Sunday, September 7, 2008

Μήνας θεάτρου-Κρατικές σκηνές ΝΑ Ευρώπης

© Κ.Θ.Β.Ε. / Νώντας Στυλιανίδη


© Κ.Θ.Β.Ε. / Κώστας Αμοιρίδης



© Κ.Θ.Β.Ε. / Κώστας Αμοιρίδης





© Κ.Θ.Β.Ε./ Γιάννης Ιωνάς

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος διοργανώνει το «Μήνα Θεάτρου-Κρατικές σκηνές ΝΑ Ευρώπης», μια διακρατική, θεατρική συνάντηση στην οποία συμμετέχουν η Κύπρος, η Τουρκία, η Σερβία και η Ελλάδα και θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη από τις 17 Σεπτεμβρίου έως τις 19 Οκτωβρίου στο θέατρο της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών και στο Βασιλικό. Ο «Μήνας Θεάτρου» αποτελεί την ουσιαστική συνέχεια του 1ου Φεστιβάλ Θεάτρου ΝΑ Ευρώπης, που έγινε στη Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 2007 καθώς και της Συνάντησης Θεάτρων ΝΑ Ευρώπης το Δεκέμβριο του 2007, επίσης στη Θεσσαλονίκη. Στο «Μήνα Θεάτρου» συμμετέχουν:

-Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου (ΘΟΚ), με το έργο «Οι έρωτες της Κας Μαγκουάιρ», σε σκηνοθεσία της Γλυκερίας Καλαϊτζή, ένα τρυφερό κι ευαίσθητο έργο, που ήδη έχει διαγράψει μια επιτυχημένη πορεία στην Κύπρο.(17/9-21/9, Θέατρο Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών)
-Το ΚΘΒΕ με την φετινή παραγωγή του, «Ορέστης» του Ευριπίδη ,σε σκηνοθεσία του Σλόμπονταν Ούνκοφσκι, παράσταση, η οποία ήδη παρουσιάστηκε και χειροκροτήθηκε στην Επίδαυρο και ολοκλήρωσε την επιτυχημένη του περιοδεία σ’ όλη την Ελλάδα (25/9-5/10, Βασιλικό Θέατρο)
-Το Εθνικό Θέατρο του Βελιγραδίου με την παράσταση «Οιδίπους τύραννος» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Vida Ognjenovitc, που προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση της ιστορίας του Οιδίποδα, τοποθετώντας τη δράση στη σύγχρονη εποχή (10/10-12/10, Βασιλικό Θέατρο).
-Το Κρατικό Θέατρο Άγκυρας με το «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη σε σκηνοθεσία του ίδιου, παράσταση βασισμένη στην πασίγνωστη, ομώνυμη ταινία, ένα μεγάλο, λαϊκό δρώμενο με 60 ηθοποιούς και μουσικούς επί σκηνής και ζωντανή μουσική.(16/10-19/10, Βασιλικό Θέατρο)
Ο «Μήνας Θεάτρου» αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία προκειμένου να συνεχιστεί ο γόνιμος διάλογος και η ανταλλαγή ιδεών και απόψεων πάνω στα θεατρικά δρώμενα καθώς και την εξέλιξη του θεατρικού πολιτισμού των χωρών, που συμμετέχουν.Η συμμετοχή των συγκεκριμένων χωρών, προέκυψε ως φυσική συνέχεια σημαντικών και επίσημων συμφωνιών, στις οποίες προχώρησε το ΚΘΒΕ, όπως είναι τα πρωτόκολλα συνεργασίας, που υπεγράφησαν τόσο με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, όσο και με το Εθνικό Θέατρο Βελιγραδίου. Στο πλαίσιο των ανταλλαγών αυτών, μάλιστα, πρόκειται να ανέβει στη Λευκωσία (αμφιθέατρο Μακαρίου Γ΄), η παράσταση «από τις Βάκχες» του Ευριπίδη στις 18,19 και 20 Σεπτεμβρίου 2008.
Με το Κρατικό Θέατρο της Άγκυρας το ΚΘΒΕ έχει ξεκινήσει επίσημα ένα πρόγραμμα πολιτιστικών ανταλλαγών, μέσα στο πλαίσιο της συνεργασίας και της αλληλοκατανόησης των δύο χωρών πάνω στον τομέα του πολιτιστικού προϊόντος, όπως άλλωστε συμφώνησαν πρόσφατα οι πρωθυπουργοί Ελλάδας και Τουρκίας, Καραμανλής και Ερντογάν. Μάλιστα οι δύο πρωθυπουργοί επαίνεσαν τον Κώστα Φέρρη και την παράσταση «Ρεμπέτικο» σε μηνύματα, που έστειλαν στο σκηνοθέτη. Ο Καραμανλής χαρακτήρισε την προσπάθεια ως «πολιτιστική γέφυρα, που προβάλλει τα κοινά χαρακτηριστικά, που συνδέουν τα δύο έθνη» και ο Ερντογάν είπε, ότι το «Ρεμπέτικο», «αναδεικνύει την πολιτιστική ιστορία του γεωγραφικού χώρου, που μοιράζεται ο τουρκικός και ο ελληνικός λαός». Στο πλαίσιο αυτών των ανταλλαγών το ΚΘΒΕ, ήδη συμμετείχε στο θεατρικό φεστιβάλ της Τραπεζούντας το Μάιο του 2008 με το έργο «Άντε ψυχούλα μου σκότωσέ με» του Αζίζ Νεσίν σε συνεργασία Γιώργου Κιουρτσίδη. Στις παραστάσεις θα υπάρχουν ελληνικοί υπέρτιτλοι.

Το ΚΘΒΕ στο Φεστιβάλ Βράιλας της Ρουμανίας



Το Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος συνεχίζοντας τις διεθνείς του συνεργασίες, συμμετέχει στο Θεατρικό φεστιβάλ της Βράιλα στη Ρουμανία με την επιτυχημένη παράσταση, «Γιατί η Μαντόνα κι όχι εγώ»,του Μιχάλη Κόκκορη, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη.

Το φεστιβάλ της Βράιλα, το οποίο θα πραγματοποιηθεί από τις 7 έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2008 για τρίτη συνεχή χρονιά, έχει ως θέμα « η Ευρώπη μέσω των Βαλκανίων -Days and nights of European Theatre festival-Europe via Balkans». Το φετινό του πρόγραμμα συμπεριλαμβάνει 24 παραστάσεις από τη Ρουμανία, την Ελλάδα, την Κροατία, τη Σερβία, την Π.Γ.Δ.Μ. και την Αλβανία.
Η συμμετοχή του Κ.Θ.Β.Ε. στο συγκεκριμένο φεστιβάλ ,συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη των πολιτιστικών σχέσεων της Ελλάδας με τη φίλη χώρα Ρουμανία, καθώς και στην ενδυνάμωση της ελληνικής θεατρικής παρουσίας στα Βαλκάνια. Η παρουσία και η συμμετοχή του Κ.Θ.Β.Ε. στο φεστιβάλ της Βράιλα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της πολυπληθούς ελληνικής κοινότητας, που ζει και δραστηριοποιείται εκεί.
Η παράσταση «Γιατί η Μαντόνα κι όχι εγώ» του ΚΘΒΕ, θα δοθεί στις 12 Σεπτεμβρίου 2008 στο Studio Hall του θεάτρου Mario Filotti. Το έργο ανέβηκε μ’ επιτυχία στο μικρό θέατρο της μονής Λαζαριστών, στην ενότητα 1Χ4, που περιλάμβανε τέσσερα έργα της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, ενώ ο συγγραφέας του έχει τιμηθεί από το ΥΠΠΟ. με το Α΄ Κρατικό βραβείο θεάτρου για νέους θεατρικούς συγγραφείς το 2005. Η συμμετοχή του έργου στο φεστιβάλ της Βράιλα, αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία για ένα έργο του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου να ταξιδέψει στην Ευρώπη.
Πρόκειται για μία κωμωδία… που δεν αστειεύεται! Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί: Ρένα Βαμβακοπούλου, Χρήστος Σουγάρης, Αστέρης Πελτέκης. H σκηνογραφία είναι των Αλεξάνδρας Μπουσουλέγκα και Ράνιας Υφαντίδου η μουσική επιμέλεια του Νίκου Βίττη, η δημιουργία βίντεο του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκη, η κίνηση του Κώστα Γεράρδου, ενώ τους φωτισμούς υπογράφει ο Στράτος Κουτράκης.

Ελιτίστικο το Ελληνικό Φεστιβάλ...

Χρυσοπληρώνουν παραστάσεις που παίζονται για δυο-τρεις μέρες» λέει ο Παύλος Χαϊκάλης που, αφού κέρδισε το κοινό της επαρχίας, δίνει ραντεβού στου Παπάγου για να γίνει... «Του Κουτρούλη ο γάμος»

Κωμικός από τους ικανότερους της γενιάς του, ο Παύλος Χαϊκάλης κέρδισε το κοινό της επαρχίας στην επιτυχημένη -εμπορικά και καλλιτεχνικά- περιοδεία του έργου του Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή «Του Κουτρούλη ο γάμος» και έρχεται τώρα και στην Αθήνα -την Τετάρτη το βράδυ μάς δίνει ραντεβού στο Θέατρο Παπάγου- για να προσφέρει γέλιο μέχρι δακρίων. Τον συνάντησα και τον είδα να... μεταμορφώνεται σιγά-σιγά στον... Υπουργό Κουτρούλη που έχει κάνει τα πάντα για να φτάσει εκεί που έφτασε. Πώς να μην ξεκινήσουμε την κουβέντα μας από τη διαχρονικότητα του έργου που ανεβάζει στη σκηνή πολιτικές ρεμούλες και διαπλοκές πάσης φύσεως, χρηματισμούς, εκβιασμούς και σκάνδαλα που αναταράσσουν το «σκηνικό»;

Ελιτίστικο το Ελληνικό Φεστιβάλ...

Πολιτεύεσαι φέτος το καλοκαίρι ως Κουτρούλης. Και μάλιστα για μια γυναίκα που στο ζητάει για να σου δώσει την καρδιά της...

Αχ αυτές οι γυναίκες που μας... σέρνουν όπου θέλουν (γελάει).

Ελιτίστικο το Ελληνικό Φεστιβάλ...

Ευτυχώς πολιτεύομαι ως Κουτρούλης και όχι ως Χαϊκάλης, γιατί το... έζησα το έργο και το είδα και δεν θα ήθελα να το ξαναζήσω! Ως Κουτρούλης και ως ρόλος δεν έχω κανένα πρόβλημα, αλλά ως Παύλος είδα ότι δεν μπορείς να κάνεις όσα ονειρεύεσαι, λαχταράς και υπόσχεσαι, όσο κι αν το θέλεις, όσο και αν το παλεύεις, αφού μπαίνουν συμφέροντα αλλά και... διαπλοκές στο «παιχνίδι» και βρωμίζει. Αφού, λοιπόν, δεν μπορώ να υπάρξω σε κάτι όπως το θέλω, προτιμώ να μην υπάρχω καθόλου σε αυτό! Κράτησα την εμπειρία που είχα όταν το 93 «έπαιξα» σε ένα σχήμα πολιτικό και έκτοτε δεν επιθυμώ να ασχοληθώ ξανά με το είδος. Ως Κουτρούλης μόνο!

Ο ήρωας που παίζεις, προκειμένου να πετύχει τον στόχο του, κάνει διάφορες ανήθικες κινήσεις όπως να αγοράσει ψήφους, να χρηματίσει διαφόρους -μέχρι και εκδότες- για να ανεβάσει τις μετοχές του. Πατάει επί πτωμάτων για να γίνει υπουργός. Και έρχομαι και σε ρωτώ. Συμβαίνουν αυτά στη ζωή, Παύλο;

Είδες άμα έχει... φαντασία μεγάλη ο δημιουργός; (γελάει με νόημα) Οταν αποφασίστηκε να ανεβάσουμε αυτό το έργο, που γράφηκε εκατόν εξήντα χρόνια πριν, εντυπωσιαστήκαμε απ το πόσο διαχρονικό και επίκαιρο είναι. Ολα αυτά τα «σκηνικά» τα οποία έβαζε στο έργο του ο Αλέξανδρος Ρίζος-Ραγκαβής είναι «σκηνικά» που παίζουν έντονα και σήμερα και είναι σαν να έχει γραφτεί τώρα! Απίστευτο! Κάνεις τις αναγωγές και μένεις άφωνος με τη διαχρονικότητα του έργου μας.

Εντονα «παίζουν» όμως και εκβιασμοί και σκάνδαλα στο... μενού του έργου. Αυτό κι αν έχει να κάνει με μεγάλη φαντασία!

Μην το συζητάς! Υπάρχουν εκβιασμοί και σκάνδαλα γύρω μας; Υπήρχαν τότε; Απαπαπαπα, μιλάμε για μεγάλη φαντασία!

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, ο Κουτρούλης την παλεύει και με όλες αυτές τις διαπλοκές γίνεται τελικά υπουργός, αλλά η δικαιοσύνη έρχεται να επέμβει και να τιμωρήσει!

Ερχεται να επέμβει -όταν... ξυπνά κι αυτή!- αλλά χρηματίζεται τελικά και ο αστυνομικός! Αυτό κι αν είναι... τραβηγμένο, έτσι;

Βγαλμένα από τη ζωή, λένε, αλλά μάλλον είναι... υπερβολές!

Κι ύστερα ρωτάνε γιατί επιλέξαμε αυτό το έργο! Μα δεν είναι ολοφάνερο; Γιατί φωτογραφίζει το σήμερα και δείχνει ότι το σκηνικό και οι καταστάσεις δεν αλλάζουν. Τα πρόσωπα μόνο.

  • Πάμε στα της παράστασής σας που κέρδισε ήδη το κοινό.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά φροντισμένη παραγωγή -«Θεατρική Διαδρομή Κώστα Μπάλλα»- που δίδαξε με όρεξη και μεράκι ο Γιάννης Καλατζόπουλος και που υποστηρίζεται από πολυμελή αξιόλογο θίασο.

Είμαι πολύ χαρούμενος που υπάρχω σε αυτή την παράσταση με τους Δημήτρη Μαυρόπουλο, Παύλο Ορκόπουλο, Κατερίνα Μάντζιου, Μιχάλη Μαρκάτη και με όλα τα νέα παιδιά που δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό.

  • Να περάσουμε και στα του έργου, λίγο πιο συγκεκριμένα;

Πρόκειται για ένα έργο-σταθμό στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, γραμμένο αριστοτεχνικά θα έλεγα κατά τα πρότυπα των μεγάλων κωμωδιών του Αριστοφάνη -πατά ιδιαίτερα στους «Ιππής» του.

Το έργο σατιρίζει, διακωμωδεί και στηλιτεύει τα πολιτικά ήθη της εποχής του Οθωνα, τα οποία -φευ- ελάχιστα απέχουν από τα σημερινά.

Ηρωας του Ραγκαβή είναι ο πάμπλουτος, αλλά ταπεινής καταγωγής Εμμανουήλ Κουτρούλης, ράφτης από τη Σύρο, ο οποίος καταφθάνει στην Αθήνα με τη συνοδεία του κατεργάρη υπηρέτη του, αποφασισμένος να ζητήσει σε γάμο την πανέμορφη, φιλόδοξη και πολύ νεώτερή του Ανθούσα, η οποία του ζητά να γίνει υπουργός για να δεχτεί την πρότασή του.

Εκείνος κάνει τα πάντα, χρηματίζει τους πάντες, χρησιμοποιεί τους πάντες και τα πάντα, καταφέρνει να υπουργοποιηθεί, αλλά όλα στη συνέχεια ανατρέπονται...

Θεωρείσαι από τους ικανότερους κωμικούς της γενιάς σου κι όμως είσαι εκτός Επιδαύρου, εκτός Ηρωδείου, εκτός Ελληνικού Φεστιβάλ κι αυτό υποθέτω ότι θα σε πικραίνει ιδιαίτερα;

Με πικραίνει, με στεναχωρεί, αλλά δεν μου αρέσουν οι γκρίνιες και τα παράπονα.

Με αφορά η αποδοχή του κόσμου κι αυτή είναι θερμότατη! Στην περιοδεία που κάναμε ανά την Ελλάδα δώσαμε την ευκαιρία στο εκτός των τειχών κοινό να δει θέατρο, πράγμα που δεν γίνεται από το Φεστιβάλ.

Γιατί το λέω; Χρυσοπληρώνουν παραστάσεις οι οποίες παίζονται για δυο-τρεις μέρες και αποκλείουν απ το κοινό αυτό της επαρχίας να τις δει! Δεν είναι ελιτίστικο αυτό; Είναι και πρέπει να το κοιτάξουν με μεγάλη προσοχή! Για το δικό τους το καλό...

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Η «Θεατρική Διαδρομή» παρουσιάζει την κωμωδία του Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή «Του Κουτρούλη ο γάμος», με τον Παύλο Χαϊκάλη στον κεντρικό ρόλο του Εμμανουήλ Κουτρούλη και σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλατζόπουλου. Τους υπόλοιπους κεντρικούς ρόλους ερμηνεύουν ο Δημήτρης Μαυρόπουλος (Στροβίλης), ο Παύλος Ορκόπουλος (κυρ Σπύρος), η Κατερίνα Μάντζιου (Ανθούσα), ο Μιχάλης Μαρκάτης (Ξανθούλης).

Βασίλης Μπουζιώτης, ΕΘΝΟΣ, 06/09/2008

Το θεατρικό σκηνικό αλλάζει


Χωρίς Αμόρε, τον καλλιτεχνικό οργανισμό που επί μία δεκαετία αναζωογόνησε και ευργέτησε το ελληνικό θέατρο εκπαιδεύοντας ηθοποιούς και κοινό, η φετινή σεζόν έρχεται με ανακατατάξεις, καινούριους χώρους, μετακινήσεις, νέα έργα, ανατρεπτικές συνεργασίες και πολλές προσδοκίες.
Η Ελληνική Θεαμάτων γιγαντώνεται, το Εθνικό Θέατρο επιστρέφει στο νεοκλασικό της Αγ. Κωνσταντίνου με δεκαέξι συνολικά παραγωγές σ' όλες τις αίθουσες, τα επονομαζόμενα «ιστορικά» θέατρα περιμένουν τα μαντάτα για τις επόμενες επιχορηγήσεις, ενώ τα μικρά σχήματα ενθαρρυμένα από την οικονομική βοήθεια του ΕΚΕΘΕΧ προετοιμάζουν τις παραστάσεις τους. Ας πάρουμε μια γεύση για το πώς διαμορφώνεται το τοπίο.
  • ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΣΤΕΓΗ
* Κάνοντας μόνο δύο βήματα ο Στάθης Λιβαθινός άλλαξε θεατρική στέγη... Από το «Από Μηχανής» στο οποίο στεγαζόταν τα τελευταία χρόνια η Πειραματική Σκηνή πέρασε απέναντι, στο «Μεταξουργείο» της Αννας Βαγενά στον πεζόδρομο της Ακαδήμου. Το πρώτο έργο που θα παρουσιάσει εκεί με την ομάδα του είναι, επιτέλους, κωμωδία.

Το «Ενας ήρωας-Το καμάρι της Δύσης» γράφτηκε πριν από 100 χρόνια από τον Τζον Μίλινγκτον Σινγκ: Στο απομονωμένο χωριό Μεγιό τίποτα δεν διαταράσσει την πληκτική καθημερινότητα. Η ξαφνική εμφάνιση ενός νεαρού ξένου στην ταβέρνα του Μάικ και της κόρης του Πέγκιν θα τ' αλλάξει όλα. Ο ξένος θα αναδειχτεί σε ίνδαλμα των γυναικών που θα τον περιποιηθούν σαν δικό τους άνθρωπο. Ο Σινγκ πέθανε σε ηλικία 38 χρόνων και έγραψε τον «Ηρωα» δύο χρόνια πριν απ' τον θάνατό του. Με προτροπή του ιρλανδού ποιητή Γέιτς, ο Σινγκ μετά τις σπουδές του στο Παρίσι θα επιστρέψει για να ζήσει ανάμεσα σε ιρλανδούς αγρότες. Παίζουν οι Νίκος Καρδώνης, Δημήτρης Παπανικολάου, Μαρία Ναυπλιώτου, Αρης Τρουπάκης, Μαρία Σαββίδου, Στέλιος Ιακωβίδης, Μαρία Κίτσου, Βασίλης Κουκαλάνι κ.ά.

* Τελικά, έπειτα από απανωτές αναβολές και αλλαγές χώρων ο Λάκης Λαζόπουλος κατεβαίνει Πειραιώς...

Ενα ολοκαίνουριο θέατρο θα εγκαινιάσει με την καινούρια του θεατρική δουλειά στην χιλίων θέσεων αίθουσα του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού.

* Το Εθνικό εγκατέλειψε το «Από Μηχανής», αλλά ο Ακης Βλουτής το παρέλαβε από την ιδιοκτήτριά του Ασπασία Κράλλη. Εκείνη κράτησε τον πάνω χώρο, ενώ στην κάτω σκηνή ο Α. Βλουτής με την ομάδα του «Συν, Επί (+Χ)» θα παρουσιάσει το άπαιχτο στην Ελλάδα έργο του Εντα Γουόλς «Η φάρσα της οδού Walworth» σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου. Θα ακολουθήσουν τα έργα «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι» του Μάριους φον Μάγενμπουργκ σε σκηνοθεσία Θ. Σαράντου και «Στάχτη στα μάτια» του Ευγένιου Λαμπίς σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζόπουλου.

* Αλλά και το θέατρο «Κάππα» εγκατέλειψε το Εθνικό Θέατρο. Η φήμη που ήθελε τον Μηνά Χατζησάββα να το νοικιάζει διαψεύστηκε. Την πρώτη παράσταση εκεί περιμένουμε από τον Νίκο Μαστοράκη.

* Ο Θόδωρος Τερζόπουλος θα εγκαινιάσει μέσα στο χειμώνα το καινούριο θέατρο που δημιούργησε ακριβώς απέναντι από το κτίριο του Αττις, στο οποίο νέοι σκηνοθέτες της ομάδας του θα παρουσιάζουν τη δουλειά τους.
  • ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΥΚΟ ΟΙΚΟ ΣΤΑ ΤΙΡΑΝΑ
Η Ελληνική Θεαμάτων επεκτείνεται κτιριακά και όχι μόνον. Για δύο τουλάχιστον χρόνια πέρασε στα χέρια της το «Λαμπέτη». Επίσης, η συνεργασία του Θωμά Μοσχόπουλου κατά τη θεατρική περίοδο 2009-2010 πρόκειται να λειτουργήσει ως θαυμάσιο καλλιτεχνικό «άλλοθι» για την επιχείρηση αφού ο σκηνοθέτης θα εργαστεί με τους όρους του, πλαισιωμένος από ηθοποιούς προερχόμενους από το Αμόρε σε καινούριο μάλιστα θέατρο που ετοιμάζεται στην Πειραιώς.

Στο ρεπερτόριο της Ελληνικής Θεαμάτων, που βρίθει περσινών επαναλήψεων (προεξάρχουσα η «Μήδεια 2» του Δ. Παπαϊωάννου, «Φούστα-Μπλούζα», «Δυο τρελοί-Τρελοί παραγωγοί», «Ηρωες», «Δεν μπορώ να μείνω μόνη μου», «Λεωφορείον ο Πόθος» αλλά και το «Σεσουάρ για δολοφόνους» για 10η συνεχή χρονιά!), τρία καινούρια έργα ξεχωρίζουν, ένα αμερικάνικο και δύο ελληνικά.

Το τελευταίο έργο του Ντέιβιντ Μάμετ «Νοέμβριος» μετά την πρώτη του παρουσίαση στη Νέα Υόρκη (1977) σκηνοθετεί στο «Εμπορικόν» ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης.

Ο «Νοέμβριος» είναι κωμωδία που διαδραματίζεται μέσα στον Λευκό Οίκο παραμονές εκλογών. Πρωταγωνιστής, ποιος άλλος; Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, βλάκας και πονηρός, πολιτικά ανίκανος αλλά ματαιόδοξος, υποκριτής και κυνικά ρεαλιστής, προσπαθεί να λύσει θηριώδη προβλήματα: οι χορηγοί τον εγκαταλείπουν, το κόμμα του φυλλορροεί, η λεσβία συγγραφέας των λόγων του προτίθεται να τον σώσει αρκεί να την παντρέψει με την καλή της σε ζωντανή τηλεοπτική σύνδεση, ένας ινδιάνος φύλαρχος απειλεί να τον σκοτώσει ενώ ο πόλεμος με το Ιράν όπου να 'ναι ξεκινάει. Η πρώτη κυρία την έχει κοπανήσει παίρνοντας μαζί της έναν καναπέ...

* Στο «Λαμπέτη» οι Θανάσης Παπαθανασίου-Μιχάλης Ρέππας υπογράφουν το καινούριο τους έργο «Συμπέθεροι από τα Τίρανα». Η μοναχοκόρη του Παύλου Κοντογιαννίδη και της Ελισάβετ Κωνσταντινίδου έρχεται από το Λονδίνο φέρνοντας μαζί τον αγαπημένο της. Σοκ και δέος για την οικογένεια όταν ανακαλύπτουν ότι ο γαμπρός Αλφρεντ δεν είναι Αγγλος, αλλά... Αλβανός. Τα πράγματα χειροτερεύουν με την άφιξη των συμπεθέρων από τα Τίρανα, όπου μέσα από μια σειρά κωμικών καταστάσεων η ελληνική αντιρατσιστική «λεβεντιά» θριαμβεύει...

* Το έργο του Ακη Δήμου «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» σκηνοθετεί στο «Δημήτρης Χορν» ο Σταμάτης Φασουλής. Πρόκειται για ένα περίεργο δείπνο στο οποίο δεν τρώει κανείς, γιατί αδυνατεί να καταλάβει ποιος είναι και πού βρίσκεται... Μια αλληγορία για τη σύγχυση που ζούμε στο σπίτι, στη δουλειά, στην πατρίδα μας. Πρωταγωνίστρια του έργου η Ιοκάστη Παπαδάμου (Σοφία Φιλιπίδου), που θα μπορούσε να είναι μια χαριτωμένη εκκεντρική αν δεν ήταν τόσο απελπισμένη...

* Κλασικά ξεκινάει τέλος Οκτωβρίου το Εθνικό Θέατρο:

Ο Δημήτρης Λιγνάδης και η Στεφανία Γουλιώτη ανεβάζουν οι δυο τους Σέξπιρ στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος». «Μάκμπεθ επί δύο» ο τίτλος της ανατρεπτικής παράστασης, με τους δύο ηθοποιούς να αναλαμβάνουν όλους του ρόλους του έργου. Στη Σκηνή Κοτοπούλη ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης μεταφράζει και σκηνοθετεί «Το ημέρωμα της Στρίγγλας» του Σέξπιρ με πρωταγωνιστές τους Καρυοφυλιά Καραμπέτη, Ακη Σακελλαρίου, Αλ. Μυλωνά, Γιάννη Νταλιάνη, Ιερώνυμο Καλετσάνο.

* «Η Κληρονομιά» του Μαριβό, σε μετάφραση Ανδρέα Στάικου και σκηνοθεσία Φώτη Μακρή, εγκαινιάζει το καινούριο θέατρο «Στούντιο Μαυρομιχάλη».

* «Ζορζ Νταντέν» του Μολιέρου θα δούμε στο θέατρο «Τόπος Αλλού» σε μετάφραση Ανδρέα Στάικου και σκηνοθεσία Νίκου Καμτσή με τους Δημήτρη Οικονόμου, Ναταλία Στυλιανού, Λευτέρη Ζαμπετάκη.
  • ΑΘΑΝΑΤΟ ΜΠΟΥΛΒΑΡ
* Επειτα από τρία χρόνια απουσίας από τη σκηνή ο Γρηγόρης Βαλτινός επιστρέφει στο «Βρετάνια» ως σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής μιας κωμωδίας του Νόελ Κάουαρντ που έχει διαγράψει ενδιαφέρουσα καριέρα. Πέρσι παιζόταν στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου, ενώ τον κεντρικό ήρωα έχουν υποδυθεί κατά καιρούς οι Νάιτζελ Πάτρικ, Αλμπερτ Φίνει, Πίτερ Ο' Τουλ, Τζορτζ Σκοτ, Φρανκ Λαντζέλα. Στο «Present Laughter», που παρουσιάζεται με τον ελληνικό τίτλο «Μη γελάτε, είναι σοβαρό!!», παίζουν επίσης οι Πέγκυ Σταθακοπούλου, Αντιγόνη Γλικοφρύδη, Κώστα Φλωκατούλα κ.ά.

* Η Μιμή Ντενίση, μ' έναν τρόπο, επιστρέφει στην αλήστου μνήμης Αννα Καρένινα και όχι μόνον... Νόελ Κάουαρντ προτίμησε κι αυτή, αλλά συνδυασμένο με ρώσικη λογοτεχνία. Το όλο εγχείρημα στηρίζεται στο έργο του Κάουαρντ «Απόψε στις 8.30» αλλά και στο έργο του Τολστόι που είχε αποτελέσει έμπνευση για τον συγγραφέα. Η αγαπημένη ηρωίδα της ηρωίδας του δεν είναι παρά η Αννα Καρένινα...

Στην παράσταση «Live Cinema» συμπράττουν θέατρο και σινεμά, τραγούδι και χορός (κινηματογραφική σκηνοθεσία Μέμης Σπυράτου), ενώ ο κόσμος έχει ενεργή συμμετοχή. Ηθοποιοί, χορευτές και μουσικοί (Ντενίση, Τζώρτζογλου, Χ. Σιμαρδάνης, Α. Λάμπρη, Μ. Μητρούσης) αυτοσχεδιάζουν, παίζουν πολλούς ρόλους και αναμειγνύονται με τους θεατές.
  • ΠΑΡΤΙ ΜΕ ΕΛΙΟΤ
* Ενα υψηλής αισθητικής «Κοκτέιλ πάρτι» αποπειράται να δώσει η σκηνοθέτις Βαρβάρα Μαυρομάτη τον Οκτώβριο στο θέατρο «Προσκήνιο». Το έργο του Τ. Σ. Ελιοτ «Κοκτέιλ πάρτι» ανεβαίνει μ' έναν ενδιαφέροντα θίασο: Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Αρης Λεμπεσόπουλος, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Αννα Φόνσου, Βασιλική Κυπραίου, Παναγιώτης Λάρκου. Το έργο γράφτηκε το 1949, αμέσως μετά την απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στον ποιητή, και πρωτοπαρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Εδιμβούργου με πρωταγωνιστή τον Αλεκ Γκίνες. Ο Ελιοτ αναφέρεται στα προβλήματα του γάμου, την απομόνωση, την ψυχιατρική και το δρόμο προς τη σωτηρία. Ενας άντρας διαπιστώνει την αδυναμία του ν' αγαπήσει και μία γυναίκα συνειδητοποιεί ότι κανένας άντρας δεν την έχει αγαπήσει. Ενα έργο με σασπένς και απροσδόκητη εξέλιξη.
  • ΠΑΙΓΜΕΝΑ ΚΑΙ ΑΠΑΙΧΤΑ
* Δύο σημαντικές ηθοποιοί θα παλέψουν για τον ίδιο... απόντα άντρα. Οι Λυδία Φωτοπούλου και Ράνια Οικονομίδου ερμηνεύουν τους μοναδικούς ρόλους στο έργο του Ντ. Χέαρ «Ανάσα ζωής» (παίχτηκε πέρσι στο ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Α. Βουτσινά) που θα σκηνοθετήσει ο Αντώνης Αντύπας στο Απλό Θέατρο αμέσως μετά την επανάληψη του έργου «Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα» του Ο' Νιλ. Στη Νέα Σκηνή θα παρουσιαστούν δύο έργα: «Βερολίνο 1989, ιστορίες μιας πόλης» του Δ. Γκενεράλη σε σκηνοθεσία Αρη Τρουπάκη και «Δεσποινίς Μαργαρίτα» του Ρ. Ατάιντε με την Ολια Λαζαρίδου σε σκηνοθεσία Αντζελας Μπρούσκου.

* Το είδαμε πριν από μερικά χρόνια από το θίασο του Σταμάτη Φασουλή αλλά στον κινηματογράφο. Το «Closer» -κέρδισε το βραβείο Olivier ως το καλύτερο έργο του 1997 στο Λονδίνο- με ελληνική απόδοση «...Πιο κοντά...» σκηνοθετεί ο Γιώργος Κιμούλης στο θέατρο Αθηνών. Η ιστορία τεσσάρων ξένων (Γ. Κιμούλης, Ζ. Δούκα, Ν. Ψαρράς, Δ. Χρυσικού) που η τύχη τούς ένωσε και η προδοσία τούς χώρισε...

* Την παιχνιδιάρικη κωμωδία «Πολύ καλά!» της Λίζας Κρον μάς συστήνει ο σκηνοθέτης Τάκης Βουτέρης στο Θέατρο Εξαρχείων. Θέμα οι σχέσεις μάνας-κόρης, η παιδική ηλικία, ο ρατσισμός, η οικογένεια. Το ρόλο της τρομερής μητέρας ερμηνεύει η Ελένη Γερασιμίδου και της κόρης η Αννίτα Δεκαβάλλα.

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7 - 07/09/2008

Λεσβιακός έρωτας στο Γουέστ Εντ

Για πρώτη φορά στα χρονικά του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας ανέβηκε έργο γραμμένο από εν ζωή γυναίκα συγγραφέα. Θέμα του η σχέση ανάμεσα σε δύο σουφραζέτες στις ταραγμένες αρχές του 20ού αιώνα



Η Τζεμίνα Ρούπερ και, καθιστή, η Λέσλι Μάνβιλ σε στιγμιότυπο από την παράσταση «Her naked skin» στο θέατρο Olivier. Οι αποχωρήσεις θεατών αποτελούν καθημερινό και συνηθισμένο φαινόμενο


Απίστευτο και όμως αληθινό: στα τέλη Ιουλίου του 2008 ανέβηκε πρώτη φορά στα χρονικά του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας έργο γραμμένο από εν ζωή γυναίκα συγγραφέα. Η παράσταση «Her naked skin» («Η γυμνή της σάρκα») αποτελεί μεταφορά στη μεγαλειώδη σκηνή Ολίβιε του ομώνυμου μυθιστορήματος της Ρεμπέκα Λίνκεβιτς και θα φιλοξενείται εκεί ως τις 24 Σεπτεμβρίου. Η υπόθεση του έργου εξίσου προκλητική με το γεγονός ότι ο επί τόσα χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Νίκολας Χάιτνερ δεν είχε βρει ούτε ένα έργο γραμμένο από σύγχρονη γυναικεία πένα αντάξιο των προσδοκιών του: ο έρωτας ανάμεσα σε δύο σουφραζέτες στις ταραγμένες αρχές του εικοστού αιώνα. Μία μεσήλικη αριστοκράτισσα, καταπιεσμένη από τον άνδρα και τα πέντε παιδιά της, θα βρει αυτό που έψαχνε στο φεμινιστικό κίνημα και στο πρόσωπο μιας νεαρής ακτιβίστριας. Αν κρίνουμε όμως από τις κριτικές των μεγαλύτερων βρετανικών εφημερίδων, κάθε άλλο παρά αγκάλιασαν το έργο καθώς, όπως υποστηρίζουν, δεν αρκεί να μιλάς για την ισότητα των δύο φύλων. Το θέμα είναι το τι έχεις να πεις...

Με ένα στόμα μια φωνή οι κριτικοί θεάτρου επαινούν τις ερμηνείες όχι μόνο των δύο πρωταγωνιστριών (Τζεμίνα Ρούπερ και Λέσλι Μάνβιλ) αλλά και ολόκληρου του καστ. Οπως και το ευφυές σκηνικό του Ρομπ Χάουελ, ένα κελί οι μπάρες του οποίου κατεβαίνουν σταδιακά από την οροφή, θυμίζοντας ηλεκτρονικό παιχνίδι Τέτρις, παγιδεύοντας τις δύο ούτως ή άλλως φυλακισμένες σουφραζέτες. Το πρόβλημα εντοπίζεται από όλους στο ίδιο το έργο, το οποίο «αντιμετωπίζει εξοργιστικά επιδερμικά το θέμα του γυναικείου κινήματος που έγραψε ιστορία για να εστιάσει σε ένα λεσβιακό πάθος που φέρνει λεφτά στο ταμείο του θεάτρου, αλλά σε αφήνει με πολλά κενά στο τέλος».

  • Σκαμπανεβάσματα

Η παράσταση έχει καλή εκκίνηση, αλλά κακή έκβαση. Στην πρώτη σκηνή βλέπουμε μια εμβληματική γυναικεία φιγούρα, την περίφημη σουφραζέτα Εμιλι Ντέιβισον να φορά το καπέλο της, κοιτάζοντας στον καθρέφτη, λίγο προτού φύγει για το Ιππικό Ντέρμπι στο Επσομ, όπου και βρήκε τραγικό θάνατο καθώς ποδοπατήθηκε από το άλογο του βασιλιά της Αγγλίας Γεωργίου Ε'. Όσο εκείνη χάνεται στο πυκνό σκοτάδι, προβάλλονται στην οθόνη σκηνές από το μοιραίο ατύχημα, με τα άλογα να τρέχουν πάνω από το κορμί της Ντέιβισον που ψυχορραγούσε και με τις φωνές τόσο δυνατές ώστε να φαντάζεσαι όχι μόνο πως είσαι εκεί αλλά και πως βρίσκεσαι στη θέση της.

Ύστερα από αυτό όμως η μαγεία χάνεται. Επί τρεις ολόκληρες ώρες η πλοκή αναλώνεται στα σκαμπανεβάσματα του λεσβιακού έρωτα, με τις δύο ηρωίδες να παρουσιάζονται πως βρέθηκαν στη φυλακή κατά τύχη και όχι για τα πολιτικά πιστεύω τους. Ελάχιστες αναφορές στο πολιτικό καθεστώς που γέννησε το εν λόγω γυναικείο κίνημα, πολύ παράδοξο για ένα έργο που υποτίθεται ότι ασχολείται με αυτό, αν τουλάχιστον λάβει κανείς στα σοβαρά υπ' όψιν το 18σέλιδο αφιέρωμα στις σουφραζέτες που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα της παράστασης.

  • Λιποθυμίες θεατών

Η λαίδη Σίλια Κέιν, η καταπιεσμένη σύζυγος και μητέρα που υποδύεται η Λέσλι Μάνβιλ, ουρλιάζει σε κάποια στιγμή του έργου ότι «οι γυναίκες γίνονται σουφραζέτες για έναν και μόνο λόγο: επειδή είναι όλες όπως και εγώ, χαμένες ψυχές». Η σκηνή κατά την οποία η νεότερη Ιβ Ντάγκλας (Τζεμίνα Ρούπερ), η παθιασμένη ερωμένη της λαίδης Κέιν, υποβάλλεται σε καταναγκαστική λήψη τροφής, «αναγκάζει» δέκα θεατές κατά μέσο όρο κάθε βράδυ να εγκαταλείψουν την αίθουσα και την παράσταση: ένας γιατρός περνά με τη βία ένα σωληνάκι από τη μύτη ως το στομάχι της ηρωίδας, την ίδια στιγμή που μία νοσοκόμα ρίχνει υγρό αβγό και μπράντι μέσα από ένα χωνί. Οι μπλόγκερ αναφέρουν ότι η σκηνή αυτή έχει συνοδευτεί από ουκ ολίγες λιποθυμίες θεατών. Πρόκληση για την πρόκληση, ενώ στην ουσία οι πεποιθήσεις που οδηγούσαν τις γυναίκες εκείνης της εποχής σε τέτοια μαρτύρια, αποσιωπώνται από τη συγγραφέα. Οι βρετανικές εφημερίδες αντιδιαστέλλουν το κενό νοήματος έργο με τους φλογερούς στίχους της Εϊμι Γουάινχαουζ, η οποία ξέρει πολύ καλά τον τρόπο να λέει τα πράγματα με το όνομά τους όταν πρόκειται για την ακόμη και σήμερα διαστρεβλωμένη ισότητα των δύο φύλων.

Το κοινό συμπέρασμα είναι ότι η πανηγυρική πρώτη ευκαιρία που δόθηκε σε μία εν ζωή γυναίκα συγγραφέα πήγε χαμένη, διότι πολύ απλά η ρετσινιά του «ασθενούς» φύλου δεν ξεπλένεται με ένα εξίσου ασθενές πόνημα. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του National Theatre παραπονείται ότι από τα χίλια και πλέον έργα που φτάνουν κάθε χρόνο στο γραφείο του, μόνο το 20% προέρχεται από γυναίκες. Ο εντυπωσιασμός ενός λεσβιακού έρωτα επί σκηνής είναι αρκετός για να γεμίσει τα καθίσματα. Οταν όμως ανάψουν τα φώτα, πόσοι αλήθεια θα συνεχίσουν να κάθονται σε αυτά

Εμιλι Ντέιβισον η ασυμβίβαστη

Η βρετανίδα σουφραζέτα γεννήθηκε το 1872 στο Λονδίνο. Κατάφερε να συγκεντρώσει χρήματα ως δασκάλα για να σπουδάσει Αγγλική Λογοτεχνία στην Οξφόρδη, και αποφοίτησε με άριστα, παρ' όλο που εκείνη την εποχή δεν απονέμονταν πτυχία σε γυναίκες. Το 1906 έγινε μέλος της Κοινωνικής και Πολιτικής Ενωσης Γυναικών (Women's Social and Political Union) όπου ανέπτυξε έντονη δράση. Συνελήφθη και φυλακίστηκε για διάφορα αδικήματα. Οταν έκανε απεργία πείνας στη φυλακή Χόλογουεϊ, προσπάθησαν να την ταΐσουν με τη βία και εκείνη έπεσε επίτηδες από μια σιδερένια σκάλα. Σώθηκε ως εκ θαύματος. Βρήκε τελικά άγριο θάνατο όταν ποδοπατήθηκε από το άλογο του βασιλιά Γεωργίου Ε´ κατά τη διάρκεια του Ντέρμπι του Επσομ στις 4 Ιουνίου του 1913. Οι λόγοι για τους οποίους βρέθηκε εκεί παραμένουν αδιευκρίνιστοι. Το γεγονός ότι είχε αγοράσει εισιτήριο για έναν χορό που θα δινόταν αργότερα την ίδια ημέρα, αποκλείουν το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας. Κάποιοι θεώρησαν ότι μπήκε στον αγωνιστικό χώρο με σκοπό να καρφιτσώσει μία σημαία του Κινήματος στο οποίο ανήκε πάνω στο άλογο του βασιλιά, ώστε όταν εκείνο περνούσε τη γραμμή του τερματισμού να ανέμιζε το σύμβολό τους μαζί του. Αντί όμως να σταματήσει το άλογο την πάτησε, με αποτέλεσμα η Ντέιβισον να πεθάνει τέσσερις ημέρες αργότερα από κακώσεις στο κρανίο. Στην κηδεία της παρέστησαν πολλοί και στον τάφο της γράφτηκε η φράση «Πράξεις, όχι λόγια».


[ΑΣΤΕΡΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ, Το ΒΗΜΑ, 07/09/2008]

Ο πόλεμος των Βάγκνερ

Οι δύο ετεροθαλείς αδελφές κατάφεραν να επικρατήσουν έναντι της εξαδέλφης τους στη μάχη της διαδοχής για το πηδάλιο του φημισμένου Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ. Το παρασκήνιο, οι ίντριγκες, οι προοπτικές



Η Εύα Βάγκνερ-Πασκιέ και η Καταρίνα Βάγκνερ, Αύγουστος 2008


Για τους παροικούντας την Ιερουσαλήμ, τους απανταχού φίλους του λυρικού θεάτρου εν προκειμένω, η υπόθεση της διαδοχής στην κορυφή του διάσημου Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ θα μπορούσε κάλλιστα να «τροφοδοτήσει» το λιμπρέτο μιας σύγχρονης όπερας βασισμένης, εν τούτοις, στην παλιά δοκιμασμένη συνταγή: πάθη και μίση, ίντριγκες και ανατροπές, φιλοδοξίες και συμφιλιώσεις. Οσο για το πολυπόθητο «χάπι εντ», αποτελεί, ως γνωστόν, μια εξέλιξη κάθε άλλο παρά δεδομένη στο είδος. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο ο χρόνος είναι αυτός που θα δείξει αν πράγματι η συμμαχία ανάμεσα στις ετεροθαλείς αδελφές Εύα Βάγκνερ-Πασκιέ και Καταρίνα Βάγκνερ η οποία κατάφερε να επικρατήσει έναντι της έτερης, αποτελούμενης από τη συνεπώνυμη εξαδέλφη τους Νίκι και τον περίφημο βέλγο ιμπρεσάριο Ζεράρ Μορτιέ θα μπορέσει πράγματι να διασφαλίσει την επιτυχημένη πορεία της διοργάνωσης στο μέλλον και δη εν μέσω μιας γενικότερα δύσκολης συγκυρίας για την Ευρώπη αλλά και ολόκληρο τον κόσμο.

Η αλήθεια είναι ότι, βλέποντας κάποιος τις πάμπολλες φωτογραφίες που «πλημμύρισαν» τον διεθνή Τύπο το τελευταίο διάστημα με τα πλατιά χαμόγελα τα οποία η 63χρονη Εύα και η 30χρονη Καταρίνα χάριζαν η μία στην άλλη υπό το συγκινημένο βλέμμα του 89χρονου πατέρα τους Βόλφγκανγκ - άρτι αποχωρήσαντος από την ηγεσία του Φεστιβάλ ύστερα από 57 συναπτά έτη - δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει πως μέχρι πριν από μερικούς μήνες οι δύο ετεροθαλείς αδελφές όχι μόνο ήταν αντίπαλες αλλά κυριολεκτικά είχαν... «βγάλει μαχαίρια». Τι τις οδήγησε στην πρόσφατη μεταστροφή; Η εκδοχή που τις θέλει την ανάγκη ποιούμενες φιλοτιμία προβάλλει μάλλον πειστικότερη από τις δηλώσεις του τύπου: «Καταλάβαμε πως η αυτή η διαμάχη δεν είχε νόημα και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε ενωμένες, για το καλό της οικογένειας και του Φεστιβάλ».

  • Το χρονικό μιας απόφασης

Η απόφαση την οποία έλαβε την προηγούμενη Δευτέρα το 24μελές Ιδρυμα που διευθύνει τη διοργάνωση και όπου εκπροσωπούνται τόσο η ομοσπονδιακή γερμανική κυβέρνηση όσο και οι τοπικές αρχές και δη με το εντυπωσιακό αποτέλεσμα 22-0 και δύο αποχές θέτει τέρμα σε μια πολυετή, σκληρή ενδοοικογενειακή διαμάχη. Με δεδομένο το προχωρημένο της ηλικίας του ο Βόλφγκανγκ Βάγκνερ - εγγονός του συνθέτη και ιδρυτή της διοργάνωσης - είχε κληθεί να εγκαταλείψει την ηγεσία του Μπαϊρόιτ από το 2001. Ο ίδιος είχε τότε προσπαθήσει να προωθήσει στην ηγεσία τη δεύτερη σύζυγό του Γκούντρουν, μητέρα της νεαρής Καταρίνα, γεγονός που δεν απεδέχθη το Ιδρυμα τασσόμενο υπέρ της Εύας, κόρης του Βόλφγκανγκ από τον πρώτο γάμο του. Ο ηλικιωμένος Βάγκνερ είχε τότε αρνηθεί μετ' επιτάσεως, με αποτέλεσμα να παραμείνει ο ίδιος στην ηγεσία επικαλούμενος το ισόβιο συμβόλαιό του.

Το περασμένο καλοκαίρι η Καταρίνα Βάγκνερ - με αφορμή το σκηνοθετικό ντεμπούτο της στο Μπαϊρόιτ το οποίο εν τούτοις προκάλεσε έντονες αρνητικές αντιδράσεις - προβλήθηκε ιδιαιτέρως από τα διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης ως η αποκλειστική διάδοχος του πατέρα της, με τις ευλογίες του τελευταίου. Ωστόσο ο αιφνίδιος θάνατος της μητέρας της τον Νοέμβριο του 2007 - σε συνδυασμό με το ότι από μόνη της και με δεδομένο το νεαρό της ηλικίας της μάλλον δεν συγκέντρωνε τις απαιτούμενες ψήφους - φαίνεται πως άνοιξε τον δρόμο για την προσέγγιση με την ετεροθαλή αδελφή της.

  • Οι χαμένοι της μάχης

Με δεδομένο το γεγονός ότι από την ίδρυσή του ως σήμερα το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ παραμένει αποκλειστικά οικογενειακή υπόθεση - γεγονός για το οποίο ουκ ολίγοι έχουν ανοιχτά εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους - ένα ακόμη κομβικό πρόσωπο στη «μάχη» της διαδοχής υπήρξε η 63χρονη Νίκι Βάγκνερ. Κόρη του αδελφού του Βόλφγκανγκ Βάγκνερ Βίλαντ, με τον οποίο συνδιοικούσαν τη διοργάνωση έως το 1966 οπότε εκείνος πέθανε από καρκίνο, νυν διευθύντρια ενός Φεστιβάλ στη Βαϊμάρη, η Νίκι ουδέποτε έκρυψε τις φιλοδοξίες της για το Μπαϊρόιτ. Λίγες ημέρες πριν από τη λήψη της καθοριστικής απόφασης μάλιστα έβγαλε «άσο» από τον μανίκι. Ο λόγος, για τον «αιρετικό» Ζεράρ Μορτιέ, νυν διευθυντή της Οπερας του Παρισιού ως το 2009, οπότε αναλαμβάνει την αντίστοιχη θέση στην όπερα της πόλης της Νέας Υόρκης. Οι δυο τους συμμάχησαν παρουσιάζοντας μια κοινή πρόταση για το μέλλον του Φεστιβάλ η οποία, μεταξύ άλλων, περιελάμβανε τολμηρές συμπαραγωγές με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού αλλά και «πειραματικό άνοιγμα» σε συνθέτες πέραν του Βάγκνερ. Αμα τη ανακοινώσει του αποτελέσματος η Νίκι και ο Μορτιέ έκαναν λόγο για «προειλημμένη απόφαση», εξέφρασαν την άποψη ότι η δική τους πρόταση ουδέποτε εξετάστηκε σοβαρά αλλά βεβαίως δεν παρέλειψαν να ευχηθούν καλή επιτυχία στις νέες συνδιευθύντριες.

Οσο για τις τελευταίες οι προκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν είναι πολλές και σημαντικές. Καλλιτεχνική σύμβουλος του διάσημου γαλλικού Φεστιβάλ της Aix-En-Provence και της Μητροπολιτικής Οπερας της Νέας Υόρκης η Εύα διαθέτει πράγματι σημαντική πείρα. Η Καταρίνα, από την άλλη, έχει κατά καιρούς δηλώσει την επιθυμία της να «ανοιχτεί» το Φεστιβάλ περισσότερο στο νεανικό κοινό αλλά και να παρακολουθήσει τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις. Καθώς το πρόγραμμα της διοργάνωσης είναι στο μεγαλύτερο μέρος του «κλεισμένο» ως το 2015, θα ήταν μάταιο να περιμένει κανείς άμεσα θεαματικές αλλαγές. Η μόνη, προς το παρόν, άξια λόγου εξέλιξη - πέραν βεβαίως αυτής καθεαυτής της διαδοχής - είναι το ότι οι νέες «σιδηρές κυρίες» του Μπαϊρόιτ δεν θα διαθέτουν ισόβιο συμβόλαιο όπως ο πατέρας τους. Χαρακτηριστική η δήλωση ενός μέλους του ΔΣ μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος: «Δεν έχουμε καμία διάθεση να ξανατραβήξουμε τα ίδια. Το πάθημα έγινε μάθημα...»


[ΙΣΜΑ. Μ. ΤΟΥΛΑΤΟΥ, Το ΒΗΜΑ, 07/09/2008]

Ευρώπη και Κίνα ερωτεύονται επί σκηνής

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ
ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Το ΒΗΜΑ, 07/09/2008

Το θέατρο ζει και αναγεννάται αφομοιώνοντας το διαφορετικό, το αλλότριο. Ενα από τα πιo χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας τέτοιας γόνιμης ανταλλαγής και διάδρασης ανάμεσα σε αρχικά πολύ διαφορετικούς θεατρικούς πολιτισμούς είναι ο διάλογος ανάμεσα στο πολύχρωμο θεατρικό μωσαϊκό της Κίνας και στις πολύμορφες εκδοχές του θεατρικού γίγνεσθαι στον ευρωπαϊκό ή και δυτικό χώρο. Οι παρακάτω σκέψεις που αφορούν την κρίσιμη αυτή επαφή σε ζητήματα θεατρικών διασταυρώσεων και διαπολιτισμικότητας έχουν για αφετηρία τους τόσο τον σημερινό περίγυρο, υιοθετώντας μεθοδολογικά τη συγχρονική στιγμή όσο και θεατρικά γεγονότα από το παρελθόν, προστρέχοντας στη διαχρονική πολιτισμική στιγμή.

Βεβαίως, η σχέση των κινεζικών θεατρικών διαβημάτων με τα θεατρικά εγχειρήματα στη Δύση δεν μπορεί παρά να εξετάζεται μέσα στο διεθνές σύστημα κυκλοφορίας των θεατρικών παραγωγών και των καλλιτεχνικών ιδεών, στις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που ευνοούν τη μετανάστευση των μορφών και μέσα στο γενικότερο πλαίσιο από αναφορές που διευρύνουν τους ορίζοντες προσδοκιών τόσο των θεατών στην Κίνα όσο και των θεατών οι οποίοι απαρτίζουν τις διάφορες κατηγορίες κοινού στην Ευρώπη. Η διαφοροποίηση εξάλλου ενός ασιατικού θεατρικού πολιτισμού, του κινεζικού, από τη θεατρική πράξη στις χώρες της Δύσης, χρησιμοποιείται εδώ ως διάκριση θεμελιακή ανάμεσα σε στοιχεία περισσότερο ή λιγότερο οικεία, έτερα, ξενικά. Πρόκειται επίσης για μια διάκριση απαλλαγμένη από το επικυριαρχικό πολιτισμικό φορτίο της δυϊκής εκείνης αντιπαράθεσης ανάμεσα στην «εξωτική» Απω Ανατολή και στην προηγμένη Δύση που είχαν καθιερώσει οι προσεγγίσεις των οριενταλιστών και έχουν αμφισβητήσει οι θεωρητικοί του μετα-αποικιοκρατικού λόγου.
Η διαπολιτισμικότητα υφίσταται κυρίως εκεί όπου υπάρχει υβριδική μορφή: Σε μια υβριδική φόρμα όπως το μπουρλέσκο στιλ Χουαγίξι, που στις αρχές του 20ού αιώνα εφηύρε ο ηθοποιός Βανγκ Βουνένγκ, συνδυάζοντας τοπικές διαλέκτους και αφηγηματικές τεχνικές, στοιχεία από την αγγλική γλώσσα και την τέχνη του κλόουν, το τραγούδι κι άλλες προφορικές παραδόσεις. Αλλά και στη δουλειά της σύγχρονης ομάδας «Πεκίνο ΙΙΙ», όταν στην παράσταση με τίτλο «Καθ' οδόν» και με θέμα τη ζωή των οδηγών ταξί στη δυναμική μεγαλούπολη, η ομάδα αυτή προέβλεπε εκτός από την πρόσμειξη των τεχνών και των μέσων, εκτός από την έρευνα, τη συγκέντρωση και την επεξεργασία αυθεντικού υλικού, και μιαν επί σκηνής συνάντηση των ηθοποιών με έναν οδηγό ταξί. Διαπολιτισμική διάσταση έχουν επίσης διάφορες εικαστικές δράσεις καλλιτεχνών που τα τελευταία χρόνια ενεργοποιούνται ως ομάδες με σχετική ανεξαρτησία από τους θεσμοποιημένους φορείς και τις κρατικές σχολές, διάφορα χάπενινγκ φοιτητών, καθώς και οι εκθέσεις νταντά ή αντι-τέχνης, όπου το πνεύμα νταντά και η αναφορά στους ντανταϊστές της Δύσης συνδιαλέγονται με τον Ζεν-βουδισμό.
Το άνοιγμα προς το δυτικό μιούζικαλ άρχισε το 1994 μετά την παρουσίαση του είδους που έκανε στο Πεκίνο, στην Κεντρική Ανώτατη Σχολή Θεάτρου, ένας ιάπωνας σκηνοθέτης. Ακολούθησαν παραστάσεις στις επαρχίες, στις οποίες η κινεζική μουσικοθεατρική παράδοση διασταυρώθηκε με την παράδοση του μιούζικαλ. Οι σπουδαστές της σχολής ανέβασαν το «Γουέστ σάιντ στόρι», ενώ ο ιάπωνας σκηνοθέτης δίδαξε, το 1996 στη σχολή, το ιαπωνικό μιούζικαλ «Η γάτα που ήθελε να γίνει άνθρωπος», βασισμένο στο λιμπρέτο ενός Αμερικανού.
Πολλοί καλλιτέχνες δοκιμάζουν σήμερα στην Κίνα να «ανανεώσουν» το κινεζικό παραδοσιακό μουσικό θέατρο: με το να ξαναγράφουν τα παλιά έργα προσθέτοντας ψυχολογικές όψεις, βάθος ή πολυπλοκότητα σε ορισμένες φιγούρες, με το να εισάγουν στη σκηνή νέα μουσικά όργανα, σκηνογραφίες που δεν προβλέπονταν από την παράδοση ή ειδικά φωτιστικά εφέ. Οι προτάσεις τους ενισχύουν τη διαπολιτισμική ταυτότητα του κινεζικού θεάτρου, το οποίο όχι απλώς δεν έμεινε απολιθωμένο μέσα στον 20ό αιώνα, αλλά αντιθέτως στράφηκε προς άλλες μορφές θεατρικής τέχνης, προς τις τοπικές παραδόσεις και κουλτούρες, προκειμένου να ανταποκριθεί στα αιτήματα του «εκσυγχρονισμού», των μεταρρυθμίσεων, της επικαιροποίησης, του νεωτερικού, τα οποία κατά καιρούς εμφανίζονταν κάτω από συγκεκριμένα πολιτικά προστάγματα και προσωπεία.
Το αίτημα της προσωπικής έκφρασης και μιας ατομικότητας που στην κολεκτιβιστική παράδοση της Κίνας δεν είχε βασικά θέση, εκδηλώθηκε πολύ πρόσφατα, ενώ στα φαινόμενα της δεκαετίας του 1990 περιλαμβάνεται και η χρήση εννοιών όπως θέατρο της αβανγκάρντ ή ακσιονισμός. Η έννοια «ελεύθερο θέατρο» εξάλλου δεν συνδέεται με την ελεύθερη έκφραση, την πολιτική ανεξαρτησία ή την αυτονομία ενός θεατρικού σχήματος, αλλά προσδιορίζει μαζί με την έννοια «μικρό θέατρο» τις αντιεμπορικές θεατρικές πρωτοβουλίες. Αυτές οι οποίες αντιπαρατίθενται στα εμπορικά θεάματα, τα οποία, ακολουθώντας τις υπαγορεύσεις της αγοράς από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα, αναδύονται κάτω από το άστρο της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Η έννοια «ελεύθερο θέατρο», προερχόμενη από τις δεκαετίες 1920 και 1930, τότε που αφορούσε και πάλι την ελευθερία απέναντι στις πιέσεις του εμπορικού κυκλώματος, έγινε εκ νέου επίκαιρη. Και δεν είναι τυχαίο ότι μόλις πριν από λίγα χρόνια δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά διεξοδικά η ιστορία του Τεάτρ Λιμπρ του Αντρέ Αντουάν. Το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για το κινεζικό θέατρο και το αντίστοιχο ενδιαφέρον των Κινέζων για φόρμες από τη Δύση σηματοδοτούν μιαν αμοιβαία έλξη, πλούσια σε παρελθόν και φάσεις που ως σημερινό διαπολιτισμικό φαινόμενο θα το τοποθετούσα σε δύο ορίζοντες προσδοκιών από τους οποίους ο ένας επικαλείται μιαν αισθητική της τυποποίησης και της συλλογικής ταυτότητας, ενώ ο άλλος διεκδικεί μιαν αισθητική της εξατομικευμένης ταυτότητας.

ΕΝΑΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ



Ο Σάιμον Πέισλι Ντέι ως Τίμων ο Αθηναίος στην πτώση του


Η επιτυχία του τηλεοπτικού αστέρα Ντέιβιντ Τέναντ στον Άμλετ (ars... brevis 24.8.08) απειλεί να επισκιάσει εντελώς την αξιόλογη, όπως φαίνεται, επίδοση ενός άλλου ηθοποιού σε ένα πολύ λιγότερο γνωστό έργο του Σαίξπηρ. Ο ηθοποιός είναι ο Σάιμον Πέισλι Ντέι, το έργο Τίμων ο Αθηναίος. Ο ηθοποιός επαινείται για τη δύναμη και την εκφραστικότητα με τις οποίες αποδίδει, στις διάφορες φάσεις της πορείας του, τον κεντρικό ήρωα, Αθηναίο αριστοκράτη του 5ου αιώνα π.Χ., ο οποίος μοιράζει αφειδώς τα πλούτη του σε ευεργεσίες προς τους φίλους του για να βρεθεί προδομένος από αυτούς όταν χρεοκοπήσει και να τους εκδικηθεί αργότερα όταν οι οικονομικές τύχες του θα λάβουν πάλι ευνοϊκή τροπή. Το έργο παίζεται σπάνια καθ' ότι θεωρείται μία από τις πιο αδύναμες τραγωδίες του Σαίξπηρ, πράγμα που έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι στη συγγραφή του ο ποιητής είχε συνεργάτη στον οποίο οφείλονται οι πολλές ατέλειες του κειμένου. Από την άλλη το έργο χαρακτηρίζεται κατάλληλο για την εποχή μας λόγω της έμφασής του στον οικονομικό παράγοντα και στην εμπορευματοποίηση της φιλίας. Η σκηνοθέτρια Λούσι Μπέιλι φαίνεται ότι αναδεικνύει τις όποιες αρετές του και στήνει μια επιτυχημένη και πρωτότυπη παράσταση, όπως είχε κάνει προ ετών και με ένα άλλο λιγότερο ένδοξο έργο του Σαίξπηρ, τον Τίτο Ανδρόνικο. Στο θέατρο Globe. Ως τις 3 Οκτωβρίου. [Ars... Brevis, Αναστασία Ζενάκου, Το Βήμα, 07/09/2008]

Saturday, September 6, 2008

Μαγευτικό θέαμα μιας άλλης εποχής

Στην Επίδαυρο - Κριτική Νίκος Α. Δοντάς

Μαγευτικό θέαμα βασισμένο σε ιδεολογικό πλαίσιο άλλης εποχής παρουσίασε η Πίνα Μπάους στις 19 Ιουλίου στην Επίδαυρο. Το Ελληνικό Φεστιβάλ φιλοξένησε την όπερα του Γκλουκ «Ορφέας και Ευρυδίκη» στην ποιητική παραγωγή που η Γερμανίδα χορογράφος πρωτοπαρουσίασε το 1975 και ξαναδούλεψε το 2005 για την Οπερα του Παρισιού. Η Μπάους δεν επεξεργάστηκε μόνο τα εκτενή χορωδιακά και τα καθαρά χορευτικά μέρη του έργου. Ανέδειξε τον χορό ισότιμο συνομιλητή με τη λυρική τέχνη. Επλασε για καθέναν από τους τρεις φωνητικούς ρόλους του έργου, τον Ορφέα, την Ευρυδίκη και τον Ερωτα, ένα χορευτικό ταίρι, που έδινε σχήμα και κίνηση στο συναίσθημα. Καθώς οι χορευτές απευθύνονταν στους τραγουδιστές –και το αντίστροφο- διασφαλιζόταν η ενότητα και ο διάλογος ανάμεσα στις δύο ομάδες.

Το 1975 η Μπάους επέλεξε να προσεγγίσει την όπερα μέσα από την τότε ήδη αναχρονιστική οπτική του ρομαντισμού, που όμως στη Γερμανία ήταν ακόμα ισχυρή. Κορυφαίο παράδειγμα αυτής της σχολής υπήρξε η σκηνοθεσία του «Ορφέα» από τον Βίλαντ Βάγκνερ (Μόναχο, 1953). Στόχος ήταν η έμφαση στο τραγικό στοιχείο του μύθου. Φυσικά, αφαιρώντας τη λαμπερή εισαγωγή και την ευτυχή κατάληξη, το έργο προσγράφεται σε διαφορετικό ιδεολογικό πλαίσιο: Παρακάμπτεται ο χαρακτήρας του ως επετειακού δρώμενου προς τιμήν κάποιου ευγενούς και, κυρίως, αγνοείται το γεγονός ότι το ευχάριστο τέλος στο οποίο ο Ερωτας παρεμβαίνει και ανταμείβει τον Ορφέα για τη δύναμη των αισθημάτων του απηχεί τα ιδεώδη της εποχής του Διαφωτισμού σχετικά με τη μεγαλοψυχία. Η επιλογή απόδοσης του κειμένου στα γερμανικά παραπέμπει προφανώς στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο. Θα μπορούσε κανείς να δεχτεί την «ιστορική» πλέον αυτή προσέγγιση αν οι δημιουργοί της δεν την υπονόμευαν με δύο ανακόλουθες επιλογές: Αφενός την «ιστορικά ενημερωμένη» απόδοση της μουσικής, αίφνης, από όργανα εποχής του Γκλουκ, αφετέρου την επιλογή ερμηνευτών διαφορετικού φύλου στον κεντρικό ρόλο. Αν η Μπάους ήθελε οπωσδήποτε άνδρα χορευτή (κατά το πρότυπο του ρομαντισμού, πάντα), μπορούσε να επιλέξει την παρισινή εκδοχή της όπερας, που προβλέπει τενόρο Ορφέα, αντί πρωταγωνιστή με «θηλυκό» ηχόχρωμα μεσοφώνου.

  • Μουσικά εξαίσια βραδιά

Στον κεντρικό ρόλο η Μαρία Ρικάρντα Βέσελινγκ υπήρξε εκφραστική, ευαίσθητη, απέριττη. Λαμπερός ήταν ο Ερωτας της Σουνάι Ιμ, ενώ η Ευρυδίκη της Σβετλάνας Ντόνεβα διέθετε ταιριαστή δραματική ένταση. Εξαιρετικά έπαιξε η ορχήστρα και θαυμάσια τραγούδησε η χορωδία Μπαλτάζαρ Νόιμαν υπό την λεπτομερώς επεξεργασμένη διεύθυνση του Τόμας Χένγκελμπροκ. Εφέτος, αμφότερα τα σύνολα τοποθετήθηκαν εύστοχα, εμπρός από την σκηνή. Ακατανόητη επιλογή η Επίδαυρος, αφού το ηθελημένα περίκλειστο σκηνικό της παράστασης αγνοούσε τον περιβάλλοντα ιστορικό χώρο.

Από τη μαστορική στη βιοτεχνία

Κριτική - Γιάννης Βαρβέρης

Κάρλο Γκολντόνι Η Λοκαντιέρα, σκην.: Βασίλης Νικολαΐδης. Θέατρο: ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου

Αν σήμερα μετράμε τον Γκολντόνι ως θεατρική μεγαλοφυΐα είναι επειδή απελευθέρωσε τη σκηνή από την αυτοσχεδιαστική «δεσποτεία» των ηθοποιών και προμήθευσε το ιταλικό, και μέσω αυτού το παγκόσμιο, θέατρο με άρτια έργα. Παρά τον διωγμό που υπέστη από τους φανατικούς υποστηρικτές της παράδοσης και ιδίως τον Κάρλο Γκότσι, ο λογοκρατούμενος Βενετσιάνος δικηγόρος επαναστάτησε αποτελεσματικά έναντι της ομιλούσας κίνησης, λάβαρου της κομέντια, και ουσιαστικά θεατροποίησε το θέατρο: Δημιούργησε πάγιο γλωσσικό οργανισμό και μετέτρεψε τους πρώην τύπους σε προπλάσματα χαρακτήρων. Εξάλλου, ο λογικός ειρμός και το συγκεκριμένο καλούπι είναι πια κατά τον 18ο αιώνα αναντίρρητες αστικές επιταγές.

Έτσι, ο ανανεωτής Γκολντόνι καθιστά τον λόγο ισότιμο με την υπόκριση και κατ’ ουσίαν καταργεί την κομέντια, όσο και αν μερικά εξωτερικά χαρακτηριστικά της σαφώς επιβιώνουν μέσα στο έργο του. Και την καταργεί επειδή το εκφραστικό σύμπαν της κομέντια είναι μέχρι τότε ένα πλήρες, αυτόνομο και λειτουργικό σύστημα διατύπωσης πράξεων, αντιδράσεων, αισθημάτων. Οταν αυτά αρχίζουν να εκφράζονται με τον λόγο, η μιμική έρχεται σε δεύτερη μοίρα, επικουρική. Πρόκειται πια για μια μιμική με αλλοιωμένες συμπεριφορές, παρακολουθηματικές του λόγου και μοιραία υπαγορευόμενες απ’ αυτόν. Άρδην αλλαγή των κωδίκων. Αρα, το θεατρικό στοίχημα στον μεταβατικό Γκολντόνι –και βέβαια και στην κλασική «Λοκαντιέρα»– έγκειται στο να βρεθεί ένας σύγχρονος, και όχι αναγκαστικά εκσυγχρονιστικός, τρόπος ώστε το σώμα της τερπνής κωμωδίας να μας περιέλθει ως προϊόν πρώιμου ηθογραφικού θεάτρου μέσα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (μια τέτοια πολύ επιτυχή, νομίζω, προσπάθεια είδαμε προ χρόνων από τον Λ.Βογιατζή με τους «Αγροίκους»).

Καθώς και στη «Λοκαντιέρα» ο αυτοσχεδιαστικός οίστρος μεταποιείται σε λόγο, μοιάζει ανάγκη αδήριτη η υπεροχή ακριβώς αυτού του λόγου απέναντι στα υπόλοιπα παραφερνάλια, όπως επίσης και η σχετική «αθωότητα» της παράστασης μέσα από την επεξεργασμένη σύνθεση της συμπεριφοράς σωμάτων και ομιλιών. Η πολυμήχανη Μιραντολίνα, ανάφτρα ξενοδόχα που βασανίζει τον ανδρικό πληθυσμό με όποια τερτίπια ταιριάζουν στο κάθε άρρεν, είναι μια πρώιμη φεμινίστρια, χαριτωμένη και σαδιστική, στον καθρέφτη της οποίας θα αποτυπωθούν τα υποκριτικά ήθη των ευγενών της εποχής της. Και είναι πράγματι ιδιοφυής ο τρόπος με τον οποίο, κατά πλήρη οικονομία, ο Γκολντόνι διαβάζει με οξυδέρκεια και ειρωνεία τους δορυφορικούς της Μιραντολίνας τύπους, που οι ίδιοι κοιλοπονούν τους εαυτών χαρακτήρες και ταυτόχρονα τον αρτιγέννητο ηθολογικό τους κώδικα.

Τα ΔΗΠΕΘΕ, ένας εθνικά χρησιμότατος όσο και χειμαζόμενος θεσμός («δει δη χρημάτων, ω άνδρες Αθηναίοι») είναι ανάγκη πάσα να χρηματοδοτηθούν ή να κλείσουν. Αυτός ο φαρισαϊσμός των ελεούντων ψιχίων παράγει γκρίνια, μιζέρια και μετριότητα, ιδίως αν προσθέσει κανείς τη συνήθη μικροψυχία και ολιγόνοια των δημοτικών αρχόντων, η οποία ταλανίζει τους απροστάτευτους και συχνά εν εδωλίω καλλιτεχνικούς διευθυντές.

Η παράσταση

Παρά τη γενική ένδεια μέσων, το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου έστησε μια «Λοκαντιέρα» ταχύρρυθμη, φιλολογικά προσεγμένη δίχως φιλολογικούρες, διδαγμένη ανάμεσα στο στείρο στερεότυπο των τύπων και στη δημιουργική εξέλιξή τους. Έντονα παραδοσιακή η παράσταση του Βασίλη Νικολαΐδη, γι’ αυτό και επίτηδες μουσικά τετιμημένη από προκλασικό Βιβάλντι, υπήρξε δεμένη, με τις κρυμμένες αναλύσεις της χωνεμένες στον πυρετικό της ρυθμό. Το δραματικό φινάλε με εγκαταλελειμμένη, «τιμωρημένη» τη Μιραντολίνα υπήρξε ευτυχής και νόμιμη πρόταση σύγχρονης κοινωνικής ηθικής. Αστραπιαίες σκηνές όπως εκείνη του Μαρκήσιου και των δύο θεατρίνων για το χαμένο μπουκαλάκι, σίγουρα ανθολογούνται. Η καλύτερη μετάφραση «Λοκαντιέρας» που ξέρω έχει φιλοτεχνηθεί από τον πολύτιμο Κωστή Σκαλιόρα. Αλλά και η Αγαθή Δημητρούκα υπηρέτησε με ρέοντα και ακριβή λόγο τον Γκολντόνι, υπογραμμίζοντας τα πιο κωμικά στοιχεία με νόμιμες και ευεργετικές παραχωρήσεις σε λίγες, πιο λαϊκές, φαιδρογόνες εκφράσεις. Ο Γιάννης Μετζικώφ, δεινός κοστουμίστας, παρέμεινε αλλά και σχολίασε με αγαθό χιούμορ την εποχή. Σημαντικότερο θεωρώ το απλούστατο αλλά λειτουργικό σκηνικό του, επειδή τα χρώματά του μετέφεραν ατμόσφαιρα και μια υπόρρητη μελαγχολία που συνομιλούσε με τα παθήματα των ηρώων.

Χαρακτήρες

Ο Νικολαΐδης δούλεψε σαν σε εργαστήρι – χωρίς ονόματα κουδουνιστά, αλλά με στέρεη διδασκαλία που φαινόταν κι ας μην πραγματωνόταν πάντα. Η Μαρία Παρασύρη είναι μια νέα, δροσερή ηθοποιός που ενωτίσθηκε τη μιμική και το νάζι της σουμπρέτας, αλλά απέχει από το ταμπεραμέντο και τους χυμούς μιας Μιραντολίνας. Ο ιππότης Λευτέρης Ζαμπετάκης, ταχύλογος, άπειρος, τρακαρισμένος και πολύ νευρικός, δεν ξεπέρασε τα ελαττώματα της θεατρικής νεότητας ώστε να επικοινωνήσει με το κοινό. Ο υπηρέτης του Τάσος Κοροζής, με φιγούρα παλαιού Χρήστου Ευθυμίου, έπεισε για τον γκροτέσκο τύπο και πλασάριζε με γκελ. Ο καμαριέρης της λοκάντας, Βαγγέλης Ψωμάς, είχε στιγμές ατεχνίας αλλά και μια ειλικρίνεια στον έρωτά του προς την αφεντικίνα του. Ο Γιάννης Κοτσαρίνης (Κόμης) ήταν σωστός αλλά και στεγνός. Το ζευγάρι των δύο θεατρίνων που παριστάνουν τις αρχόντισσες λειτούργησε έξοχα (Λένα Ντζουρβά, Λένα Υφαντή), ιδίως χάρη στην ευτραφή τρέλα της πρώτης. Ομως ο μεγάλος έπαινος ανήκει στον μαρκήσιο του Πάνου Σταθακόπουλου. Ενας έξοχος μίμος με έγνοια για τον ρόλο, δικό του στυλ, δικό του χιούμορ, αυτοσχεδιαστική πλην λειτουργική συνεργασία με την κατάσταση, με μημουαπτική τεχνική και χωρίς ρετσέτες. Ένας κωμικός που και άλλοτε σπαρταριστά (σε φάρσα) τον έχω χαρεί, και που είναι έτοιμος για πρώτους ρόλους στην επικράτεια του γέλιου – είναι όμως έτοιμο και το σταρ σύστεμ μας;

Χάρηκα επιτέλους (αυτό για τους μεταμοντέρνους απο(σο)δομιστές των κειμένων) μια «Λοκαντιέρα» όπου: Ο καμαριέρης της δεν αυνανίζεται επί τη θέα της Μιραντολίνας, ο μισογύνης ιππότης δεν βασανίζεται βαθύτερα από σεξουαλική ανικανότητα, οι δύο θεατρίνες δεν ξενυχτούν στην μπιρίμπα, ο Μαρκήσιος και ο Κόμης δεν φιλιούνται αιφνίδια στο στόμα με γλώσσα και η Μιραντολίνα δεν εκδίδεται σε όλες τις στάσεις για δώδεκα τσεκίνια…

Πέφτει η αυλαία για τον Βόλφγκανγκ Βάγκνερ

Ηχαίτη των λευκών μαλλιών είναι πάντα αναγνωρίσιμη, η λάμψη στα μάτια που ποτέ δεν κρύβει τελείως το εσωτερικό ατσάλι είναι ακόμα η ίδια, τα οικογενειακά χαρακτηριστικά που φαίνεται να περνούν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά εξακολουθούν να εκπλήσσουν. Αλλά ο Βόλφγκανγκ Βάγκνερ είναι πλέον ένας εύθραυστος 89χρονος. Και καθώς στηριζόταν στο μπράτσο της κόρης του, της 30χρονης Καταρίνα, για να χαιρετήσει την Αγκελα Μέρκελ και τους άλλους επίσημους καλεσμένους στην έναρξη του Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ στις αρχές Αυγούστου, φαινόταν ξεκάθαρο ότι το λυκόφως είχε επιτέλους φτάσει -καθόλου πρόωρα- για τη γενιά του Βόλφγκανγκ στην ηγεσία τής πιο δυναμικής και αμφιλεγόμενης μουσικής δυναστείας στην Ευρώπη.

Ο Βόλφγκανγκ Βάγκνερ κυβέρνησε την κληρονομική γωνιά του της Ευρώπης πιο πολλά χρόνια κι από όσα έχει κυβερνήσει η βασίλισσα Ελισάβετ τη δική της. Η βασιλεία του κάθε άλλο παρά ανέφελη ήταν. Εχουν περάσει 85 χρόνια από τότε που σύστησαν τον τετράχρονο Βόλφγκανγκ στον Αδόλφο Χίτλερ στο Βάνφριντ, το σπίτι της οικογένειας, κατά την πρώτη από τις πολλές επισκέψεις του στο Μπαϊρόιτ.
Σχεδόν εβδομήντα χρόνια πέρασαν από τότε που ο Βόλφγκανγκ και ο αδελφός του, ο Βίλαντ, φωτογραφήθηκαν αγκαζέ με τον λάτρη του Βάγκνερ δικτάτορα, τον οποίο γνώριζαν στα παιδικά τους χρόνια ως «θείο Βολφ». Και πάνε 57 χρόνια από τότε που οι δύο αδελφοί «αναστήσανε» το Φεστιβάλ Μπαϊρόιτ του παππού τους, το 1951, με τη δημόσια δήλωση ότι εκείνο που μετράει είναι η τέχνη και ότι οι επισκέπτες «παρακαλούνται να απέχουν από συζητήσεις ή αντιπαραθέσεις πολιτικού χαρακτήρα».

  • Το Φεστιβάλ

Εκτοτε, ο Βόλφγκανγκ δεν κατάφερε απλώς να επιβιώσει. Κατάφερε να πετύχει με τους όρους που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτόν. Κράτησε το Μπαϊρόιτ και το μοναδικό, οραματικό του θέατρο στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής ζωής, διασφάλισε τη χρηματοδότησή του και τη σταθερότητά του, διατήρησε το γενικά υψηλό μουσικό του επίπεδο και εξακολούθησε να προσφέρει ένα ετήσιο φεστιβάλ Βάγκνερ που θα μπορούσε να πουλάει κάθε φορά πενταπλάσια εισιτήρια απ’ όσα ήταν διαθέσιμα. Και επιπλέον, τα κατάφερε όλα αυτά χωρίς να κάνει παραχωρήσεις στον έλεγχο από την οικογένεια Βάγκνερ και προχωρώντας ενίοτε σε αναπάντεχα τολμηρές καλλιτεχνικές επιλογές - όπως την επηρεασμένη από τον Μαρξ και τον Τζορτζ Μπέρναρ Σο εκδοχή της τετραλογίας του «Δαχτυλιδιού» που σκηνοθέτησε ο Πατρίς Σερό το 1976. Το 1987 ανέθεσε στον Βέρνερ Χέρτζογκ να σκηνοθετήσει τον Λόεγκριν και το 1994 να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για το φεστιβάλ, ενώ φέτος το φεστιβάλ περιλάμβανε μεταξύ άλλων μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παραγωγή του «Πάρσιφαλ» από τον Νορβηγό σκηνοθέτη Στέφαν Χερχάιμ.

Η επιτυχημένη αυτή πορεία, ωστόσο, δεν ήταν πάντα ανέφελη. Παρ’ όλο που η οικογένεια Βάγκνερ ήταν πάντα πρόθυμη να συζητά δημόσια με τους κατά καιρούς επικριτές της, αλλά και να δημοσιοποιεί τις εσωτερικές διχογνωμίες της, ο ίδιος ο Βόλφγκανγκ ακολούθησε μια λαθρόβια διαδρομή μέσα στο ναρκοπέδιο του παρελθόντος. Οι σχέσεις με τους ναζί τόσο της οικογένειας όσο και του φεστιβάλ συχνά υποβαθμίστηκαν στη διάρκεια των χρόνων που ο Βόλφγκανγκ είχε στα χέρια του τη διεύθυνση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αγγλικής καταγωγής μητέρα του, η Γουίνιφρεντ, εξακολούθησε να καυχάται ανοιχτά για τη φιλία της με τον Χίτλερ μέχρι τον θάνατό της, το 1980. Ο προβληματισμός και η ψυχολογική αναζήτηση σχετικά με το κληροδότημα του ναζισμού, που έχουν σημάδεψει τη ζωή της σύγχρονης Γερμανίας, σπανίως πέρασαν τα τείχη του Μπαϊρόιτ - η αναμνηστική πλάκα για τους ανθρώπους του φεστιβάλ που υπήρξαν θύματα του Ολοκαυτώματος εξορίστηκε στον κήπο του θεάτρου. Και ο Βόλφγκανγκ αντιστάθηκε συστηματικά σε αιτήματα για αλλαγή του ίδιου του φεστιβάλ -ιδιαίτερα όταν προέρχονταν από τα παιδιά του αδελφού του και από τον γιο του, τον Γκότφριντ, με τον οποίο δεν έχει καλές σχέσεις. Επέμεινε πεισματικά ότι το Μπαϊρόιτ πρέπει να εξακολουθήσει να προσφέρει μόνο ένα μηνιαίο φεστιβάλ, όπου να παρουσιάζονται τα 10 «ώριμα» μουσικά δράματα του παππού του.
Τώρα όμως -καθώς πλησιάζουν τα 89α γενέθλιά του- ο Βόλφγκανγκ επιτέλους πείστηκε να αποχωρήσει από τη διεύθυνση του φεστιβάλ, μια θέση που ανέλαβε αμέσως μετά τον θάνατο του Βίλαντ το 1966 και που έχει παραμείνει στην οικογένεια από το πρώτο φεστιβάλ, το 1876, όταν ο Ρίχαρντ Βάγκνερ παρουσίασε για πρώτη φορά τις τέσσερις όπερες του κύκλου του «Δαχτυλιδιού του Νίμπελουνγκ» («Ο χρυσός του Ρήνου», «Βαλκυρία», «Ζίγκφριντ», «Το λυκόφως των θεών»), σ’ ένα ακροατήριο που περιλάμβανε τον Κάιζερ, τον Νίτσε και τον Τσαϊκόφσκι. Η καθυστερημένη αποχώρηση του Βόλφγκανγκ δεν οφείλεται σε έλλειψη προσπαθειών από μέλη της ίδιας της οικογένειάς του και πολιτικούς - ήδη τα μέλη του ιδρύματος του φεστιβάλ του είχαν ζητήσει να παραιτηθεί από το 2002.

  • Η διαδοχή

Το 2008 φαίνεται πράγματι να είναι η στιγμή του Βασιλιά Ληρ για τον Βόλφγκανγκ. Τρεις γυναίκες της δυναστείας Βάγκνερ ανταγωνίζονται εδώ και καιρό για τη διαδοχή του γηραιού κυρίου. Τώρα ο Βόλφγκανγκ έχει συμφωνήσει να δώσει το σκήπτρο στις κόρες από τους δύο γάμους του: Στην Εύα, η οποία έχει μεγάλη εμπειρία στη διοίκηση του λυρικού θεάτρου, και στην πολύ νεότερη ετεροθαλή αδελφή της, την Καταρίνα, της οποίας το σκηνοθετικό ντεμπούτο με τους «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης», το 2007, έγινε δεκτό με αρκετές επιφυλάξεις από την κριτική. Η πιο ριζοσπαστική υποψηφιότητα, η ανιψιά του Βόλφγκανγκ Νίκι Βάγκνερ, η οποία θέλει να επεκτείνει το ρεπερτόριο του φεστιβάλ και να διοργανώσει ένα λιγότερο «ελιτίστικο» ανοιξιάτικο φεστιβάλ, παρέμεινε αουτσάιντερ. Τελικά, το συμβούλιο του φεστιβάλ αποφάσισε, την περασμένη Δευτέρα, να αναθέσει τη διεύθυνση στις δύο κόρες του Βόλφγκανγκ Βάγκνερ, την Εύα και την Καταρίνα.

Πιθανότατα και ο ίδιος ο Βόλφγκανγκ αναγνωρίζει ότι η διατήρηση του «στάτους κβο» δεν είναι πλέον δυνατή. Αυτός ο ίδιος, άλλωστε, παράγγειλε τη φετινή «αποδόμηση» του «Πάρσιφαλ» από τον Στέφαν Χερχάιμ, στην οποία ο πιο λατρεμένος ήρωας του Βάγκνερ καταστρέφει ένα ομοίωμα της έπαυλης Βάνφριντ στολισμένο με τη ναζιστική σημαία, πριν απευθυνθεί στους θεατές λέγοντάς τους ότι τώρα πλέον πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους για ό,τι ακολουθήσει. Ακριβώς τώρα, λοιπόν, η νεότερη γενιά των Βάγκνερ θα πάρει στα χέρια της αυτή την ευκαιρία.

«Εναν τρόπο ευλαβή»

Του Σπύρου Παγιατάκη, Kυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Αλέξης Μινωτής: «Παίξαμε το 1937 την “Ηλέκτρα” στην Επίδαυρο. Τότε δεν υπήρχαν όλ’ αυτά τα Ι.Χ. Κι όμως κατέβηκαν οι χωριάτες απ’ ολόκληρη την Αργολίδα. Γέμισε το θέατρο. Η Κατίνα (Παξινού) έπαιζε την Ηλέκτρα και η (Ελένη) Παπαδάκη την Κλυταιμνήστρα. Μετά την παράσταση τούς φιλούσαν τα ρούχα και τα χέρια. Θυμάμαι την Κατίνα να λέει “Σας παρακαλώ, δεν είμαι παπάς! Μη μου φιλάτε το χέρι!" Και της απαντούσαν: “Ο θεός να σ’ έχει καλά παιδί μου, που μ’ έκανες κι έκλαψα...”» . Είχα την τύχη να γνωρίζω τον Αλέξη Μινωτή καλά. Ημουν για χρόνια στην καλλιτεχνική επιτροπή του Εθνικού, και ταξίδεψα μαζί τους σε ΗΠΑ και Σοβιετική Ενωση. Είχα κι ένα μαγνητοφωνάκι μαζί. Σταχυολογώ μερικά περί Επιδαύρου: «Στην αρχή ξέρεις τι γινόταν όταν πρωτανοίξαμε την Επίδαυρο; Ερχονταν χιλιάδες άνθρωποι κι έκαναν πικ-νικ κάτω από τα δέντρα. Τρώγανε και τραγουδούσαν. Κι είχαν όλοι κι από ένα τρανζίστορ μαζί τους...»

Πολλοί θεωρούσαν τον Μινωτή αυταρχικό, πεισματικά αρνητικό στο ν’ ανοίξει η Επίδαυρος σε «ξένους». Δεν ήταν ακριβώς έτσι. «Εκανα τον Οιδίποδα με μουσική της Κατίνας Παξινού. Η Κατίνα βοηθήθηκε τότε από τα Negro Spirituals. Ουδεμία τευτονική χροιά, όπως γινόταν μέχρι τότε από τους γερμανοσπουδαγμένους σκηνοθέτες. Κανένα Sprechchor, δηλαδή ομαδική απαγγελία. Το αγελαίο έφυγε. Ηρθαν η Alabama, η Georgia…».
Μερικοί τον είπαν συντηρητικό. «Οταν έκανα τον Οιδίποδα Τύραννο, όλοι οι κριτικοί μ’ επικεφαλής τον Οικονομίδη του “Εθνους” έγραψαν ότι ήταν μία χολιγουντιανή παράσταση, επειδή ερχόμουν τότε από την Αμερική. Ηταν όμως μια ολοζώντανη, σύγχρονη παράσταση γιατί δεν είχα το φόρτο αρνητικών εμπειριών και κακών έξεων. Ηταν κάτι το εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι έκανε ο Ροντήρης, ο οποίος δούλευε μεν καλά αλλά με το μυαλό αλλουνού – του Μαξ Ράινχαρτ που ήταν πέρα για πέρα μπαρόκ, και τον οποίο τον είχαν πλέον εγκαταλείψει κι οι Γερμανοί ακόμα...»
Αν υπάρχει το κατά Μινωτή ηθικό δίδαγμα; Επέμενε πως τα πάντα είναι θεμιτά, αν υπάρχει αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «ευλάβεια». Πίστευε ότι έπρεπε να φέρεται κανείς στα συγγράμματα των κλασικών μας συγγραφέων με το σεβασμό που δείχνουν πάντοτε οι θρησκευόμενοι απέναντι στα πατερικά κείμενα: «Επιτέλους να βρούμε έναν τρόπο ευλαβή, κι όχι να έχουμε σαν μοναδικό μας γνώμονα την επιτυχία. Κι από εκεί και πέρα ας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει...».

Σεβασμός των κειμένων

Του Γιάννη Βαρβέρη*, Kυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Ο ι εποχές των ιερατείων και των αβάτων, θέλουμε δε θέλουμε, έχουν παρέλθει. Η Επίδαυρος, χώρος επιβλητικός αλλά όχι αναγκαστικά ιερός, έχει τη δύναμη να αναδεικνύει, απλώς να παρουσιάζει ή και να διασύρει. Αφομοιώνει ευεργετικά τις πρωτοπορίες και, αλοίμονο, απογυμνώνει τις αυθαιρεσίες, τις οποίες, ευτυχώς, και ξεχνά.

Νομίζω πως ο βαθύτερος σεβασμός των κειμένων, έστω και με συμμαχικές προς αυτά αποκλίσεις, οφείλει να είναι η κεντρική σκέψη των σκηνοθετών. Δεν θεωρώ πως η φετινή χρονιά μπορεί να υπερηφανευθεί για κάτι τέτοιο. Το κακό είναι πως οι «ανεξέλεγκτες» δράσεις οδηγούν σε αντίδραση, προκαλούν δηλαδή αυριανές, υπερσυντηρητικές παραστάσεις, πράγμα εξ ίσου άγονο. Οσο για το κοινό, καλό είναι να έχει όσο το δυνατόν ευπρεπέστερες αντιδράσεις, ιδίως επειδή αυτές εισπράττονται από τους συνήθως «αθώους του αίματος» ηθοποιούς. Στην Ελλάδα, όμως, το μελαγχολικά γνωστό μας μεσογειακό ταμπεραμέντο συχνά μας παρασύρει σε ποικίλες υπερηφανευόμενες κραυγές και χειρονομίες προς επειγόμενη εκτόνωση.

* Ο κ. Γιάννης Βαρβέρης είναι ποιητής, κριτικός θεάτρου.

Αντιπαράθεση ή εκφοβισμός;

Του Γιαννη Σταυρακακη*, Kυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Τ ο φετινό φεστιβαλικό καλοκαίρι θα μείνει στη μνήμη μας για την κατακόρυφη όξυνση στους τρόπους με τους οποίους μερίδα θεατών σε πολλές παραστάσεις εξέφρασε την αποδοκιμασία της για τα θεατρικά ή άλλα δρώμενα. Σε μια εποχή της οποίας το κέντρο βάρους κινείται στον άξονα της μετα-πολιτικής συναίνεσης, το πάθος που κινητοποιήθηκε και ο έντονος διάλογος που ακολούθησε στα μέσα ενημέρωσης αποτελούν ενδείξεις μιας ζωντανής δημοκρατικής κουλτούρας. Ας ξεπεράσουμε λοιπόν τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό μας. Αυτός ο διχασμός της πόλης είναι θεμιτός, γιατί εκείνο που την ενώνει είναι η συνεχής διερώτηση για τα ίδια τα πολιτι(στι)κά θεμέλιά της.

Εδώ ακριβώς όμως τα πράγματα περιπλέκονται ελαφρώς. Η διερώτηση αυτή δεν μπορεί να σημαίνει εξόντωση του διαφορετικού, εκείνου που δεν μας αρέσει. Ακόμα και η οξύτητα είναι ανεκτή, αλλά μόνο στο βαθμό που δεν αποσκοπεί στη φίμωση του άλλου και την «ολοκληρωτική» επιβολή ενός παρωχημένου και άγονου συντηρητισμού. Ας σκεφθούμε λίγο λοιπόν. Από ποια σκοπιά αρθρώθηκε ο οξύς κριτικός λόγος και οι έντονες αποδοκιμασίες; Από μια σκοπιά που ανταγωνιζόταν μεν, αλλά παράλληλα σεβόταν το αντικείμενο της κριτικής της; Ή μήπως από μια σκοπιά βίαιης ηθικιστικής απόρριψης και προγραφής εκείνου που ξεφεύγει από τα ασφυκτικά πλαίσια μιας απολιθωμένης παράδοσης, η οποία αναδεικνύεται σε θέσφατο; Μήπως οι υστερικές καταγγελίες απλώς τρομοκρατούν, αντί να αντιπαρατίθενται γόνιμα; Μήπως δεν είναι, τελικά, παρά ένδειξη φοβικής και ανασφαλούς πολιτισμικής εσωστρέφειας;

* Ο Γιάννης Σταυρακάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ.

Νεωτερισμοί και γιούχα στην Επίδαυρο

Του Βασίλη Αγγελικόπουλου, Η Καθημερινή, Kυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Ο ι εντυπωσιακές αποδοκιμασίες του κοινού στην Επίδαυρο και ο θόρυβος που ακολούθησε έθεσαν επί τάπητος ορισμένα ζητήματα τα οποία προκαλούν έντονες διχογνωμίες, κυρίως για το αν δικαιούται ή όχι να αποδοκιμάζει το κοινό μια θεατρική παράσταση και υπό ποιες προϋποθέσεις πρέπει να γίνεται κάτι τέτοιο. Γεμίζουν σελίδες εφημερίδων τις ημέρες αυτές με απόψεις ανθρώπων του θεάτρου για το θέμα ή με μαχητικά άρθρα και σχόλια που υπεραμύνονται της μιας ή της άλλης άποψης, μυκτηρίζοντας συνήθως τις αντίθετες.

Οι αποδοκιμασίες του κοινού σημάδεψαν τις δύο τελευταίες παραγωγές των Επιδαυρίων, δηλαδή τη «Μήδεια», κυρίως, από το ΔΗΠΕΘΕ της Πάτρας σε σκηνοθεσία του Ανατόλι Βασίλιεφ, «γκουρού» του ευρωπαϊκού θεάτρου, με πρωταγωνίστρια τη Λυδία Κονιόρδου, και σε μικρότερο βαθμό τον «Αγαμέμνονα» από το «Θέατρο Δωματίου» σε σκηνοθεσία Αντζελας Μπρούσκου με την Αμαλία Μουτούση στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας. Οι αποδοκιμασίες αυτές όμως μοιάζουν να αφορούν αν όχι το σύνολο των φετινών παραστάσεων αρχαίου δράματος της Επιδαύρου, τουλάχιστον το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους, που ήταν ο εντός ή εκτός εισαγωγικών νεωτερισμός.

  • Κοινός παρονομαστής
Πράγματι, παρά τις μεγάλες διαφορές «γλώσσας», σκηνικών μέσων, ύφους, ήθους και βέβαια αποτελέσματος καθεμιάς παράστασης, οι «Βάτρα-Χ» του Δημήτρη Λιγνάδη και οι δύο «Οιδίποδες» της Ρούλας Πατεράκη με το Εθνικό, ο «Ορέστης» του Σλόμπονταν Ουνκόφσκι με το ΚΘΒΕ, η «Μήδεια» του Βασίλιεφ και ο «Αγαμέμνων» της Μπρούσκου, ακόμη και οι κλασικότροπες «Φοίνισσες» με το Αμφι-Θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου σε κάποια στοιχεία τους, είχαν κοινό παρονομαστή κάποιον «άλλο» ή «νέο τρόπο» προσέγγισης του αρχαίου δράματος - σε σχέση πάντα με τους γνωστούς, κλασικούς και θαλερούς κάποτε τρόπους με τους οποίους οι Ελληνες καλλιτέχνες του 20ού αιώνα θεμελίωσαν στον τόπο μας μια μοναδική στον κόσμο (ως θεατρικό φαινόμενο) και αξιοθαύμαστη αναβίωση ενός πανάρχαιου θεατρικού είδους, του αρχαίου ελληνικού δράματος.

Καμιά από τις φετινές παραστάσεις δεν έγινε εκθύμως αποδεκτή από κοινό και κριτική και η ταραχώδης κατάληξη των Επιδαυρίων μοιάζει να φανερώνει ότι ήταν σαν να ξέσπασε στο τέλος μια συσσωρευμένη δυσαρέσκεια, μια κόπωση του κοινού από ατελέσφορους σκηνικούς «νεωτερισμούς» και αδικαίωτα τολμήματα που το ένα μετά το άλλο παρουσιάστηκαν φέτος εκεί. Τα πράγματα όμως δεν μπορεί να είναι -και δεν είναι- έτσι.

  • Τα πιο τολμηρά σε 53 χρόνια
Ισχύει βέβαια η παρατήρηση ότι, ποσοτικώς, τα φετινά Επιδαύρια ήταν τα πιο «τολμηρά» ή «νεωτεριστικά» στα 53 χρόνια του θεσμού, αλλά τα γεγονότα δείχνουν ότι και το κοινό έχει αλλάξει πολύ. Δεν είναι πια όχι απλώς το κοινό του '59 που αποδοκίμαζε ως ιερόσυλη μια παράσταση σαν τους «Ορνιθες» του Κουν στο Ηρώδειο, αλλά ούτε και το κοινό της δεκαετίας του '80, που αποδοκίμαζε στην Επίδαυρο για τολμηρές και ανοίκειες καινοτομίες την «Αντιγόνη» του Ρεμούνδου με το Εθνικό, την «Αλκηστη» του Χουβαρδά με το ΚΘΒΕ ή την «Ηλέκτρα» του Στούρουα με την Καρέζη. Η εμπειρία δείχνει ότι το κοινό, γαλβανισμένο πλέον από τις τόσες και τόσες καινοτομίες, νεωτερισμούς και παραξενιές που έχει παρακολουθήσει τα τελευταία 20 χρόνια, δεν αντιδρά πια με ανοιχτές τουλάχιστον και ομαδικές αποδοκιμασίες σε κάτι τέτοια.

Για την ακρίβεια, το κοινό δεν αντιδρά σε τίποτα πλέον, είτε ανιαρή παλιατσούρα είναι η παράσταση, είτε νεωτερίλα και δήθεν, είτε επιθεωρησιακή κουρελού με λεοντή Αριστοφάνη. Δεν αντιδρά. Αντιθέτως χειροκροτεί τα πάντα στο τέλος, συχνά και ενδιαμέσως. Μόνο μην του πατήσεις τον κάλο του κοινού - πράγμα που προφανώς συνέβη με τη «Μήδεια» του Βασίλιεφ.

Μεμονωμένα «ουουου» ή «αίσχος» έχουν ακουστεί κατά καιρούς σε διάφορες παραστάσεις, κλασικότροπες ή νεωτερίζουσες, αλλά ομαδικού χαρακτήρα αποδοκιμασίες θα προκληθούν μόνο όταν το κοινό πειστεί ότι η παράσταση έχει υπερβεί κατά πολύ τα εσκαμμένα και έχει επιδοθεί σε πράγματα που δεν σέβονται όχι την «ιερότητα του τόπου» ή το αρχαίο δράμα, αλλά κυρίως τις αντοχές τις δικές του. Γι' αυτό και παρά τα τόσα ανυπόφορα που έχουμε δει στην Επίδαυρο στις δύο τελευταίες δεκαετίες, μόνο δύο φορές αντέδρασε ομαδικά και με ένταση: Στις επιθετικά προκλητικές «Βάκχες» του Λάνγκχοφ με το ΚΘΒΕ το '98 και τώρα στη «Μήδεια».

  • Ελληνες και ξένοι

Και είναι σφάλμα να υποστηρίζει κανείς -αλλά το διέπραξαν αυτές τις μέρες τόσο ο ηγέτης του Ελληνικού Φεστιβάλ Γιώργος Λούκος όσο και η Λυδία Κονιόρδου- ότι το κοινό αντιδρά σε παραστάσεις ξένων σκηνοθετών και μάλιστα για «εθνικιστικούς λόγους», γιατί θεωρεί ότι μας χαλάνε την αρχαία τραγωδία μας. Μέγα λάθος, διότι πολλοί είναι πλέον (σε δεκάδες μετριούνται) οι ξένοι σκηνοθέτες που έχουν παρουσιάσει αρχαίο δράμα στη χώρα μας και μόνο δύο (άντε δυόμιση με «το τσιγάρο του Στούρουα») προκάλεσαν αποδοκιμασίες. Περισσότερες είναι οι παραστάσεις Ελλήνων σκηνοθετών που αποδοκιμάστηκαν.

Το κοινό δείχνει μεγάλη ανεκτικότητα πλέον στα «νεωτεριστικά», ακόμα κι όταν δεν τα καταλαβαίνει ή το βαριεστούν ή και το συγχύζουν. Αποδείχθηκε αυτό και με την επίμαχη «Μήδεια» - και μάλιστα διττώς: Δεν αντιδρούσε το κοινό επί δυόμισι ώρες στην Επίδαυρο αν και πολλά «περίεργα» ή και προκλητικά έβλεπε να συμβαίνουν στη σκηνή. Αντέδρασε και άρχισε να διαμαρτύρεται, και στις δύο βραδιές, μόνο όταν η παράσταση φάνηκε να του βγάζει αναιδώς γλώσσα και να παίζει με την υπομονή και την ανεκτικότητά του -εννοούμε βέβαια τη διαβόητη πλέον αγγελική ρήση, που επαναλαμβανόταν ακατάπαυστα και μονότονα ταυτόχρονα σε τρεις γλώσσες, μετωπικά και προβοκατόρικα προς το εμβρόντητο κοινό. Ενα αυτό και δεύτερον, το κοινό που παρακολουθεί τη «Μήδεια» στις άλλες, μετά την Επίδαυρο, παραστάσεις της δεν αποδοκιμάζει ούτε διαμαρτύρεται πλέον, άσχετα αν του αρέσουν ή όχι αυτά που βλέπει. Γιατί; Διότι κόπηκε εντωμεταξύ η ακατανόητη και αφόρητη σκηνή που προκαλούσε.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι το κοινό δεν «ξεφωνίζει» ποτέ, όποια χοντράδα κι αν συμβεί επί σκηνής, τις παραστάσεις αρχαίας κωμωδίας. Οι οποίες μόνο της αρχαίας κωμωδίας και του Αριστοφάνη δεν είναι συνήθως - και όχι μόνο οι πρόσφατες… Εκεί, η κερκίδα είτε επειδή καλοπερνάει χαχανίζοντας είτε επειδή δεν διαπιστώνει εύκολα (για τους «χ» πολλούς και γνωστούς λόγους) την ασέβεια και την πρόκληση, παρέχει άνετα και ατιμωρητί το ελεύθερο να διαπράττονται σημεία και τέρατα.

  • Μόνο σε κραυγαλέο αμάρτημα

Επομένως, το ιστορικό της αναβίωσης του αρχαίου δράματος στη χώρα μας δείχνει ότι μια παράσταση δεν θα αποδοκιμαστεί ποτέ ομαδικά και έντονα, όπως φέτος η «Μήδεια», όσο νεωτερική και τολμηρή κι αν είναι, αν δεν διαπράξει κραυγαλέο αμάρτημα οξύτατης πρόκλησης και επίθεσης στο κοινό. Πολλά τα παραδείγματα - κι ολόφρεσκο η τελευταία παράσταση των φετινών Επιδαυρίων, ο αμέσως μετά τη «Μήδεια» «Αγαμέμνων» της Μπρούσκου, που παρά τα διάφορα τολμηρά της (έκανε τους Αργείους του Χορού ακόμη και σκυλάκια που κουνάνε την ουρά στον αφέντη τους Αγαμέμνονα, αλλά και που τον κατουράνε ή του βατεύουν το πόδι) δεν αποδοκιμάστηκε μαζικά, αν και δόθηκε το έναυσμα από ολίγους.

Δεν είναι λοιπόν κάποιος «συντηρητισμός» ή «εθνικισμός» ούτε καν κάποιος λόγος αισθητικής που ωθεί το κοινό να φτάσει στο σημείο μαζικής αποδοκιμασίας μιας παράστασης. Το κοινό, αντιθέτως, έχει γίνει πολύ ανοιχτό και εξαιρετικά ανεκτικό.
Αυτό είναι μια θετική διαπίστωση από τη μια, αλλά και λίγο μελαγχολική, αν όχι κι επικίνδυνη, από την άλλη. Ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη του ότι έχουν σχεδόν εξαφανιστεί πια «οι κλασικές παλιατσαρίες», τις οποίες ακόμα επισείουν σαν φόβητρο κάποιοι νεωτεριστές σκηνοθέτες, ενώ αντιθέτως καταιγιστικά επελαύνουν τελευταία ανερμάτιστοι και αβασάνιστοι νεωτερισμοί, αποδομήσεις και άλλα των (εύκολων) καιρών γεννήματα.