Μηχανορραφίες, τεχνάσματα και ανατροπές σ΄ενα αυτοκαταστροφικό παιχνίδι εξουσίας
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΣΤΗ ΓΙΩΤΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΛΟΥ
  • Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Το παλιό στην αέναη πάλη με το νέο. Ο αγώνας για το όποιο έπαθλο-πρόφαση στην επιδεικτική διατήρηση-κατάκτηση της εξουσίας. Αξίες ζωής υπό διαπραγμάτευση, βάσει των άγραφων κανόνων στο αυτοκαταστροφικό παιχνίδι της επικράτησης. Ή αλλιώς το έργο του Αντονι Σάφερ «Σλουθ», με τους Γιώργο Κιμούλη και Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη να πρωταγωνιστούν και να συνυπογράφουν τη σκηνοθεσία, το οποίο θα παρουσιάζεται από Πέμπτη 28 Απριλίου, στο θέατρο «Κολοσσαίον» (Β. Ολγας 150, τηλ.: 2310 834 996).
Με αφορμή την επιστροφή τους στη Θεσσαλονίκη, οι δυο πρωταγωνιστές μιλούν στον «ΑτΚ» για τη συνάντησή τους επί σκηνής -η συνεργασία τους θα συνεχιστεί και το καλοκαίρι με το ανέβασμα του σεξπιρικού «Οθέλλου»-, το κόστος της αποφυσικοποίησης του ανθρώπου και της παρά φύσει υστερίας της εξουσίας, τον άγριο έλεγχο των πολιτών, αλλά και τη λειτουργία της τέχνης ως πυξίδας στις μπερδεμένες διαδρομές τού σήμερα.

  • Ποια ήταν τα κριτήρια για την επιλογή του έργου αυτού;
Γ.Κ.: Αρχικά ήταν μια αφορμή συνάντησής μου με τον Κωνσταντίνο. Από κει και πέρα το ίδιο το έργο και η παράσταση απέκτησαν μια αυτονομία δίνοντάς μας τη δυνατότητα να αναπτυχθούμε σκηνικά σε πράγματα τα οποία δεν είχαμε αναπτύξει. Επειτα, είναι η ίδια η θεματική του έργου, που αφορά τις σχέσεις της νεότερης γενιάς με την παλιότερη και το συγκρουσιακό στοιχείο που τις διακρίνει. Κατά πόσο η νεότερη, πριν χαράξει το δικό της ίχνος, πατάει στο ίχνος της προηγούμενης και κατά πόσο το επιτρέπει αυτό η παλιότερη. Από κεί και πέρα υπάρχει ο κλασικός αρσενικός ανταγωνισμός, αλλά και η ασέβεια που επιδείχνεται πολλές φορές σε κοινούς τόπους, ξεχνώντας ότι κανείς δεν μπορεί να είναι ιδιοκτήτης ενός τόπου κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Τέλος είναι το παιγνιώδες στοιχείο που ο άνθρωπος ούτως ή άλλως φέρει εντός του σ' όλες τις ηλικίες. Αν και πολλές φορές το ξεχνάει και βυθίζεται σε μια σοβαροφάνεια, ξεχνώντας ότι σοβαρά πρέπει να παίρνει όχι τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά τις πράξεις του.
Κ.Μ.: Η ιδέα για το συγκεκριμένο έργο ήταν δική μου. Πρώτον, επειδή είχα δει την πρώτη ταινία με τον Μάικλ Κέιν και τον Λόρενς Ολιβιέ και με είχε εντυπωσιάσει η σχέση δυο τόσο διαφορετικών αρσενικών, το ιδιαίτερο αυτό παιχνίδι μεταξύ τους, που εξελίχτηκε σε πάλη. Και δεύτερον, από τότε που είχα δει τον Γιώργο στη σκηνή το 1988, όταν εγώ ήμουν ακόμα φοιτητής της Δραματικής Σχολής, θεώρησα ότι είναι μια σπουδαία δύναμη. Εκτοτε, τον παρακολουθούσα και τον θαύμαζα και ήθελα να συνεργαστούμε. Ηταν από τα σχέδια - όνειρα. Και το κείμενο αυτό -που δε θα μπορούσα να το κάνω με κάποιον άλλο- αποδείχτηκε ταιριαστό όχημα για τη συνάντησή μας.
  • Πώς θα περιγράφατε τον ήρωά σας;
Γ.Κ.: Οπως θα πρέπει να είναι κάθε άνθρωπος που έχει ξεπεράσει τη μέση χρονική διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής. Σε σχέση μ' όσα είπαμε πιστεύει ότι η διαπαιδαγώγηση οφείλει να είναι συντηρητική. Πιστεύει ακράδαντα στις δικές του αξίες και δε σκοπεύει να μιμηθεί αξίες της νεότερης γενιάς μόνο και μόνο για να είναι συμπαθής σ' αυτήν. Είναι αντίθετος μ' αυτό που συμβαίνει σήμερα, όπου οι γονείς συμπεριφέρονται ως μεγάλα αδέρφια στα παιδιά τους. Ο ήρωάς μου χρησιμοποιεί όλα τα μέσα για να ξυπνήσει το θυμό του νεότερού του και να τον συντηρήσει και στο τέλος του λέει: «Τι θα ήθελες; Να σου χαρίσω το δαχτυλίδι μου; Να έρθεις να μου κόψεις το δάχτυλο για να το πάρεις». Και όλο αυτό έχει σχέση με το φόβο ότι η νεότερη γενιά θα μας φτύσει και ότι δε θέλουμε να μας συμβεί αυτό που κάναμε εμείς όταν ήμασταν νεότεροι. Και το αποτέλεσμα είναι επικίνδυνο, καθώς οι νεότεροι δεν εκγυμνάζονται, χαλαρώνουν, βολεύονται. Ας ελπίσουμε ότι θα καταλάβουν το βρόμικο παιχνίδι μας και θα αντισταθούν.
Κ.Μ.: Εχει όλη την αφέλεια και την αλαζονεία της νιότης, αφού μόνο έτσι θα ήταν κάποιος που πάει στο χώρο ενός άλλου άντρα να συζητήσει το διαζύγιο αυτού και της συζύγου του. Παράλληλα, τον διακρίνει και μια διάθεση φιλειρηνική, καθώς πιστεύει ότι τα θέματα μπορούν να λυθούν μέσω διαλόγου. Είναι, όμως, πολεμιστής και αγωνιστής και μπαίνει στο παιχνίδι που ξεκινάει ο ρόλος του Γιώργου. Ωστόσο, η κεντρική διαφορά ανάμεσα στους δυο ήρωες είναι μια σκληρότητα και μια ετοιμοπόλεμη διάθεση, που διακρίνει τη μεγαλύτερη γενιά και που ίσως να χαρακτήριζε και εμάς, αν μεγαλώναμε όπως αυτοί. Που πιστεύουν ότι αυτό που μας δίνεται δεν πρέπει να χαρίζεται, αλλά να κερδίζεται. Θυμίζει τη δική μας εποχή μέχρι πριν από δυο χρόνια και τον τρόπο που μεγαλώσαμε και η δική μου γενιά των 40ρηδων και η γενιά του Γιώργου.
  • Είναι, λοιπόν, μια πάλη της ωριμότητας και της νεότητας, της σοφίας και του θράσους, ως διαφορετικών τρόπων προσέγγισης του ίδιου επάθλου - είτε είναι πράγματι μια γυναίκα είτε η εξουσία;
Γ.Κ.: Είναι μια πάλη για την εξουσία, τη ματαιότητα της εξουσίας και της ανοησίας του προσώπου που την ασκεί. Από τότε που ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από τη φύση ανακάλυψε την εξουσία. Στη φύση, όμως, δεν υπάρχει εξουσία, είναι ένα προϊόν, αρσενικής ως επί το πλείστον κατασκευής, ελπίζοντας σε μια θηλυκοποίηση της κοινωνίας. Διατηρούμε την ελπίδα ότι η ανθρωπότητα μπορεί και να αλλάξει κατεύθυνση, να βαδίσει σε άλλη ατραπό και με λίγα λόγια να φυσικοποιηθεί. Ολους αυτούς τους αιώνες πληρώνουμε την αποφυσικοποίηση του ανθρώπου, ένα από τα χαρακτηριστικά του οποίου είναι και η υστερία της εξουσίας. Λένε και στα ζώα ότι υπάρχει, αλλά είναι ανοησία. Αυτή δεν είναι παρά η ερμηνεία του ανθρώπου για να αιτιοαλογήσει τη δική του χυδαία στάση εξουσίας, που εκ φύσεως λειτουργεί... παρά φύσει».
Κ.Μ.: Οπως είναι στημένη η παράσταση, η ίδια η αντιπαράθεση περιέχει ένα στοιχείο αλαζονείας. Δηλαδή ο ένας ήρωας λέει στον άλλον «αυτό που έχεις εσύ έρχομαι εγώ να το πάρω». Τον διακρίνει μια έπαρση, μια πίστη στις δυνάμεις του. Και στη φύση τα αρσενικά μέσα από την πάλη και μέσα από τη διεκδίκηση αναγνωρίζουν ταυτόχρονα το ένα το άλλο, αυτό μετατρέπεται και σε μια κατάσταση αυτοθαυμασμού. Είναι όπως το χαρακτηριστικό μπρα ντε φερ, όπου ο ένας από τους δυο θα κερδίσει, αλλά η σκληρότητα της μονομαχίας και η δύναμη του αντιπάλου είναι που αυξάνει τη σημασία του επάθλου και του θαυμασμού στον τελικό νικητή.
  • Πώς λειτουργεί ένα σκηνοθετικό δίδυμο;
Γ.Κ.: Στο θέατρο όλοι οι συντελεστές λειτουργούν αυτόνομα, αλλά και αλληλένδετα ταυτόχρονα. Αν δε συμβαίνει αυτό, δεν μπορείς να έχεις έναν κοινό παρονομαστή, που τον έχει ανάγκη μια παράσταση. Ο βασικός ρόλος δεν υπάρχει στο θέατρο. Είναι μια αφορμή, ο διαμεσολαβητής που βοηθά τον υποκριτή να εμφανίσει όλες τις μάσεκς που έχει εντός του, όπως κάθε άνθρωπος, ο ηθοποιός πάνω στη σκηνή δε μιμείται κάποιον άλλον, μιμείται τη μνήμη του. Και ο ρόλος είναι η αφορμή να έρθουν στο φως οι εικόνες, οι ενταφιασμένες στο χώρο της μνήμης.
Κ.Μ.: Το ξανακάνουμε και στην επόμενη δουλειά μας, στον «Οθέλλο», επειδή αποκτήσαμε έναν κοινό κώδικα. Αναγνωριζόμαστε πολύ γρήγορα και ως προς τις συμφωνίες μας και ως προς τα πεδία των διαφορών μας. Και δε θα μπορούσε να χωρέσει και τρίτος. Χρησιμοποιήσαμε έναν έξυπνο τρόπο για να πούμε πράγματα που έχουν σχέση μ' εμάς και το έργο έρρεε σαν νερό. Επειτα, ο καθένας από τους δυο ρόλους διαθέτει μια μεγάλη γκάμα συμπεριφορών, ξεκινάνε λοιπόν την αναμέτρηση και το πρώτο μέρος είναι κωμικό, ευφρόσυνο και εξωστρεφές, για να περάσουν σε στάσεις πολύ διαφορετικές, δραματικές, μέχρι τελικής πτώσεως, όπου δεν μπορούν πια να χειριστούν τη λογική τους ικανότητα. Ετσι που έχουμε φτιάξει την παράσταση είναι ένα πράγμα πολύ προσωπικό, καθώς διαπιστώνουμε συζητώντας και τις δικές μας τις διαφορές στη θεώρηση του κόσμου λόγω της ηλικίας και της στιγμής και της εποχής που μεγαλώσαμε και ανδρωθήκαμε.
  • Ποιος ο ρόλος του θεάτρου εν καιρώ κρίσης;
Γ.Κ.: Καθίστε πρώτα να τη δούμε την κρίση. Αυτήν τη στιγμή η κρίση είναι σαν ένας αόρατος εχθρός που πρόκειται να έρθει. Σε μια χώρα η οποία ζούσε πάρα πολλά χρόνια στην παραοικονομία της, τώρα που άρχισαν να κλείνουν οι κάνουλες τρέφεται από τον εαυτό της και από το «λίπος» της. Οταν τελειώσει το «λίπος», θα δούμε στα μάτια την πραγματική κρίση. Μπορεί να είναι αργά, είναι αλήθεια. Εχω, όμως, την εντύπωση ότι αυτή η διατήρηση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας μιας κρίσης που είναι έξω από τα σύνορα είτε της χώρας είτε του σπιτιού του καθενός δεν είναι αθώα. Φοβίζει περισσότερο το άγνωστο. Αν τώρα προσθέσουμε και την επένδυση που κάνει η Πολιτεία στην ενοχή μας τη μικρή και τη μεγάλη, έχουμε έναν απλό μεν, αλλά έξυπνο, τρόπο άγριου ελέγχου όλων των πολιτών.
Κ.Μ.: Και εμείς πήγαμε πολύ καλά και διαπιστώσαμε και ότι αρκετά θέατρα κινήθηκαν εξίσου καλά. Σε καιρό κρίσης ο κόσμος έχει διάθεση για θέατρο - είτε πρόκειται για διασκέδαση είτε για ουσιαστική ψυχαγωγία. Εξάλλου, η τέχνη είναι για να δίνουμε κάποιου είδους νόημα στη ζωή και ένα σκληρό χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι όχι μόνο η οικονομική κρίση, αλλά και η αίσθηση του χαμένου νοήματος γύρω μας και μέσα μας. Είμαστε αποπροσανατολισμένοι ως προς το πού να κινηθούμε, πώς να αλλάξουμε, και από αυτήν την άποψη, μιας συνολικής βοήθειας, η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως πυξίδα.
  • Ποιος ή τι μπορεί να λειτουργήσει ως από μηχανής θεός σήμερα;
Γ.Κ.: Ακόμα και στην αρχαία ελληνική τραγωδία ο απο μηχανής θεός είχε ένα ειρωνικό στοιχείο. Ο καθένας μόνος του οφείλει να αλλάξει κατεύθυνση. Ας μην κοροϊδευόμαστε, το μελλοντικό πολιτικό αίτημα του κάθε ανθρώπου είναι να είναι ατομικά κοινωνικός, χωρίς αυτό να αποτελεί αντίφαση.
Κ.Μ.: Οχι, δεν υπάρχουν από μηχανής θεοί. Το αισιόδοξο είναι ότι οι λαοί και τα έθνη δε χάνονται, δεν εξαφανίζονται. Εχουμε περάσει πολύ πιο δύσκολα πράγματα. Απλώς σήμερα, είναι πιο μεγάλη η έλλειψη του πραγματικού νοήματος των πραγμάτων, τα πράγματα είναι πιο ομιχλώδη και συγκεχυμένα.
Παραστάσεις δίνονται Τετάρτη - Πέμπτη - Παρασκευή στις 21.30, Σάββατο και Κυριακή στις 18.30 και στις 21.30 και οι τιμές των εισιτηρίων είναι 25 ευρώ κανονικό, 20 ευρώ εξώστης και 16 ευρώ φοιτητικό.