγυρίζει στο σπίτι του, στο κτίριο Τσίλερ στην Αγ. Κωνσταντίνου, συντελεί πολύ προς αυτή την κατεύθυνση... [συνεχίζεται, Της Ιωάννας Μπλάτσου, Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή, 08.06.2008]

Sunday, June 1, 2008

ΡΕΝΑΤΑ ΣΚΟΤΟ: «ΖΩ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ»

«Ζω στο παρόν»

Η γαλανή της ματιά εξακολουθεί να εκπέμπει λάμψη και γοητεία. Τα 70 και πλέον χρόνια της δεν πρόλαβαν να τη θαμπώσουν. Καλλιτέχνις που αγγίζει τα όρια του μύθου, μεγάλη ντίβα του λυρικού τραγουδιού, η κυρία Ρενάτα Σκότο δεν το βάζει κάτω.
Το διαπιστώνεις όταν τη συναντάς. Εχει έμφυτη ευγένεια, αλλά και ενεργητικότητα που αναβλύζει. Σκηνοθέτις παράλληλα εδώ και δύο δεκαετίες, η μεγάλη ντίβα βρήκε έναν ακόμα τρόπο για να υπηρετήσει την αγαπημένη της τέχνη. Ο ΕΤ.Κ είχε τη χαρά να τη συναντήσει και να μιλήσει μαζί της για την εναρκτήρια παράσταση του Ελληνικού Φεστιβάλ του οποίου είναι χορηγός, μαζί με τον ΕΤ και το City 99,5. Πρόκειται για τη μεγαλειώδη «Τουραντότ» του Πουτσίνι που ανεβάζει η Εθνική Λυρική Σκηνή, σε δική της σκηνοθεσία, στο Ηρώδειο, σήμερα 1η Ιουνίου, αλλά και στις 3, 5, 6, 7 και 8 του μήνα. Είναι απλή και πολύ φιλική. Τόσο που τη ρωτώ:
  • Δεν νιώθετε σταρ της όπερας;
«Καθόλου… Τα αστέρια είναι εκεί ψηλά…», λέει και δείχνει τον ουρανό.
Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχεται στην Ελλάδα, με την οποία διατηρεί ιδιαίτερη επαφή. Εχει τραγουδήσει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, έχει σκηνοθετήσει στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης τη «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» του Ντονιτσέτι, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του ’70 είχε γεμίσει με την υπέροχη φωνή της το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου με τη συνοδεία της Φιλαρμονικής του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του Χέρμπερτ φον Κάραγιαν.
«Πάντα επιθυμώ πολύ να έρχομαι στην Ελλάδα», λέει η ίδια. Εχω υψηλά αισθήματα για τη χώρα σας. Οταν βρίσκομαι εδώ αλλά και όταν σκέφτομαι την Ελλάδα από μακριά νιώθω ότι η χώρα αυτή μας έδωσε υψηλό και σημαντικό πολιτισμό, έχει γράψει μεγάλη Ιστορία. Νιώθω πολύ κοντά σας».
  • Ισως επειδή είστε και Ιταλίδα;
Εχει να κάνει κι αυτό. Η κουλτούρα μας είναι συναφής. Οταν πηγαίνω στη Σικελία και όταν πηγαίνω σε συγκεκριμένα μέρη στην Ιταλία, νιώθω σαν να έρχομαι στην Ελλάδα. Μου αρέσει να μαθαίνω για τη χώρα σας, να επισκέπτομαι τα μουσεία της.
  • Επισκεφθήκατε κάποιο αυτή τη φορά;
Οχι, όχι, δεν είχα καθόλου χρόνο. Δουλεύω σαν… τρελή. Η «Τουραντότ» του Πουτσίσι που σκηνοθετώ για το Ηρώδειο, ένα τόσο μεγάλο θέατρο, αποτελεί μια μεγαλειώδη παραγωγή, στην οποία συμμετέχουν περισσότερα από 100 άτομα. Η «Τουραντότ» δεν είναι μια εύκολη όπερα. Εχω τόσους ανθρώπους στη σκηνή, για τους οποίους είμαι υπεύθυνη. Εκτός από τους πρωταγωνιστές, είναι και οι χορωδοί και οι χορευτές και πολλοί κομπάρσοι.
  • Είναι η πρώτη σας σκηνοθεσία στην «Τουραντότ»;
Ναι, πράγματι, είναι η πρώτη φορά που σκηνοθετώ «Τουραντότ». Αγαπώ αυτή την όπερα. Είναι η τελευταία δουλειά του Πουτσίνι, στην οποία έβαλε πολλές από τις ιδέες του. Το λιμπρέτο έχει την υπογραφή του Κάρλο Γκότσι, του σημαντικότερου Ιταλού συγγραφέα του 18ου αιώνα. Ο Πουτσίνι ήταν πάντα τελειομανής, ακριβής και δύσκολος. Η μουσική του είναι εκπληκτική στην ανάπτυξή της, σε κάθε όπερα του. Εχω τραγουδήσει σχεδόν όλα τα έργα του. Ο Πουτσίνι είναι για το κοινό. Παθιασμένος. Το να έχω την ευκαιρία να σκηνοθετήσω «Τουραντότ» δεν είναι μόνο μεγάλη χαρά, αλλά και μεγάλη τιμή και μάλιστα εδώ στην Ελλάδα σ’ αυτό το τόσο σημαντικό θέατρο... [συνεχίζεται, Ελεύθερος Τύπος, 1/6/2008]

Saturday, May 31, 2008

ΑΝΝΑ ΜΑΣΧΑ: «Εχω πρόβλημα με τη δράση»

ΠΡΟΣΩΠΟ

Αύριο το βράδυ θα γίνει το αποχαιρετιστήριο πάρτι του θεάτρου Αμόρε. Ανάμεσα στους οικοδεσπότες και η ηθοποιός, που βρέθηκε στη σκηνή του από τα 23 της χρόνια





Η Αννα Μάσχα


Ενας μεγάλος κύκλος της ζωής της, της καλλιτεχνικής αλλά όχι μόνο, μόλις έκλεισε. Η οριστική «έξοδος» του Αμόρε από τα θεατρικά δρώμενα βρίσκει την Αννα Μάσχα ύστερα από πολύχρονη συνεργασία να βρίσκεται ενώπιον νέων προκλήσεων και συναισθημάτων. Η ίδια, αν και νιώθοντας άγχος όπως ομολογεί, μάλλον απολαμβάνει αυτή την αλλαγή και ετοιμάζεται να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί σε νέες περιπέτειες. «Συμβαίνουν πολλά. Είμαι στο μεταίχμιο. Επαγγελματικά κυρίως. Αλλά επειδή το επαγγελματικό καταλαμβάνει μεγάλο κομμάτι της ζωής, μπορώ να πω ότι είμαι συνολικά σε μεταβατική φάση... Εκλεισε το Αμόρε στο οποίο εγώ ήμουν πολλά, πολλά χρόνια. Για να καταλάβεις, όταν τελείωσα τη δραματική σχολή πήγα εκεί. Η πρώτη επαγγελματική επαφή μου στα 23 μου ήταν ο Χουβαρδάς! Δεν φοβάμαι, αλλά δεν μπορώ να μη σκέφτομαι το "μετά". Σίγουρα το περίμενα κατά κάποιον τρόπο. Κυκλοφορούσε ανάμεσά μας η φήμη για το κλείσιμο και μας έζωναν τα φίδια. Εγώ δεν το πολυπίστεψα, για να είμαι ειλικρινής. Ελεγα ότι κάτι θα γίνει και θα παραμείνει σε λειτουργία το θέατρο. Οταν έγινε η ανακοίνωση στενοχωρήθηκα πάρα πολύ. Είναι σαν το διαζύγιο. Ξέρεις ότι θα το πάρεις, αλλά όταν έρχεται η στιγμή δεν σου είναι τόσο εύκολο».

Το «μετά» είναι εδώ, και μαζί με αυτό και τα σχέδια για το μέλλον, ο απολογισμός του παρελθόντος. «Ολα αυτά τα χρόνια δεν έκανα υποχωρήσεις στον καλλιτεχνικό τομέα, αλλά έκανα στο οικονομικό. Ολα γυρίζουν στο μυαλό μου. Ομολογώ ότι μετά το πρώτο σοκ πέρασα σε μια φάση αδράνειας. Εσωτερικής και εξωτερικής. Οχι κατάθλιψη, απλά το τίποτα... Σχέδια υπάρχουν από δω και από κει, απλώς νομίζω ότι θέλω να μην κάνω θέατρο για λίγο. Προς το παρόν διδάσκω υποκριτική και μου αρέσει». Η πρώτη μεγάλη αλλαγή είναι το «ναι» σε τηλεοπτική σειρά. Τόσα χρόνια καριέρας και τώρα το κλείσιμο ενός κύκλου σημαίνει το άνοιγμα ενός άλλου, διαφορετικού. «Εχω πει ήδη ναι για τα "Ματωμένα χώματα". Είναι η πρώτη φορά που θα κάνω σίριαλ. Το θέατρο το αγαπώ, αλλά είναι σκότωμα»... [ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΓΡΑΜΜΕΛΗ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 1/6/2008]


Οι συμπαραγωγές είναι κέρδος για τη Λυρική Σκηνή

Δεν του πάνε μάλλον οι κοινωνικές εκδηλώσεις που έχουν κάτι επίσημο του Τζοβάνι Πάκορ, του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Στην πρόσφατη συνέντευξη Τύπου –την παρθενική του, ως διευθυντή της ΕΛΣ– έδειχνε να «λύνεται» προς το τέλος μόνο και κυρίως μετά τη λήξη της. Αντίθετα, στην ιδιαίτερη συνομιλία που είχαμε για τις ανάγκες αυτής της συνέντευξης, ήταν προσιτός και όχι τυπικά ευγενικός. Ισως βοήθησε και το περιβάλλον: καθισμένοι στα σκαλιά του Ηρωδείου, με τις πρόβες για την «Τουραντότ» να βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη (η παράσταση, σε σκηνοθεσία της διάσημης Ρενάτα Σκότο, κάνει πρεμιέρα απόψε), τις κοπέλες της χορωδίας να πηγαινοέρχονται φορώντας τα κοστούμια της παράστασης και μουσικές του Πουτσίνι να ηχούν στ’ αυτιά μας.

Ελληνίδα μητέρα. Ο Τζ. Πάκορ μιλά αγγλικά με ιταλική προφορά, κάθε τόσο όμως πετάει ελληνικές λέξεις και φράσεις με καθαρή ελληνική προφορά. Είναι γνωστό ότι η μητέρα του είναι Ελληνίδα – από την Αθήνα μάλιστα. Ο ίδιος δεν είχε επισκεφθεί ποτέ ξανά την ελληνική πρωτεύουσα. «Στις 11 Οκτωβρίου του 2007 ήρθα για πρώτη φορά στην Αθήνα, για το ραντεβού με τον κ. Οδυσσέα Κυριακόπουλο. Ημουν τρομερά περίεργος ακριβώς διότι πέρασα την παιδική μου ηλικία ακούγοντας ιστορίες για την Αθήνα από τη μητέρα μου, κι όταν ήρθε η πρόταση να αναλάβω τη Λυρική δεν το πίστευα». Λίγες ημέρες μετά τη συνέντευξη, το Σάββατο 24 Μαΐου, η Ελληνίδα μητέρα του Τζ. Πάκορ θα επέστρεφε στον γενέθλιο τόπο της «μετά από περίπου εβδομήντα χρόνια. Εφυγε πολύ μικρή και από τότε δεν ξαναγύρισε. Πήγε στην Κέρκυρα αρχικά, ένα μέρος της οικογένειάς της ζούσε στην Τεργέστη και μετά τον πόλεμο ακολούθησε κι εκείνη».

Ανθρωπος της οικογένειας ο Τζ. Πάκορ (απέκτησε πρόσφατα το πρώτο του παιδί), δεν προέρχεται από μουσικό σπίτι. Ωστόσο, ο ναυτικός πατέρας του ήταν λάτρης της όπερας. «Οχι όμως Τραβιάτα και Κάρμεν αλλά έργα εκτός ρεπερτορίου. Μετά από ένα ταξίδι του στην Κορέα και την Ιαπωνία, έφερε ένα από τα πρώτα μαγνητόφωνα. Ημουν μικρός όταν άρχισα να ηχογραφώ όπερες από το ραδιόφωνο. Με αυτές τις μουσικές μεγάλωσα. Πάντα είχα ειδική σχέση με τη μουσική και μετά το σχολείο σπούδασα βιολί. Την τελευταία χρονιά των σπουδών μου, είχαμε ένα κουαρτέτο και τότε άρχισα να έχω μια πιο καθαρή αίσθηση του πώς παίζει ένα σύνολο. Ελυνα τέτοια προβλήματα και οι άλλοι μουσικοί βασίζονταν πάνω μου. Τότε άρχισα να σκέφτομαι το ενδεχόμενο να γίνω διευθυντής ορχήστρας»... [συνεχίζεται, Συνέντευξη στον Ηλια Μαγκλινη, Η Καθημερινή, 1/6/2008]

Saturday, May 3, 2008

Ο Μάικλ Μπίλινγκτον της «Guardian» εξομολογείται


Ο Μάικλ Μπίλινγκτον, φλεγματικός λάτρης και κριτής της θεατρικής τέχνης τα τελευταία 37 χρόνια, ο άνθρωπος που μέσω της δημοφιλούς στήλης του στον «Guardian» πραγματικά μας έμαθε τι είναι καλό θέατρο, βρέθηκε για λίγο στην Ελλάδα. «Από το 1971 γράφω κριτική για το θέατρο», ξεκίνησε να μας συστήνεται ως τυπικός Βρετανός. Δίπλα μας ο Λευκός Πύργος. Στη Θεσσαλονίκη τον έφερε το 13ο Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου.

«Η γενιά μου είναι η τελευταία με άνδρες κριτικούς θεάτρου. Το επάγγελμα, όταν ξεκινούσα τη δεκαετία του '70, ήταν αποκλειστικά ανδρική υπόθεση. Σήμερα τα πράγματα έχουν μοιραστεί, οι μισοί περίπου κριτικοί είναι γυναίκες».

Το βρετανικό θέατρο παραμένει στο βαθύ πυρήνα του κλασικό, συντηρητικό;

«Είναι άδικο να θεωρείται συντηρητικό. Εχουμε και πειραματικό θέατρο, νέες ομάδες που τολμούν να δοκιμάσουν νέες φόρμες. Εχουμε θέατρο χωρίς κείμενο, devised ή θέατρο που προσδιορίζεται από τους χώρους που ανεβαίνει»... [Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, 3/5/2008]

Saturday, April 19, 2008

Κρ. Βαρλικόφσκι: ο Πολωνός που κατέκτησε την Ευρώπη


Η Ευρώπη τουλάχιστον εδώ και μία οκταετία πίνει νερό στο όνομα του 46χρονου Πολωνού σκηνοθέτη Κριστόφ Βαρλικόφσκι. Στην Ελλάδα πρόσφατα μόνον αρχίσαμε να ανακαλύπτουμε, εξ αποστάσεως πάντα, τα θεατρικά και οπερατικά κατορθώματα του φοβερού αυτού παιδιού της ευρωπαϊκής σκηνής.

Ακούγαμε για τον ανατρεπτικό «Αμλετ» του (2001), στον οποίο ο ήρωας-αρχέτυπο μεταμορφωνόταν σε κουρασμένο, φωνακλά αριστοκράτη που εξέπιπτε σε αλκοολικό κομμουνιστή. Μαθαίναμε για τη συγκλονιστική Σαρά Κέιν του («Καθαροί πια», 2002). Τον ανατρεπτικό «Ρομπέρτο Τσούκο» του Κολτές (1995). Αλλά -φευ- το «κενό» πρωτογενούς γνώσης κι επαφής μ' αυτόν τον «ρομαντικό του σύγχρονου κόσμου» (ο χαρακτηρισμός από την εισήγηση του 13ου Ευρωπαϊκού Βραβείου Θεάτρου, που τον τίμησε την περασμένη βδομάδα με το 10ο βραβείο «Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες»), δεν έλεγε να αμβλυνθεί. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα... [Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, 19/4/2008]

Sunday, April 13, 2008

ΑΝΝΕΖΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ: «ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΜΕ ΘΛΙΒΕΙ ΤΟ ΓΗΡΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ»

Η Αννέζα Παπαδοπούλου παίζει στο «Misery» τον ρόλο που χάρισε Οσκαρ στην Κάθι Μπέιτς. Χάρηκε, όμως, που συνάντησε την ψυχοπαθή Αννι «εκ του ασφαλούς». Πάνω στη σκηνή τού «Χώρα»

Η Αννέζα Παπαδοπούλου κι ο Νίκος Ψαρράς στο έργο του Στέφεν Κινγκ «Misery», στο θέατρο «Χώρα»
Διάσημος συγγραφέας ρομαντικών μυθιστορημάτων που επιχειρεί στροφή με το τελευταίο του βιβλίο για κάτι πιο σοβαρό, πέφτει θύμα αυτοκινητικού δυστυχήματος λόγω χιονοθύελλας κάπου στο Κολοράντο των ΗΠΑ. Μια γυναίκα που τυχαίνει να είναι νοσοκόμα και φανατική θαυμάστριά του, κάτοικος της περιοχής, θα τον μαζέψει με σπασμένα τα πόδια και θα τον περιποιηθεί... αιχμαλωτίζοντάς τον στο απομονωμένο σπίτι της.

Το μυθιστόρημα-θρίλερ του Στέφεν Κινγκ «Misery», γνωστό κυρίως από την κινηματογραφική του μεταφορά το 1990 από τον Ρομπ Ράινερ με τον Τζέιμς Κάαν και την Κάθι Μπέιτς, η οποία πήρε και Οσκαρ α' γυναικείου ρόλου, παρουσιάζεται στη θεατρική του μορφή στο «Χώρα». Μια καλοκουρδισμένη παράσταση σε διασκευή-σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια με δύο γερές ερμηνείες από τον Νίκο Ψαρρά και την Αννέζα Παπαδοπούλου. Με την Παπαδοπούλου λοιπόν, που έχει πάνω από 25 χρόνια στο θέατρο, η κουβέντα που ακολουθεί... [συνέχεια ΕΔΩ. Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΙΔΑΛΗ, Ελευθεροτυπία, 12/4/2008]

Saturday, March 15, 2008

«Πρίγκιπας του Χόμπουργκ» του Χάινριχ φον Κλάιστ

Νίκος Κουρής και Δημήτρης Λιγνάδης: Ο απείθαρχος πρίγκιπας και ο αυταρχικός εκλέκτορας
[Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, 15/3/2008]

Δημήτρης Λιγνάδης - Νίκος Κουρής: ξανασυναντιούνται επί σκηνής εννιά χρόνια μετά τον «Τορκουάτο Τάσο» του Γκέτε
Νόμος ή αυτενέργεια; Ελευθερία ή πειθαρχία; Ηγεμόνας ή πρίγκιπας; Θανατική ποινή ή χάρη - άφεση αμαρτιών;

Εβδομήντα χρόνια μετά την τελευταία του παράσταση στην Ελλάδα, ο «Πρίγκιπας του Χόμπουργκ» του Χάινριχ φον Κλάιστ θα ξαναθέσει τα διλήμματά του ενώπιον του σύγχρονου θεατή. Αραγε θα τον αφορά σήμερα ένα έργο, που παρ' ότι γραμμένο το 1810, μας μεταφέρει στο 1675 και την ξεχασμένη μάχη του Φέχρμπελιν;

Το έργο ανεβαίνει (εκτός απροόπτου) από τό Εθνικό στο «Κοτοπούλη-Ρεξ» στις 28 του μηνός. Το μεγάλο στοίχημα ανέλαβε, ευτυχώς, ένας μεγάλος σκηνοθέτης ο τελειοθήρας Λευτέρης Βογιατζής. Στα καμαρίνια του «Ρεξ» ο απείθαρχος πρίγκιπας και ο αυταρχικός εκλέκτορας της πολυαναμενόμενης παράστασης, ο Νίκος Κουρής και ο Δημήτρης Λιγνάδης, μας μίλησαν για τους ρόλους τους, τη συνεργασία τους με τον Βογιατζή και το φλέγον ζήτημα των ημερών, το Ασφαλιστικό... [συνέχεια ΕΔΩ]