Sunday, April 3, 2011

Ο «Τυχερός στρατιώτης» και οι τυχεροί θεατές


  • Της Ελευθερίας Ράπτου 
  • Η ΑΥΓΗ: 01/04/2011
Ένα παλιό ρώσικο παραμύθι αποτελεί τον καμβά πάνω στον οποίο υφαίνεται η παράσταση Ο τυχερός στρατιώτης στο θέατρο Πόρτα με την επιμέλεια της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου, ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία. Για τον στρατιώτη της ιστορίας ο πόλεμος μόλις έχει τελειώσει, για να αρχίσει στην απέραντη ρώσικη γη ο προσωπικός αγώνας για την επιβίωση, για τη ζωή. Και, όπως συμβαίνει πάντα, συνεπής σύντροφος στη ζωή είναι ο θάνατος. Και ο καλός θάνατος, πέρα από το δίκαιο ή το άδικο της ύπαρξής του, είναι ο επίλογος κάθε ζωής που έχει βιωθεί με αξία και προσπάθεια, με αγάπη και πόνο μαζί. Ο Τυχερός στρατιώτης με τον περιπετειώδη σκηνικό βίο του συγκεφαλαιώνει ως αφήγημα και κυρίως ως παράσταση την πορεία του υποκειμένου στη ζωή, ενώ αποτελεί μάθημα φιλοσοφίας για την αναγκαιότητα του σωματικού τέλους. Η θέληση, η τύχη που απορρέει από τις προσωπικές επιλογές, η μοναξιά, η ευεργεσία, η εξυπνάδα, η διαχείριση των ευκαιριών, ο έρωτας, η γονική αγάπη, η εξουσία, το δαιμονικό στοιχείο που επικαλύπτει τον φόβο για το άγνωστο, αλλά και οι προσωπικοί «δαίμονες» αποτελούν τους βασικούς θεματικούς πυρήνες της παράστασης, στην οποία η αλληγορία του παραμυθιού εξεικονίζεται με τρόπο παιγνιώδη και διαδραστικό.
Ο στόχος της παράστασης είναι διττός και φιλόδοξος: Εξοικείωση του κοινού με ποικίλους θεατρικούς κώδικες, αλλά και με την έννοια της ύπαρξης. Για την επίτευξή του εκτυλίσσεται στη σκηνή ένα δίκτυο ανασημειώσεων και μετωνυμιών. Ο Μοσχόπουλος χρησιμοποιεί το αυτοσχεδιαστικό παιχνίδι ως σημασιολογικό και υφολογικό κέλυφος. Έτσι, οι ηθοποιοί αναλαμβάνουν ρόλους οι οποίοι μεταλλάσσονται συνεχώς, ενώ τα παράταιρα σκηνικά αντικείμενα σημαίνονται με βάση την αφήγηση. Ο πρωταγωνιστής - στρατιώτης είναι μια μαριονέτα ή, καλύτερα, ο σκελετός της, που όμως αποκτά οντότητα από τους ηθοποιούς. Πάνω στη σκηνή το παιχνίδι τού φαίνεσθαι και του είναι διαμορφώνει μια ελεύθερη φόρμα τόσο ως προς την υποκριτική όσο και ως προς τη χωρική διαχείριση. Ο σκηνοθέτης σε συνεργασία με τους πολύ καλούς ηθοποιούς (Α. Ξάφης, Α. Μάσχα, Β. Χατζηνικολάου, Σ. Πατσίκας, Κ. Μπερικόπουλος, Α. Καλαϊτζίδου) επαναδομούν προσεκτικά την ιστορία, ακροβατώντας μεταξύ αστείου και σοβαρού. Αυτό που τελικά παρακολουθούν οι θεατές -ανεξαρτήτως ηλικίας- είναι μια παράσταση πειραματικού θεάτρου, τόσο καλά δουλεμένου ώστε να φαίνεται αυθόρμητο και ανοικτό, όπως το παιχνίδι των παιδιών. Στην ουσία πρόκειται για μια επιτελεστική προσέγγιση που, αφενός, έχει απομακρύνει τη σκηνική «φλυαρία», αφετέρου, πυροδοτεί μια διαδικασία πολυεπίπεδου αναστοχασμού και αλληλόδρασης. Σε αυτήν την κατεύθυνση εξάλλου κινούνται οι πνευματώδεις διάλογοι και οι ανατροπές.
Στο πλαίσιο που υπαγορεύει η σκηνοθετική γραμμή κινούνται επίσης τα σκηνικά και τα κοστούμια της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου. Οι ηθοποιοί έχουν αλλόκοσμο μακιγιάζ, που επιτρέπει το διαπροσωπικό πατινάζ στους ρόλους, ενώ τα σκουρόχρωμα κοστούμια απηχούν την εποχή του τσάρου, χωρίς όμως να καθηλώνονται σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Από την άλλη πλευρά, το σκηνικό οργανώνεται στη βάση της αλληλεπίδρασης χρωμάτων και σχημάτων. Μόνη ένσταση η αναπαράσταση του παλατιού που προσανατολίζεται σε άλλες χρωματικές οικογένειες και επίσης δίνει λίγο παραπάνω την αίσθηση του κατασκευασμένου. Ωστόσο η επιλογή της οπτικής πρόσβασης στους γυμνούς τοίχους της σκηνής και στον μηχανολογικό εξοπλισμό της, σε συνδυασμό με την επιστράτευση ετερόκλητων σκηνικών αντικειμένων, που νοηματοδοτούνται ποικιλοτρόπως, απηχούν κάτι από την ουσία του ρώσικου κονστρουκτιβισμού, σε ένα καθεστώς όμως επιμελημένης λιτότητας. Με αυτά τα δεδομένα οργανώθηκαν και οι φωτισμοί.
Ανακεφαλαιώνοντας, η παράσταση Ο τυχερός στρατιώτης είναι σπουδή στην τέχνη του θεατρικού γεγονότος, αλλά συγχρόνως και θεατροποιημένη φιλοσοφία. Βοηθά παιδιά και γονείς να κατανοήσουν -με ελλειπτικό τρόπο- την ίδια τη ζωή, ενώ απαιτεί από τον θεατή την ενεργό συμμετοχή του. Πρόκειται, εντέλει, για μια παράσταση όπου το θέατρο για παιδιά συναντά τον ώριμο πειραματικό στοχασμό.

* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος

Η Οφηλία στους δρόμους...


Πού πάει η Οφηλία όταν δεν την βλέπουμε πια; Όταν ο Άμλετ έχει αρνηθεί ότι την αγάπησε, έχει σκοτώσει τον πατέρα της κι εκείνη έχει πια τρελαθεί κι έχει πέσει να πνιγεί στο ποτάμι; Πού θα περπατούσε λοιπόν η Οφηλία του σήμερα; Σε ποιους δρόμους της πόλης; Αυτήν την Οφηλία, στην Αθήνα του σήμερα, αναζητεί η Ομάδα Ίσον Ένα, στην Γλυκιά Οφηλία, που παρουσιάζεται από χθες για δεύτερη χρονιά στον Κινητήρα Στούντιο.
Η παράσταση της ομάδας έχει τη δομή μιας σονάτας, δομείται τρία μέρη: τη Σονάτα, τον Κήπο και την Πόλη/Δάσος. Το βασικό μοτίβο της Οφηλίας επανεκτίθεται συνεχώς, μετατρέπεται, παραλλάσσεται ώς την τρέλα. Η παράσταση ξεκινά με τη «Φαντασία» του Μότσαρτ, μια διαλυμένη σονάτα, και συνεχίζει με τους βασικούς σταθμούς της ηρωίδας, μέχρι την κλειστή (ακόμα!) παιδική χαρά στον Άγιο Παντελεήμονα και τα δέντρα που κάηκαν, σαν κι εκείνη...
Στην παράσταση της Ομάδας Ίσον Ένα, που σκηνοθετεί η Ιωάννα Ρεμεδιάκη, βασισμένη στη μετάφραση του Άμλετ από τον Γ. Χειμωνά (αλλ’ όχι μόνο), παίρνουν μέρος, εκτός από την ίδια, οι ηθοποιοί Βίκυ Βολιώτη, Χαρά Καράτζιου και Αργυρώ Λογαρά.

Ensler, Μπέκετ, Σίσγκαλ, Χειμωνάς, Μπόρχες, Σπηλιώτη

  • Μονόλογοι Αιδοίου/Vagina Monologues
Από τη Δευτέρα 4/4 και τρεις μόνο Δευτέρες η πολυπολιτισμική καλλιτεχνική ομάδα «Tana» παρουσιάζει το έργο της Eve Ensler Μονόλογοι Αιδοίου/Vagina Monologues, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε συνεργασία με το ακτιβιστικό κίνημα ενάντια στη βία σε βάρος των γυναικών V-Day. Στην παράσταση, που θα είναι δίγλωσση (ελληνικά - αγγλικά) παίρνουν μέρος η Αμερικανίδα ηθοποιός Monica McShane, η Αγγλίδα Isobel Pravda, και οι Ελληνίδες Χριστίνα Μητροπούλου, Μαρκέλλα Γιαννάτου και Ελίζ Ελ, που συνεργάζονται για πρώτη φορά υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Αγάθης Δαρλάση.
  • Μπέκετ σε «3η εκδοχή»
Τα μικρά έργα του Σάμιουελ Μπέκετ «Breath» (σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση) «A piece of Monologue», «Rockaby», «Come and Go» και «Cascando» (σε πρώτη παγκόσμια παρουσίαση στο θέατρο) παρουσιάζονται σε μια ενιαία παράσταση υπό τον γενικό τίτλο Breath από τον σκηνοθέτη Σταύρο Τσακίρη και την ομάδα του Omicron 2, στο «Θέατρον» του «Ελληνικού Κόσμου», που οργανώνεται πάνω σε εικαστικές εγκαταστάσεις-δημιουργίες φτιαγμένες ειδικά για την παράσταση. Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί: Τατιάνα Παπαμόσχου, Χίλντα Ηλιοπούλου, Προκόπης Πολίτης, καθώς και οι: Έλενα Καϊάφα, Στεφανία Μπαγλατζή, Είρβα Χατζητσάκου και ο σκηνοθέτης.
  • «Τίγρης» στην Κυψέλη
Αύριο τα μεσάνυχτα ανοίγει η αυλαία της παράστασης Ο Τίγρης του Μάρραιη Σίσγκαλ, στο θέατρο Studio Κυψέλης, ένα έργο που στο επίκεντρό του θέτει τη σύγκρουση ενός απελπισμένου περιθωριακού και μιας νοικοκυράς γαλουχημένης με το κενό του αμερικάνικου ονείρου, μια σκληρή και τρυφερή ιστορία πλημμυρισμένη στις μουσικές και τα τραγούδια των Doors. Τους δύο ρόλους ερμηνεύουν ο σκηνοθέτης της παράστασης Αντώνης Αλεξίου και η Σόνια Κωτίδου.
  • «Φαίδρας τόπος» στη Θεσσαλονίκη
Μια σκηνική σύνθεση βασισμένη στους αποσπασματικούς Κρήτες του Ευριπίδη, αλλά και σε κείμενα του Γιώργου Χειμωνά και του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, υπό τον τίτλο Φαίδρας τόπος, δομημένη σε τέσσερις ομόκεντρους δακτύλιους που εν είδει λαβυρίνθου φιλοξενούν τις διαδρομές της καταγωγής της Φαίδρας, παρουσιάζει από σήμερα η Ομάδα Θεάτρου Ars Moriendi της Θεσσαλονίκης, στο ομώνυμο Studio (Δ. Κουφίτσα 18). Η σκηνοθεσία είναι της Πηνελόπης Χατζηδημητρίου και ερμηνεύουν οι Ειρήνη Καλογηρά και ο Θάνος Νίκας.
  • «Αμερική» στο Σοφούλη
Το επιτυχημένο έργο της Χρύσας Σπηλιώτη Ποιος ανακάλυψε την Αμερική, τριάντα σκηνές όπου δύο γυναίκες αφηγούνται με πάθος και χιούμορ την ιστορία της ζωής τους, παρουσιάζεται από την Κυριακή στο θέατρο Σοφούλη της Καλαμαριάς, στη Θεσσαλονίκη, σε σκηνοθεσία Παύλου Δανελάτου, με τη συμμετοχή των Παυλίνας Χαρέλα και Νάντιας Δαλκυριάδου, στο πλαίσιο του εορτασμού των δέκα χρόνων παρουσίας του θεάτρου στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης.

Μέχρι την Κυριακή των Βαΐων "Το σπίτι"

 

Συνεχίζεται, μέχρι την Κυριακή των Βαΐων, η παράσταση του Γιώργου Μιχαηλίδη Το σπίτι, στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης. Πρόκειται για μια κοινωνική ψυχολογική τραγωδία, γραμμένη από τον Κύπριο ποιητή και πανεπιστημιακό Μιχάλη Πιερή, ένα ποιητικό δοκίμιο πάνω στη σχέση παλαιού και νέου, όπου ο ήρωας του έργου, συγγραφέας, αντιστέκεται σε μια μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία που του ζητάει το πατρικό του σπίτι, το οποίο, σαν βιωμένος χώρος, συμπυκνώνει όλες τις μνήμες της ζωής του, παρά την αντίθετη γνώμη της νεαρής γυναίκας του, που διεκδικεί την έξοδό της από το σπίτι του και τη ζωή του...
Στην παράσταση που σκηνοθετεί ο Γιώργος Μιχαηλίδης παίρνουν μέρος οι ηθοποιοί Θόδωρος Κατσαφάδος, Ντίνα Μιχαηλίδη, Δημήτρης Καραμπέτσης, καθώς επίσης και οι Ε. Κατσάλη, Ε. Σταματέλλου, Α. Κολιοφώτη, Ν. Αναστασόπουλος, Μ. Καρακίτσου, Ξ. Γεωργίου.

Ένα σχόλιο για τον Φ. Ντίρενματ

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 03/04/2011
  • Στην πρώτη του παρουσίαση στην Ελλάδα πριν από μισό αιώνα, με τον Μινωτή και την Παξινού στο Εθνικό μας Θέατρο, το διάσημο έργο του Ελβετού Φρ. Ντίρενματ "Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας", δημιούργησε ένα μικρό σκάνδαλο. Θεωρήθηκε ως "ένα έργο ωμό και κυνικό", "αδικαιολόγητης σκληρότητας", "που δεν περιέχει διόλου ηθικά διδάγματα", "με προβλέψιμο, προδιαγεγραμμένο τέλος" "ξένο προς τον πολιτισμό μας", "προσβλητικό για την ανθρώπινη φύση" και άλλα τέτοια. Εκείνο που ενοχλούσε, υποθέτω ήταν η ξεκάθαρη δομή της εκδίκησης που χαρακτηρίζει το έργο: μια προδομένη κι εγκαταλελειμμένη γυναίκα επιστρέφει ως ερινύα μετά σαράντα χρόνια στον τόπο της για να καταστρέψει τον άπιστο εραστή της. Πετυχαίνει τον σκοπό της εξαγοράζοντας με το "βρόμικο" χρήμα που διαθέτει άφθονο πλέον, όλες τις συνειδήσεις, πληρώνει ένα δισεκατομμύριο δολάρια στους συμπατριώτες του για να τον σκοτώσουν και φεύγει στο φινάλε για τη βίλα της στο Κάπρι, με το πτώμα του δολοφονημένου πρώην εραστή της μέσα σε ένα σφραγισμένο φέρετρο. Εδώ τελειώνει το έργο του Ντίρενματ, χωρίς άλλα σχόλια του συγγραφέα. Σαν μια απλή καταγραφή γεγονότων που θα μπορούσαν να είχαν συμβεί. Εξήντα χρόνια μετά, μια σημαντική Ελληνίδα συγγραφέας, η Λεία Βιτάλη, έρχεται να συνεχίσει την ιστορία από εκεί όπου την είχε αφήσει το Ντίρενματ, στο έργο της: "Ο ένατος γάμος".
 "Ο ένατος γάμος" της Λείας Βιτάλη στο "Θεμέλιο"
  • Πρόκειται για μια γόνιμη συνάντηση της "θερμής" Ελληνίδας συγγραφέως με τον κάπως "ψυχρό" Ελβετό, που μας δίνει ένα εντελώς καινούργιο, πρωτότυπο, ενδιαφέρον έργο πλουτίζοντας έτσι τη νεοελληνική δραματουργία.
  • Η Βιτάλη "βλέπει" στην ηρωίδα του Ντίρενματ Κλαίρη Τσαχανασιάν, ολόκληρη τη δομή του μεταλλαγμένου καπιταλιστικού συστήματος και ιδιαίτερα του νέου τρόπου με τον οποίο η εξουσία επιβάλλει σήμερα τη θέλησή της. Βλέπει την προέλευση του "μαύρου χρήματος" που προκάλεσε την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου και την κρίση, στο δουλεμπόριο στις ουσίες και στα παράνομα όπλα. "Με όλα όσα συμβαίνουν σήμερα, με τους γιάπις που ανέβηκαν ξαφνικά όλες τις κοινωνικές βαθμίδες, πλουτίζοντας από τις κρυφές και φανερές ευκαιρίες του συστήματος, με τα "γκόλντεν μπόις" που παγίδευσαν και τους πιο υποψιασμένους στα γρανάζια των τραπεζικών "μολυσμένων" προϊόντων. Ένα πρόσωπο - πολλά πρόσωπα που έχουν στα χέρια τους την ύψιστη δύναμη, κατέχοντας τράπεζες και πετρέλαια, ανεβοκατεβάζοντας κυβερνήσεις και διαλύοντας κάθε κοινωνική δομή, μετατρέποντας σε φτωχούς όσους δεν ανήκουν στα δικά της τραστ".
  • Με την απληστία και με τη διαφθορά κυρίαρχες, καθώς έχει πλέον ανατραπεί ριζικά και το ίδιο το παλιό, δοκιμασμένο, βουλητικό εργαλείο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε μέχρι σήμερα ο "αμαρτωλός" αλλά ωστόσο οικείος πολιτισμός μας "της επιθυμίας". Για να υποκατασταθεί βαθμιαία από το "άλλο" του το είδωλό του, όπου η (κορεσμένη) επιθυμία δεν προάγει πια με τρόπο φυσικό την ανάγκη. Όπου γίνεται αντίθετα μόνιμος προαγωγός της (νέας) επιθυμίας η ακόρεστη ανάγκη. Ουσιώδης μεταβολή στο ανθρώπινο θυμικό και ταυτόχρονη εμφάνιση του ανελεύθερου "πολιτισμού της ανάγκης", με τη διαφήμιση κυρίαρχη με το φάντασμα της ασύδοτης αγοράς να πλανάται πάνω από την Ευρώπη και με το άνοιγμα σε πρώτη φάση μιας τεράστιας γενικής δημόσιας, παραπλανητικής πίστωσης - παγίδας: με δόλωμα, όχι πλέον το απαγορευμένο επιθυμητικό: αμάρτησε ελεύθερα... αλλά το εντεταλμένο, εξαναγκαστικό: αγόρασε ελεύθερα... Πληρώνουν αύριο τα παιδιά σου!
  • Αυτή είναι η "Γηραιά κυρία" Κλαίρη Τσαχανασιάν, το σύγχρονο πρώην τέρας, η άλλοτε Ευρώπη που καταλήγει να φοβάται και να τρέμει, φάντασμα του εαυτού της, σαν ένα τρομαγμένο κοριτσάκι την ίδια τη σκιά της. Όπως καθαρότατα την είδε και την περιέγραψε η Λεία Βιτάλη με πολιτικοποιημένη σκέψη στο πιο πάνω έργο της, που συνεχίζει και ολοκληρώνει λειτουργικά την ιστορία του Ντίρενματ.
  • Η παράσταση του έργου δίνεται στο φιλόξενο, κομψό θεατράκι του ιστορικού "Θεμέλιου" που ξανάνοιξε την πόρτα του σε καινούργιο στέκι, στην οδό Λένορμαν 82, στον Κολωνό. Σε πολύ προσεγμένη, αρμόδια σκηνοθεσία της συγγραφέως, που ξέρει καλά το έργο της και πιάνει σωστά στους "αρμούς" του. Σε καλλιτεχνική διεύθυνση του Νικόλα - Αύγουστου Γκέσκερ, με ωραίους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου και άρτια βίντεο της Δέσποινας Μεϊμάρογλου, και με μια πολύ καλή πρωταγωνίστρια. Η ικανή Μαίρη Νάνου ως "Κλαίρη Τσαχανασιάν" δίνει τον σφυγμό και όλες τις αποχρώσεις του "τέρατος", διατηρώντας την ίδια στιγμή το ανθρώπινο "προφίλ" του. Δίπλα της ως "άνδρας" ο Δημήτρης Μπέλλης, έχει παρουσία. Μια παράσταση αξιόλογη, ενός έργου επίκαιρου που πρέπει να προσεχθεί.

Το θεατρικό θαύμα του Ιάκωβου Καμπανέλλη

  • Της Κατερίνας Διακουμοπούλου*
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης (1922-2011) υπήρξε ο κορυφαίος Έλληνας μεταπολεμικός θεατρικός συγγραφέας. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το 1943, σε ηλικία είκοσι ετών, αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς και παρέμεινε κρατούμενος στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν της Αυστρίας, απ’ όπου επέστρεψε στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1945 και ανακάλυψε τη θεατρική μαγεία μέσα από τις παραστάσεις του Κ. Κουν στο Θέατρο Τέχνης. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, για βιοποριστικούς λόγους αναγκάστηκε να εργαστεί ως γραφέας στο υπουργείο Αεροπορίας.
Το 1950 παραστάθηκε έργο του για πρώτη φορά, ο Χορός πάνω στα στάχυα, στο θέατρο Διονύσια της Καλλιθέας, από τον θίασο του Αδαμάντιου Λεμού. Η αναγνώριση όμως ήρθε το 1957, με την Αυλή των θαυμάτων, στο Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν, σκηνικά του Γιάννη Τσαρούχη και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Οι εγκυρότεροι θεατρικοί κριτικοί -ανάμεσά τους και ο Άγγελος Τερζάκης- επεσήμαναν την αξία του νεαρού συγγραφέα και σύντομα έγινε αντιληπτό ότι η παράσταση αυτή αποτέλεσε σταθμό για το νεοελληνικό θέατρο. Η Αυλή των θαυμάτων δεν υπήρξε μόνο το έναυσμα για την ανανέωση της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας αλλά ήταν και η ιδανική επιλογή ώστε να πραγματοποιηθεί το θεατρικό όραμα του Κουν. Η ταύτιση απόψεων και η αλληλεπίδραση των δύο ανδρών ήταν συνεχής, εποικοδομητική και πολύτιμη παρακαταθήκη για το νεοελληνικό θέατρο.
Συχνά ο Καμπανέλλης πραγματεύτηκε βιώματα της προσωπικής του πορείας, γι’ αυτό άλλωστε θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα έργα του διατρέχουν ανάγλυφα τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και κοινωνία. Παρατήρησε με σεβασμό τις λαϊκές τάξεις και τον βιοτικό χώρο τους, δηλαδή τις λαϊκές συνοικίες λίγο πριν την παραμόρφωσή τους (δεν είναι τυχαίο ότι είχε σπουδάσει αρχιτεκτονικό σχέδιο στη Σιβιτανίδειο Σχολή). Τρέφοντας, λοιπόν, βαθιά εκτίμηση στους λαϊκούς ανθρώπους, ανέδειξε όψεις των Νεοελλήνων, ακόμα και τις πιο ποταπές εκφάνσεις τους, όχι όμως με διάθεση κριτική, αντιθέτως, δίνοντας πάντα ελαφρυντικά, θέλοντας συμπονετικά να δικαιολογήσει και όχι να καταδικάσει.
Είναι ο δημιουργός του «θεάτρου της καθημερινής ζωής», αυτοδίδακτος, με εμπειρικό φορτίο από τη γενέτειρά του, τη Νάξο, και τις φτωχογειτονιές της Αθήνας, που κατάφερε να διοχετεύσει στα θεατρικά του έργα αναλλοίωτο τον πλούτο του προφορικού λαϊκού λόγου, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη, προσωπική γλωσσική φόρμα, διαμετρικά αντίθετη από την επίπλαστη ηθογραφία, αναδεικνύοντας έναν αυθεντικό πολιτισμό. Μία γλώσσα λαϊκή και ταυτόχρονα ποιητική, διφορούμενη και υπαινικτική.
Προσπαθώντας να σκιαγραφήσει και να ερμηνεύσει τη νοοτροπία του Έλληνα της μεταπολεμικής περιόδου, σημείωνε ο ίδιος: «Η Αυλή των θαυμάτων βασίζεται στην έλλειψη σταθερότητας και σιγουριάς που χαρακτηρίζει τη ζωή του Έλληνα. Η αστάθεια αυτή, τόσο γνώριμη σε όλους μας, αρχίζει από το αλλοπρόσαλλο κλίμα μας, την στρατηγική γεωγραφική μας θέση, τη φτώχεια του τόπου μας, και τελειώνει στην ιδιωτική μας οικονομία.
Όλα στην Ελλάδα ανεβοκατεβαίνουν πολύ εύκολα, κυλούν, φεύγουν, κι η συνηθισμένη λαχτάρα του Ρωμιού είναι να στεριώσει κάπου, να σιγουρέψει κάτι. Η λαϊκή τάξη εκφράζει πάντα με πιότερη γνησιότητα τα χαρακτηριστικά της ζωής, γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο που τοποθέτησα το έργο στο χώρο της» (Ιάκωβος Καμπανέλλης, από το πρόγραμμα της παράστασης της Αυλής των θαυμάτων από το Θέατρο Τέχνης το 1957). Η εργογραφία του, οι λαϊκές τραγωδίες του νεοελληνικού θεάτρου, αποτέλεσαν και αποτελούν πρότυπο για όλους τους μετέπειτα θεατρικούς συγγραφείς.
Η συμβολή του ωστόσο στον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό υπήρξε σημαντική και στον κινηματογράφο, τη μουσική και τη λογοτεχνία. Ως σεναριογράφος συνεργάστηκε με τον Κακογιάννη (Στέλλα) τον Κούνδουρο (Δράκος και Ποτάμι), τον Γρηγορίου (Αρπαγή της Περσεφόνης) κ.ά. Το 1968 μάλιστα ο ίδιος σκηνοθέτησε το σενάριό του το Κανόνι και τ’ αηδόνι. Ως στιχουργός συνεργάστηκε με τους σπουδαιότερους συνθέτες: τον Χατζιδάκι (Παραμύθι χωρίς όνομα), τον Θεοδωράκη (Μαουτχάουζεν), τον Ξαρχάκο (Το μεγάλο μας τσίρκο), τον Μαμαγκάκη (Ο κύκλος με την κιμωλία). Τέλος, το 1963 έγραψε το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα Μαουτχάουζεν.

* Η Κ. Διακουμοπούλου είναι θεατρολόγος
  • Θεατρική εργογραφία
Χορός πάνω στα στάχυα (Θίασος Αδ. Λεμού, 1950)
Έβδομη μέρα της δημιουργίας (Εθνικό Θέατρο, Β' Σκηνή, 1955-56)
Αυτός και το παντελόνι του και Κρυφή ζωή (μονόπρακτα) (Βασ. Διαμαντόπουλος, 1957)
Η αυλή των θαυμάτων (Θέατρο Τέχνης, 1957-58)
Η ηλικία της νύχτας (Θέατρο Τέχνης, 1958-59)
Ο Γορίλας και η Ορτανσία (Θίασος Ε. Βεργή, 1959)
Παραμύθι χωρίς όνομα (Νέο Θέατρο Βασ. Διαμαντόπουλου - Μαρ. Αλκαίου 1959-60)
Γειτονιά των αγγέλων (Θίασος Καρέζη, 1963-64)
Βίβα Ασπασία (Θίασος Καρέζη, 1966-67)
Οδυσσέα γύρισε σπίτι (Θέατρο Τέχνης, 1966-67)
Αποικία των τιμωρημένων (Πειραματικό Θέατρο Ριάλδη, 1970-71)
Ασπασία (Θίασος Καρέζη - Καζάκου, 1971-72)
Το μεγάλο μας τσίρκο (Θίασος Καρέζη - Καζάκου, 1972-73)
Το κουκί και το ρεβύθι (Θίασος Καρέζη - Καζάκου, 1974)
Ο εχθρός λαός (Θίασος Καρέζη - Καζάκου, 1975)
Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα (Θέατρο Τέχνης, 1976-77)
Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού (Θέατρο Τέχνης, 1978-79)
Ο μπαμπάς ο πόλεμος (Θέατρο Τέχνης, 1981)
Ο αόρατος θίασος (Εθνικό Θέατρο, 1988)
Ο δρόμος περνά από μέσα (1992)
  • Η ΑΥΓΗ: 03/04/2011

Γιάγκος Ανδρεάδης: «Είναι ανάγκη να μιλάμε με ακρίβεια και σαφήνεια»


Μια συζήτηση με τους Γιάγκο Ανδρεάδη, Δήμο Αβδελιώτη, Κίμωνα Ρηγόπουλο
  • Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη, Η ΑΥΓΗ: 03/04/2011
Πανώ ή καρδούλες; Όσο κι αν ο τίτλος παραπέμπει στο δεύτερο, το «πολιτικό μιούζικαλ» του Γιάγκου Ανδρεάδη «I Love Μνημόνιο», που παρουσιάζεται στο Στούντιο Λήδρα, στην Πλάκα, στον φιλόξενο χώρο του Κέντρου Κλασικού Δράματος και Θεάματος του Παντείου, αποτελεί μια θεατρική αντιμνημονιακή παρέμβαση. Ο εμπνευστής της μάλιστα δεν κρύβει την επιθυμία του με το όπλο της σάτιρας να οπλίσει το χέρι και άλλων ανθρώπων, όχι μονάχα στον χώρο του θεάτρου. Με την ευκαιρία της παράστασης, συνομιλήσαμε με τον καθηγητή Γιάγκο Ανδρεάδη και τους εδώ και χρόνια συνοδοιπόρους του, τον σκηνοθέτη Δήμο Αβδελιώδη και τον ηθοποιό Κίμωνα Ρηγόπουλο.
* «I Love Μνημόνιο»: Κωμωδία ή δράμα, κ. Ανδρεάδη;
Το I Love Μνημόνιο είναι ένα σπονδυλωτό πολιτικό μιούζικαλ και ανταποκρίνεται στην ανάγκη για ένα θέαμα που να παίζεται είτε ολόκληρο είτε αυτόνομα, ώστε να μπορεί να παρουσιαστεί και εκτός θεατρικού χώρου. Αποτελείται από τρία επεισόδια: Το πρώτο είναι μία «σύνοψη» του Έλεγχου του Διεθνούς Ταμείου του Γ. Ησαΐα, χωρίς όμως να παίρνει ούτε λέξη από αυτό. Μια καταχρεωμένη οικογένεια που δέχεται οικονομική βοήθεια με αντίτιμο τον εξευτελισμό της. Το δεύτερο παρουσιάζει τον πρωθυπουργό μας ως το «παιδί με το ποδήλατο», όπου ο ιδανικός Έλληνας (που όμως αποδεικνύεται Αλβανός) του χαρίζει τον μισθό του και παίρνει ένα μεγάλο βραβείο που του το κλέβουν και το δίνουν στον πρωθυπουργό. Το τρίτο επεισόδιο βασίζεται σε μια ιδέα που δουλέψαμε με την Κάτια Γέρου: η επιστροφή των Ελγινείων. Οι Καρυάτιδες φεύγουν ως πακέτα στο Λονδίνο (γιατί εκεί επιστρέφουν) και μετά από κάποιο καιρό αποφασίζουν πως πρέπει να σταδιοδρομήσουν στο Λονδίνο, μάλλον στο Σόχο... Και τελειώνει με το κείμενο του Σεφέρη, που περιγράφει ένα όνειρό του, ότι οι κολώνες του Παρθενώνα είχαν γίνει σωληνάρια οδοντόκρεμας...
* Μπορούμε, άραγε, να γελάμε με όσα συμβαίνουν σήμερα γύρω μας;
Το I Love Μνημόνιο είναι κωμωδία. Μαύρη, αλλά κωμωδία. Νομίζω ότι ο δάσκαλος σε αυτό είναι ο Μπρεχτ. Ακόμα και στην Άνοδο του Αρτούρο Ούι γελάμε κάποιες φορές, μόνο που είναι ένα γέλιο ανατριχιαστικό. Θεωρώ το «πολιτικό καμπαρέ» πολύ οξύ όπλο, που λειτουργεί ακόμα και σε πολιτικές συγκεντρώσεις. Ακόμη και το όνειρο του Σεφέρη, σε πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσε να είναι χιουμοριστικό. Αλλά δεν είναι καθόλου: η οδοντόπαστα είναι φτιαγμένη από τους λιωμένους κίονες του Παρθενώνα... Το θέμα είναι να μπορείς να γίνεις καίριος, γιατί υπάρχει και εκείνο το χιούμορ που προσέχει να μη φτάσει στο κόκαλο, γεμάτη είναι η τηλεόραση από αυτό... Η εξουσία καταλαβαίνει πολύ καλά πού, πίσω από τη σάτιρα, υπάρχει ένα χάιδεμα που δίνει το μήνυμα «μην ακούς τώρα τι λέω...» και πού δεν υπάρχει... Πολλές φορές ακούμε παράπονα: «γιατί δεν βγαίνετε εσείς οι διανοούμενοι να μιλήσετε;» Όποιος είναι κοντά στα ΜΜΕ ξέρει ότι αυτό είναι μπούρδα. Γιατί ο διανοούμενος, για να μιλήσει, πρέπει, εν πολλοίς να έχει την άδεια των θυροφυλάκων των media. Από αυτή την άποψη, είμαι της γνώμης ότι όποιος μπορεί να μιλάει καθαρά δεν πρέπει να σκέφτεται αν θα τον δουν 50 ή 500 θεατές. Σήμερα έχουμε απόλυτη ανάγκη, όχι μονάχα η αριστερά αλλά η κοινωνία γενικότερα, από ανθρώπινα δίκτυα όπου να μπορούμε να μιλάμε με ακρίβεια και σαφήνεια. Να μπορούμε να επικοινωνούμε με κάποιο αξιολογικό κριτήριο, όχι με συνθήματα μόνο, με βάση το οποίο και να κρινόμαστε. Και αυτό είναι κάτι που λείπει πολύ...
  • Πολιτική και αισθητική
* Η σημερινή κατάσταση στον χώρο του θεάτρου, με τις δεκάδες νέες ομάδες, επιτρέπει αισιοδοξία για κάτι καινούργιο;
Πρώτον, κάποιες δουλειές, σαν κι αυτές, έχουν ως όρο την αυταπάρνηση, δεν γίνονται αλλιώς. Αυτό είναι ένα αισιόδοξο στοιχείο. Δεύτερον, είμαι βέβαιος ότι αυτή τη στιγμή που μιλάμε γίνονται αρκετές πολύ ενδιαφέρουσες προσπάθειες νέων (αλλά και νέων στην ψυχή) ανθρώπων. Δεν σας κρύβω, επειδή δεν έχω εγκαταλείψει το αριστερό όραμα του «εμείς», θα ήθελα πολύ να τις δω να συμπλέουν και να βρίσκονται σε κάτι που θα είναι πολιτική και πολιτιστική πράξη μαζί. Και αυτό δεν είναι καθόλου αδύνατον...

Δήμος Αβδελιώδης: Σε μια περίοδο κρίσης το κυρίαρχο στοιχείο είναι ότι ο άνθρωπος αποκτά κρίση: κρίνει δηλαδή τα πράγματα, χωρίζει την ήρα από το στάρι. Βέβαια, μπορεί να θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, όμως χρειαζόμαστε τα κατάλληλα εργαλεία. Η τέχνη έχει πλαίσια μέσα στα οποία κινείται, τη δραματουργία, και πείθει μέσα από το αισθητικό γεγονός. Έχει ένα όπλο μόνο, τη συν-κίνηση: μου αποκαλύπτει κάτι στο οποίο συμμετέχω ενεργά, σωματικά και πνευματικά. Αν με την τέχνη βάζει κανείς πολιτικούς στόχους αλλά δεν έχει αισθητικό αποτέλεσμα, χάνει και τον στόχο και το αποτέλεσμα, ενώ αν έχει μόνο αισθητικό αποτέλεσμα αυτό εμπεριέχει την πολιτική. Γιατί πολιτικό είναι να μπορείς να αρθρώσεις ένα λόγο δομημένο με κανόνες, υποδειγματικό ως προς την αρχιτεκτονική, τις αρμονίες και τις ιδέες που περιέχει. Είναι πολιτική πράξη γιατί προκαλεί τη μίμηση και τον παραδειγματισμό...

Κίμων Ρηγόπουλος: Σήμερα νομίζω ότι πολλοί προσανατολίζονται σε αυτήν την κατεύθυνση, ο αισθητικός στόχος μιας καλλιτεχνικής ομάδας να εμπεριέχει το πολιτικό αίτημα. Να μην διαλύεται πολιτικολογώντας αλλά πραγματικά να δώσει μια διάσταση ευρεία στον στόχο της. Να διαχυθεί σε ένα πολιτικό αίτημα. Νομίζω ότι η ανάγκη αυτή έχει γίνει συνείδηση σε πολλούς ανθρώπους σήμερα.
  • Κίμων Ρηγόπουλος: «Φώναξε είμαι ζωντανός»
Σκηνοθετήσαμε και παίξαμε με τον Γιώργο Μωρόγιαννη το έργο του Γ. Ανδρεάδη Φώναξε είμαι ζωντανός. Έχει τη φόρμα μιας συνέντευξης ενός «περίεργου» δημοσιογράφου, που πηγαίνει με προσωπικά κίνητρα να πάρει συνέντευξη από έναν πρώην φασίστα, που εξελίσσεται σε προσωπική μονομαχία γιατί, όπως αποδεικνύεται στην πορεία, το ενδιαφέρον του δημοσιογράφου δεν ήταν επαγγελματικό αλλά προσωπικό. Οι παραστάσεις στον «Εύμαρο» πήγαν εξαιρετικά καλά, έγινε γνωστό από στόμα σε στόμα και οι θεατές έγιναν ουσιαστικά χορηγοί της παράστασης. Βλέπετε, οι άνθρωποι βρίσκονται «εν τοις πράγμασι», κι αυτό μας χαροποίησε πάρα πολύ. Στη συνέχεια θα πάμε στην Πάτρα για δύο παραστάσεις (11-12/4) στο θέατρο Λιθογραφείο και μετά... βλέπουμε.
  • Δήμος Αβδελιώδης:  «Ιχνευτές»
Οι Ιχνευτές, το σατιρικό δράμα του Σοφοκλή στη διασκευή του Γ. Ανδρεάδη, κάνουν μια διαδρομή ήδη εδώ κι έναν χρόνο. Αυτό που μας έκανε να συνεχίσουμε, μολονότι είναι μια παράσταση με δεκαπέντε ηθοποιούς και άλλους πέντε καλλιτεχνικούς συντελεστές, ήταν ότι το κοινό την αγκάλιασε, κάτι που μας έδωσε τεράστια δύναμη. Έτσι είμαστε πολύ αισιόδοξοι από τα μηνύματα που έχουμε πάρει, για την πορεία της το καλοκαίρι. Γιατί έχει μεγάλη σημασία να την δει κανείς σε εξωτερικό χώρο. Είναι αρχαίο δράμα, δεν μπορεί να παιχτεί σαν θέατρο δωματίου. Θα ήταν σαν να παίρνεις ένα έργο που είναι κουρδισμένο σε μία κλίμακα και να το κατεβάζεις μια οκτάβα... Έτσι πνίγεται. Τα έργα αυτά είναι «κουρδισμένα» σε υψηλή τονικότητα και υψηλή απεύθυνση.

Ο πατριάρχης της απλότητας

  • Επτά, Κυριακή 3 Απριλίου 2011 ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ 
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης δεν φοβόταν τον θάνατο. Κόντευε τα 80 όταν το δήλωνε, αλλά δεν μπορούσες παρά να τον καμαρώσεις, βλέποντάς τον δημιουργικό και ακμαίο, ν' ανυπομονεί να δει την «Κωμωδία» του επί σκηνής.   Ηταν το καλοκαίρι του 2002, τότε που ο Γιώργος Μιχαηλίδης ετοιμαζόταν να παρουσιάσει στο Ηρώδειο αυτήν την ξεκαρδιστική του σάτιρα, που εκτυλίσσεται στον Αδη, κι όπου οι νεκροί πολιτεύονται, χρηματίζονται, διασκεδάζουν και καταλώνουν αφειδώς, όπως και στην προηγούμενη ζωή. «Ειλικρινά δεν τον φοβάμαι» μας διαβεβαίωνε: «Ισως επειδή έζησα καθημερινά μαζί του, κρατούμενος στο Μαουτχάουζεν. Εκεί που βρισκόμουν, οι πιθανότητες να βγεις ζωντανός ήταν μία στις εννιά... Αυτή η εμπειρία μού άφησε μια αίσθηση ματαιότητας που ουδέποτε μ' εγκατέλειψε, αναξάρτητα από τις φιλοδοξίες μου. Αν φοβάμαι κάτι, είναι ο κακός θάνατος, αυτός που σε διασύρει...»
Γεννημένος στη Νάξο τον Δεκέμβριο του 1922, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έμελλε να περάσει τους τελευταίους μήνες της ζωής του στο «Μητέρα», ταλαιπωρούμενος από νεφρική ανεπάρκεια. Εκεί ξεψύχησε την περασμένη Τρίτη, αφήνοντας ένα κενό που δύσκολα θα συμπληρωθεί. Γόνος πολυμελούς οικογένειας που για οικονομικούς λόγους μετεγκαστάθηκε το 1935 στη Νίκαια, ο «πατριάρχης του νεοελληνικού θεάτρου» αναγκάστηκε από μικρός να εργάζεται την ημέρα και να σπουδάζει τα βράδια σε τεχνική σχολή. Τη δίψα του για μόρφωση την κάλυπτε νοικιάζοντας μεταχειρισμένα βιβλία από τα παλαιοβιβλιοπωλεία... Οταν όμως εξελέγη παμψηφεί μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, είχε να το παινεύεται:
«Μπορεί να μην έχω απολυτήριο γυμνασίου, αλλά ήμουν πιο διαβασμένος από πολλούς πτυχιούχους της εποχής μου. Θα 'θελα βέβαια να γνωρίζω αρχαία ελληνικά ή να έχω μια προπαίδεια στα φιλοσοφικά ζητήματα. Εκεί οι σπουδές σε πάνε ακόμα πιο βαθιά. Η ζωή ωστόσο ενός θεατρανθρώπου συνδέεται αναγκαστικά με τους χιλιάδες χαρακτήρες του παγκόσμιου δραματολογίου. Εγώ έζησα και με αυτόν τον κόσμο, αντλώντας άπειρα διδάγματα. Και μέσα απ' αυτό το υπερπανεπιστήμιο, το υπερταμείο βιωμάτων, καθοδηγήθηκα στο να ερμηνεύσω φαινόμενα και κοινωνικά και υπαρξιακά».
Ο Καμπανέλλης σαγηνεύτηκε από το θέατρο, αφού είχε ήδη βιώσει την εμπειρία του εγκλεισμού στο ναζιστικό στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν, «ανταμοιβή» για την αντιστασιακή του δράση επί Κατοχής, η οποία αποτυπώθηκε στο ομώνυμο βιβλίο του και μπήκε στα χείλη όλων μας χάρη στους μελοποιημένους στίχους του από τον Μίκη Θεοδωράκη. Ηταν χάρη στις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Κουν, τον χειμώνα του '45, που ανακάλυψε τον εαυτό του και τον προορισμό του σ' αυτή τη ζωή. Τι αναζητούσε όμως, κυρίως, όταν ξεκινούσε να γράφει θέατρο ο ίδιος; Εναν τρόπο έκφρασης ή ένα μέσο βιοπορισμού;
«Ημουν και παραμένω ερασιτέχνης», επέμενε σ' εκείνη τη συνάντησή μας. «Θεωρώ μάλιστα προσβλητικό να με αποκαλούν επαγγελματία. Ποτέ δεν σκέφτηκα αν το έργο θα φέρει κόσμο. Φυσικά, ήθελα να το δουν πολλοί, επειδή και η επιχείριση - δεν δίνονταν τότε κρατικές επιχορηγήσεις - έπρεπε να συντηρηθεί. Εγραφα όμως και επιφυλλίδες, εργάστηκα ως κειμενογράφος σε διαφημιστικές εταιρείες, είχα και κάποια ποσοστά από τραγούδια, ζούσαμε. Ξεκινώντας δύο στόχους είχα: το Τέχνης και το Εθνικό. Καθώς το πρώτο παρέμεινε κλειστό μεταξύ '49 και '54, υπέβαλλα τα έργα μου στο δεύτερο. Ε, απορρίπτονταν το ένα μετά το άλλο! Δεν σταμάτησα την προσπάθεια μέχρι να το εκπορθήσω, αλλά πάντοτε με τους δικούς μου όρους. Κι έγραφα πάντα για να εκφραστώ».
Το Εθνικό άνοιξε τελικά τις πόρτες του το '55, με την «Εβδομη μέρα της δημιουργίας», ενώ δύο χρόνια αργότερα ο Κάρολος Κουν σκηνοθετούσε στο υπόγειο του Τέχνης την «Αυλή των θαυμάτων», από τα πιο σημαντικά έργα της σύγχρονης δραματουργίας μας. «Αμέσως μετά, δεν είχα ανάλογες επιτυχίες» παραδεχόταν: «Πολλοί μάλιστα αναρωτιώνταν γιατί δεν συνέχιζα έτσι, αφού είχα βρει έναν τρόπο γραφής και μια συγκεκριμένη θεματολογία. Η ιδέα όμως της "Αυλής..." και τα προβλήματα των ηρώων της με είχαν ερεθίσει τον καιρό που έμενα δίπλα σε μια αυλή και η κοινωνική μου κατάσταση ήταν παρεμφερής με τη δικιά τους. Οταν αργότερα ήμουν φίρμα, όταν μ' έβλεπε για παράδειγμα ο γιατρός στην ουρά και μ' έβαζε πρώτον μέσα, δεν ήμουν ο ίδιος. Θα ήταν συγγραφική φτωχοκαπηλεία να πουλάω θεατρικά τον πόνο των άλλων για να βγάλω περισσότερα χρήματα και να γίνω ακόμα μεγαλύτερη φίρμα».
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης σφράγισε τη νεοελληνική δραματουργία με το έργα του -«Παραμύθι χωρίς όνομα», «Γειτονιά των αγγέλων», «Το μεγάλο μας τσίρκο», «Βίβα Ασπασία», «Οδυσσέα γύρισε σπίτι», «Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα», «Ο μπαμπάς ο πόλεμος», «Ο δρόμος περνά από μέσα» ... - ενώ δικά του ήταν και τα σενάρια του «Δράκου» του Κούνδουρου, της «Στέλλας» του Κακογιάννη, του «Κορίτσια τον ήλιο» του Γεωργιάδη. Αποχώρησε πλήρης ημερών, έχοντας ευτυχήσει να τιμηθεί εν ζωή από την πολιτεία και από τους ακαδημαϊκούς της θεσμούς. Κι έχοντας διασχίσει όλον σχεδόν τον 20ό αιώνα, ήταν πεπεισμένος πως δεν ήταν οι πολιτικές ηγεσίες που κυβερνούσαν αλλά το «κεφάλαιο»: «Το ίδιο συμβαίνει και τώρα», έλεγε μέχρι πρόσφατα: «Οι λαοί δεν ελέγχουν τους κυβερνήτες τους».

Θέατρο ανά την Ελλάδα

  • Επτά, Κυριακή 3 Απριλίου 2011 ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ
Η ΩΡΑ άλλαξε, το καλοκαίρι αχνοφαίνεται και μαζί του τα μικρά και μεγάλα φεστιβάλ σ' όλη την Ελλάδα. Υπό τη δαμόκλειο σπάθη της οικονομικής κρίσης, η θεατρική καλοκαιρινή παραγωγή αναμένεται συγκρατημένη.  Οι δήμοι είναι χρεωμένοι και τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα καλούνται από το ΥΠΠΟΤ να στείλουν καλλιτεχνικούς και οικονομικούς απολογισμούς της τελευταίας τριετίας γιατί ο θεσμός... επαναπροσδιορίζεται. Με στοίχημα μοιάζει αυτό το καλοκαίρι για όσους επενδύουν στην τέχνη και την ψυχαγωγία. Κι αυτό γιατί απευθύνονται σ' ένα κοινό με περικεκομμένους μισθούς, εργαζόμενους που εκπαιδεύονται για να δεχτούν νέα επιδρομή οικονομικών μέτρων.
Παρ' όλ' αυτά, μέχρι το καλοκαίρι, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών θα κλείσει τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της παρουσιάζοντας ενδιαφέρουσες παραστάσεις:
* «Πόλη-κράτος» η παράσταση του θιάσου «Κανιγκούντα», παίζεται από τις 26 μέχρι τις 30 Απριλίου, από τις 2 μέχρι τις 8 Μαΐου και από τις 10 μέχρι τις 13 Μαΐου σε σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη. Επίκεντρο, όπως προδίδει ο τίτλος, η Αθήνα που η αστυφιλία μετέτρεψε μέσα σε λίγες δεκαετίες σε πόλη-κράτος.
* Ο Βέλγος Ιβο Βαν Χόβε, σκηνοθέτης με σημαντική καριέρα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, διευθυντής του «Τονίλγκρουπ» στο Αμστερνταμ, του μεγαλύτερου θεάτρου ρεπερτορίου της Ολλανδίας, σκηνοθετεί (27-30 Απριλίου) τις «Σκηνές από ένα γάμο» του Ινγκμαρ Μπέργκμαν.
* Από τις 24 μέχρι τις 26 Μαΐου ο Ντενί Πονταλιντές, πρωταγωνιστής κλασικού ρεπερτορίου στη γαλλική θεατρική σκηνή, παρουσιάζει την «Υπόθεση Τζέκιλ», παράσταση βασισμένη στο τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος του Ρ. Λ. Στίβενσον. Το σκηνικό του Ερίκ Ριφ παραπέμπει στα ομιχλώδη δρομάκια του Λονδίνου και το κοστούμι του ευυπόληπτου γιατρού, βγαλμένο από την αισθητική της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, έχει ράψει ο Κριστιάν Λακρουά.
* Από 7 έως 10 Ιουνίου σειρά έχει ο Κριστόφ Βαρλικόφσκι, μ' ένα έργο που παρουσίασε το 2009 στο «Νόβι Τεάτρ» της Βαρσοβίας του οποίου είναι και διευθυντής. Η «(Α)πολλωνία» είναι μια οπερατική σύνθεση με ογκώδες σκηνικό, υπερμεγέθεις και πολύπλοκες προβολές. Το θέμα της παράστασης είναι ένας στοχασμός πάνω στην έννοια της θυσίας, κυρίως μέσω τριών γυναικείων μορφών: της Ιφιγένειας, της Αλκηστης και της Απολόνια Μαχζίνσκα, μιας Πολωνής που σκοτώθηκε στην προσπάθειά της να σώσει 25 Πολωνοεβραίους στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
* Στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος συνεχίζονται οι Δράσεις «Μπανταρισμένοι», «Θέατρο κατ' οίκον», «Θέατρο στα καφέ», ενώ αναζητείται καλοκαιρινό ανοιχτό θέατρο στη Θεσσαλονίκη για να στεγάσει την παράσταση «Υπάρχει και φιλότιμο», του οποίου η αισθητική διαμόρφωση θα παραπέμπει στην εποχή της συγγραφής του έργου των Γιαννακόπουλου - Σακελλάριου.
Το Κλιμάκιο Μακεδονίας-Θράκης του ΚΘΒΕ βρίσκεται ήδη σε περιοδεία παρουσιάζοντας τρία σατιρικά μονόπρακτά του υπό τον γενικό τίτλο «Ιστορίες για Αρκούδες», σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλατζόπουλου. Σε μικρής διάρκειας περιοδεία, θα παιχτεί στο Νομό Θεσσαλονίκης το έργο του Γεωργίου Παπουλιά «Τα γραΐδια της Θεσσαλονίκης».
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το πρόγραμμα «Κιβωτός», ιδέα εμπνευσμένη από τη δουλειά των Ρίμινι Πρότοκολ. Το ΚΘΒΕ στην προσπάθειά του να φέρει το θέατρο κοντά στον πολίτη καλεί τους Θεσσαλονικείς μέσω του Ιντερνετ να γράψουν το δικό τους έργο: Τι θα έσωζαν στο χείλος μιας μεγάλης καταστροφής;
* Για περιοδεία-μαμούθ ετοιμάζεται ο Αιμίλιος Χειλάκης παίζοντας τον «Αμλετ» του Σέξπιρ σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά και σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη.
* Ο Θοδωρής Γκόνης αφιερώνει το Φεστιβάλ των Φιλίππων στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, στις μουσικές (Μάρθα Φριντζήλα, Διονύσης Σαββόπουλος, Νίκος Ξυδάκης) αλλά και στις θεατρικές παραστάσεις του (αναλόγια με έξι ηθοποιούς).
Οσο για τα ΔΗΠΕΘΕ, το ΥΠΠΟΤ ζητά απ' όλους τους καλλιτεχνικούς διευθυντές και προέδρους ν' αποστείλουν καλλιτεχνικό απολογισμό της τελευταίας τριετίας, καθώς κι έναν οικονομικό απολογισμό με στοιχεία που αποτυπώνουν τη σημερινή κατάστασή τους.
Στην επιστολή διαπιστώνεται ότι «τα τελευταία χρόνια ο θεσμός παρουσιάζει πτωτική πορεία, γεγονός που δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό ως προς το κατά πόσον υπό τη σημερινή τους μορφή μπορούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στην αποστολή τους».

Οι σταρ του Φεστιβάλ

  • ΤΩΝ ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ, ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ Επτά, Κυριακή 3 Απριλίου 2011 
  • Από μέρα σε μέρα πρόκειται να ανακοινωθεί το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών, ωστόσο, μερικές «θορυβώδεις» αφίξεις αλλά και κάποιες ελληνικές παραγωγές έχουν ήδη αρχίσει να κουβεντιάζονται.
Αν μη τι άλλο οι σταρ του φετινού καλοκαιριού μάς είναι ιδιαιτέρως οικείοι. Ξανά στη χώρας μας, λοιπόν, θα βρεθούν η Αριάν Μνουσκίν, ο Σαμ Μέντες που σκηνοθετεί τον Κέβιν Σπέισι, ο Ρομέο Καστελούτσι, η Σιλβί Γκιγέμ. Από την άλλη, στις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, του ΚΘΒΕ και του Απλού Θεάτρου στην Επίδαυρο συγκεντρώνεται η αφρόκρεμα του ελληνικού θεάτρου. Ας τα δούμε:
* Ο Σαμ Μέντες στο πλαίσιο του British Project σκηνοθετεί τον Κέβιν Σπέισι (καλλιτεχνικό διευθυντή του λονδρέζικου Ολντ Βικ), στον «Ριχάρδο Γ'» του Σέξπιρ, στις 29 και 30 Ιουλίου στην Επίδαυρο. Το έργο, στο οποίο ο άγγλος δραματουργός αναλύει διεξοδικά το θέμα της πολιτικής διαφθοράς, κάνει πρεμιέρα στις 18 Ιουνίου στο Λονδίνο (θα παραμείνει εκεί έως τον Σεπτέμβρη, με εξαίρεση το διήμερο που έρχονται στην Ελλάδα) αλλά τα εισιτήρια έχουν ήδη ξεπουληθεί όλα. Τον Ιανουάριο του 2012 η παραγωγή του «Ριχάρδου Γ'» θα ταξιδέψει στην Αμερική.
* Παρών στο Φεστιβάλ Αθηνών και ο Ρομέο Καστελούτσι, ο ιταλός καλλιτέχνης που πριν από δύο χρόνια μας είχε καταπλήξει με το τρίπτυχο της «Θείας Κωμωδίας». Αυτή τη φορά, όμως, ο τολμηρός δημιουργός καταπιάνεται με τον Ναθάνιελ Χόθορν (1804-1864). Πρόκειται για έναν σημαντικό αμερικανό πεζογράφο, ο οποίος ανέδειξε με τη διεισδυτική γραφή του τις σκοτεινές ανθρώπινες πλευρές. Ο Καστελούτσι θα παρουσιάσει το έργο του «The Minister's Black Veil», το οποίο πραγματεύεται θέματα όπως αυτό της αμαρτίας, της μετάνοιας, της ηθικής.
* Με την τελευταία της δουλειά «Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας» (βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν «Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν») έρχεται φέτος στο Φεστιβάλ Αθηνών η σοφή κυρία του γαλλικού θεάτρου Αριάν Μνουσκίν. Πολύ ακριβή η παραγωγή, εξαιρετικά τα σκηνικά και στη μέση ένας καλοδουλεμένος, πολυπληθής θίασος - η Μνουσκίν ετοίμαζε την παράσταση επί δέκα μήνες. Με το που ξεκινά η παράσταση μας μεταφέρει στην άνοιξη πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Επί τέσσερις ώρες οι πρωταγωνιστές θα οργώσουν τη σκηνή. Τους βλέπουμε πότε σε σπίτια, καράβια ή το θεατρικό σανίδι να περιπλανούνται και να ανασύρουν εφευρέσεις όπως ο ηλεκτρισμός, το τηλέφωνο, τον κινηματογράφο, τα αεροπλάνα, τα υποβρύχια, τον Φρόιντ και τον Μαρξ! Από την παράσταση φυσικά δεν λείπουν οι πολιτικοί υπαινιγμοί της Μνουσκίν, η οποία βρήκε μια ακόμα θεατρική ευκαιρία να μιλήσει για τους μετανάστες.
Πέρυσι η γαλλίδα σκηνοθέτρια επισκέφθηκε την Πειραιώς 260 κι ενθουσιάστηκε με τις δυνατότητές της. Ωστόσο, η παράσταση που είδαμε στο Παρίσι δεν «χωρά» στην Πειραιώς. Κουβέντα γίνεται για το Κλειστό Γυμναστήριο Φαλήρου, την Επίδαυρο ή έναν άλλο χώρο...
* Μπορεί να είναι μια από τις μεγαλύτερες εν ζωή χορεύτριες, αλλά αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα με τη Σιλβί Γκιγέμ είναι άνευ προηγουμένου. Με το που κουβεντιάζεται ότι καταφθάνει, σπάνε τα τηλέφωνα. Το ίδιο συμβαίνει ήδη στα γραφεία του Φεστιβάλ Αθηνών, μιας και τελευταία ψιθυρίζεται ότι το καλοκαίρι την περιμένουμε και πάλι στο Ηρώδειο. Μυστικό είναι, ωστόσο, το πρόγραμμα που θα παρουσιάσει. Τους επόμενους μήνες περιοδεύει με τέσσερις διαφορετικές παραστάσεις: στην Πολωνία θα χορέψει το «Push» του Ράσελ Μάλιφαντ. Στη Νέα Ζηλανδία το «Eonnagata» των Μάλιφαντ και Λεπάζ. Στην Αγία Πετρούπολη πάει για ένα κλασικό γκαλά. Και το διάστημα 10 - 16 Ιουλίου παρουσιάζει στο λονδρέζικο Sadlers Wells μια ολοκαίνουρια δουλειά. Ψηφίζουμε «Eonnagata» δαγκωτό!
  • ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ:
* «Σκηνοβάτες» είναι ο τίτλος της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου, που παρουσιάζεται στις 15 και 16 Ιουλίου σε μετάφραση-δραματουργία-σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή. Πρόκειται για σκηνική σύνθεση με ιστορικό φόντο την κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μέσα σ' αυτό το κλίμα της παρακμής, έρχονται σ' ένα αρχαίο θέατρο τρεις θίασοι από τρεις άκρες της αυτοκρατορίας και στήνουν αυτοσχέδιους δραματικούς αγώνες. Κι έτσι η ιστορία του θεάτρου ζωντανεύει επί σκηνής. Αποσπάσματα από τραγωδίες και κωμωδίες ελλήνων και ρωμαίων ποιητών, ύμνοι και χορικά, μίμοι, εντυπωσιακές αθλοπαιδιές, μονομαχίες, ακροβατικά και θεαματικές επιδείξεις με φωτιές -στοιχεία της ρωμαϊκής αρένας- συνθέτουν ένα ετερόκλητο, πολύχρωμο κολάζ. Και ποιοι δεν παίζουν σ' αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα: Νένα Μεντή (πρώτη εμφάνιση στην Επίδαυρο), Σοφία Φιλιππίδου, Δημήτρης Λιγνάδης, Νίκος Κουρής, Τάνια Τρύπη, Ελένη Κοκκίδου, Μάκης Παπαδημητρίου, Ευαγγελία Μουμούρη, Θανάσης Αλευράς, Σωκράτης Πατσίκας, Αλκηστις Πουλοπούλου, Φοίβος Ριμένας, Μαργαρίτα Λουμάκη, Αγορίτσα Οικονόμου, Γιώργος Δεπάστας κ.ά.
* Μισό αιώνα καλλιτεχνικής ζωής γιορτάζει φέτος το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος κι ετοιμάζει μια σκηνική σύνθεση με αποσπάσματα ιστορικών παραστάσεών του από τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του επί διευθύνσεως Σωκράτη Καραντινού. Μόνο που η ημερομηνία που πήρε από το Φεστιβάλ, κακή απ' ό,τι λένε για την Επίδαυρο, κάνει τον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΚΘΒΕ να γκρινιάζει: 12 και 13 Αυγούστου σημειώνεται μαζική φυγή σε θάλασσες και πανηγύρια...
* Την τελευταία φορά που είδαμε τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στην Επίδαυρο πρωταγωνιστούσε. Τώρα σκηνοθετεί και μάλιστα ένα έργο που δεν ανεβαίνει συχνά: ο «Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευριπίδη είναι η δεύτερη παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και παρουσιάζεται στις 5 και 6 Αυγούστου. Το σκηνικό είναι της Ελένης Μανωλοπούλου, η χορογραφία του Κωνσταντίνου Ρήγου, η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού. Στο θίασο Νίκος Καραθάνος, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μηνάς Χατζησάββας, Στεφανία Γουλιώτη, Θεοδώρα Τζήμου, Γιώργος Γάλλος, Θοδωρής Αθερίδης.
* Για δεύτερη φορά μετά τις «Τρωάδες» ο Αντώνης Αντύπας σκηνοθετεί στην Επίδαυρο. Τη «Μήδεια» του Ευριπίδη αυτή τη φορά, με πρωταγωνιστικό ζευγάρι την Αμαλία Μουτούση και τον Χρήστο Λούλη.
* Στην Επίδαυρο και ο Πέτρος Φιλιππίδης, σκηνοθετώντας και ερμηνεύοντας τον Τρυγαίο στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη. Τα σκηνικά-κοστούμια κάνει ο Γιάννης Μετζικώφ, τη μουσική γράφει ο Μίνος Μάτσας. Παίζουν οι Τάκης Παπαματθαίου, Γιώργος Γαλίτης, Δημήτρης Δεγαΐτης, Γιάννης Δεγαΐτης και άλλοι.
* Τέλος, κρατήστε και δύο μουσικές ειδήσεις, καθώς στο πρόγραμμα της Μικρής Επιδαύρου υπάρχουν δύο συναυλίες: μία του Νίκου Πορτοκάλογου με το ακουστικό «Remix» και μία της Μόνικα.

Η νέα δημοκρατία του θεάτρου


  • ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ 
  • Επτά, Κυριακή 3 Απριλίου 2011 
Το θέατρο, από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων μέχρι σήμερα, ήταν ένας προσφιλής τόπος εκσκαφής όσο και προβολής τεκμηρίων, καθώς και προσωπικών και, συχνά, εθνικών τραυμάτων.
Το ότι το κάνουμε θέμα συζήτησης είναι γιατί εντυπωσιάζει το γεγονός ότι σε ολοένα και περισσότερες παραστάσεις βλέπουμε μια δυναμική και οργανωμένη επιστροφή ενός «αμοντάριστου» νατουραλισμού, που σίγουρα θα ζήλευε κι αυτός ακόμη ο φανατικός Ζολά.
Να σας παραπέμψω πολύ πρόχειρα στην περιβαλλοντική περφόρμανς «Αραβοϊσραηλινός τσελεμεντές» που είδαμε στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, εκεί όπου πρόσφατα φιλοξενήθηκαν και οι «Μικρές σκηνές καθημερινής βίας», δράση εμπνευσμένη από ένα πραγματικό γεγονός (την κλοπή μιας μηχανής, για την οποία κατηγορήθηκαν και απελάθηκαν μετανάστες). Να θυμίσω ακόμη το «Ενας στους δέκα», «Το όνομά μου είναι Ραχήλ Κόρι» και «Ο θάνατος είναι δώρο», όλα βασισμένα σε ζωντανές αφηγήσεις, ντοκουμέντα, συνεντεύξεις, φωτογραφίες, προσωπικά τεκμήρια και ημερολόγια. Και εκτός Ελλάδος, στέκομαι στο σπουδαίο «θέατρο του καταπιεσμένου» του Μπόαλ στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όπως και στο θέατρο των μειονοτήτων (σε Αγγλία και Αμερική), που φέρνει στο προσκήνιο την πιο ακραία και δημοφιλή εκδοχή του φαινομένου, όπου πλέον δεν μπαίνει καν θέμα ο καλλιτέχνης να κάνει χρήση της δημιουργικής του ελευθερίας, στο βαθμό που θα έκανε σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα, για παράδειγμα, όπου το ιστορικό περιβάλλον είναι απλώς το φόντο για την εξέλιξη μιας ιστορίας που εμπεριέχει φανταστικούς χαρακτήρες. Εδώ καμία πληροφορία δεν προβάλλεται ως πιο σημαντική από κάποια άλλη, γιατί ο στόχος είναι η προώθηση της κατανόησης ανάμεσα σε λαούς, άτομα ή ομάδες με διαφορετικές θέσεις και βιώματα.
  • ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Κάποτε ο Σαρτρ είχε αποκαλέσει αυτό το στυλ «θέατρο του γεγονότος». Κάποιοι άλλοι το είπαν «θέατρο ντοκουμέντο» και άλλοι «θέατρο verbatim-αυτολεξεί». Είναι, επίσης, και ορισμένοι που στράφηκαν σε τηλεοπτικούς και κινηματογραφικούς όρους, όπως «δράμα ντοκιμαντέρ» και «δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ». Εάν αφήσουμε τις ετικέτες κατά μέρος, εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ο πολίτης της παγκοσμιοποίησης δείχνει να ζει ξανά την αγωνία της ανακάλυψης, της τεκμηρίωσης και της προσωπικής κατάθεσης. Μπορεί να δηλώνει πραγματιστής, όμως η έννοια του πραγματικού τού διαφεύγει, γιατί απλούστατα έχει καταπλακωθεί από άπειρες στρωματώσεις ομοιωμάτων και πολιτιστικών σκουπιδιών. Και το χειρότερο, κάτω από το βάρος των εικόνων έχει χάσει και τον ίδιο τον εαυτό του. Γι' αυτό όλοι τρέχουν να ανακαλύψουν ξανά το πρόσωπο πίσω από το προσωπείο, το γεγονός πίσω από τη δημόσια είδηση του γεγονότος. Θέλουν να γίνουν μάρτυρες -ενίοτε και δικαστές- κοινωνικών φαινομένων, χωρίς καμία διαμεσολάβηση. Θέλουν να μάθουν τι, πώς, γιατί, πότε, πού.
Ξαφνικά η ιστορική μνήμη και οι προσωπικές αφηγήσεις αποκτούν ειδικό βάρος. Ξαφνικά ο Μπρεχτ μάς αφορά και πάλι. Ατομα και κοινότητες νιώθουν την ανάγκη να καταθέσουν ενώπιον κοινού, προσβλέποντας στη «θεραπεία» κάποιου συνειδησιακού ή ακόμη και εθνικού τραύματος. Μέσα από την πορεία αυτή πιστεύουν ότι ανακτούν σιγά σιγά την υποκειμενικότητά τους και, ταυτόχρονα, δίνουν χώρο να υπάρχει στη ζωή τους και η αφήγηση του τραύματος, αυτή τη φορά όμως ως κάτι το απόλυτα ελεγχόμενο. Κάτι που υποθέτω πως είχε κατά νου ο νοτιοαφρικανός αρχιεπίσκοπος Τούτου όταν, αμέσως μετά την πτώση του απαρτχάιντ, είχε προτείνει να συσταθούν ειδικές επιτροπές (γνωστές ως Truth and Reconciliation Commissions), ώστε να επιτευχθεί η ταχύτερη συμφιλίωση των πολιτών (λευκών και μαύρων) μέσα από τη δημοσιοποίηση τεκμηριωμένων εγκλημάτων που είχαν διαπραχθεί από το προηγούμενο καθεστώς. Στόχος ήταν η δημιουργία ενός λειτουργικού πλαισίου για να εγκατασταθεί μια καινούρια συλλογική αφήγηση του έθνους, μέσα από την οποία η νέα Νότια Αφρική θα μπορούσε να θυμάται ειρηνικά το παρελθόν της και να αναζητεί το κοινό της μέλλον.
  • ΟΙ ΔΡΑΚΟΙ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Εχω την αίσθηση πως αυτό κατά βάθος επιζητούν πολλοί καλλιτέχνες του θεάτρου που μιλούν για εθνικά ή προσωπικά τραύματα. Με την προσκόμιση αποδείξεων, φιλοδοξούν να φέρουν στο φως και συνάμα να συμφιλιώσουν τον κόσμο με σκοτεινές και, από πολλές απόψεις, στοιχειωμένες ιστορίες, όπως η περίπτωση Παγκρατίδη (Ο δράκος του Σέιχ-Σου), για παράδειγμα, που φέτος απασχόλησε δύο θεσσαλονικείς καλλιτέχνες του θεάτρου, τον Στάθη Μαυρόπουλο με το έργο «Σε μια κόλλα χαρτί» (το είδαμε στην Πειραματική Σκηνή) και τον Σάκη Σερέφα με το «Δράκοι» (θα το δούμε σύντομα στις Αναγνώσεις του Εθνικού). Ο μεν πρώτος στάθηκε στα γεγονότα όπως ακριβώς συνέβησαν, ο δε Σερέφας κράτησε ένα μικρό ποσοστό από τα ιστορικά δεδομένα και το υπόλοιπο το παρέδωσε στη φαντασία, με στόχο να δείξει πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί εξουσίας και πώς τσαλαπατούν έναν, δεδομένα παροπλισμένο, ανθρωπάκο (εξ ου και ο τίτλος: δράκοι=δικαστές, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, ψυχίατροι, πολιτικοί κ.λπ.). Είναι και μία άλλη δράση, προγραμματισμένη για την άνοιξη, πάλι στη Θεσσαλονίκη (από το ΚΘΒΕ), site specific αυτή τη φορά, που εστιάζει σε μια επίσης τραυματική εμπειρία που στοιχειώνει δεκαετίες τώρα την ιστορία της πόλης: τη δολοφονία του Λαμπράκη (στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου διαπράχθηκε το έγκλημα).
  • ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
Εκείνο που προβλέπω είναι ότι, όσο θα καταρρέουν οι ιστοί του κράτους και, μαζί με αυτούς, οι μύθοι που τους (και μας) συντήρησαν, ο κόσμος θα απαιτεί μεγαλύτερες και ωμότερες δόσεις νατουραλισμού, σωματικότητας, διαδραστικότητας και απρόβλεπτων site specific περφόρμανς. Είναι προφανές πως οι συνθήκες διάλυσης και απαξίωσης ευνοούν (αν όχι επιβάλλουν) τη δημιουργία μιας νέας δημοκρατίας του θεάτρου, ιδεατός στόχος της οποίας θα είναι μια νέα «αρχαιολογία της γνώσης», όπως ενδεχομένως θα μας έλεγε ο Φουκό, που θα οδηγήσει σε μια καινούρια γνωριμία με το «πραγματικό». Κι εδώ είναι η ειρωνεία: όσο πιο πολύ θα μας κλέβουν την πραγματικότητα, τόσο πιο έντονα θα τη διεκδικεί το θέατρο, ο χώρος του μη πραγματικού. 

Ματιές στον κόσμο


  • Al Hirchfeld Theaterwww. howtosucceedbroadway. com
«How To Succeed In Business Without Really Trying». Το μιούζικαλ «Πώς να πετύχετε στις επιχειρήσεις χωρίς καν να προσπαθήσετε» πρωτοπαρουσιάστηκε το 1961. Ενώ η μουσική του Φρανκ Λέσερ, με αποχρώσεις τζαζ, έχει εμφανείς επιρροές από την εποχή της Υφεσης και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το «λιμπρέτο» και οι στίχοι των τραγουδιών (Εϊμπ Μπάροους, Τζακ Γουάινστοκ, Γουίλι Γκίλμπερτ) αντανακλούν την ευφορική διάθεση της μεταπολεμικής Αμερικής. Στη νέα παραγωγή, που σκηνοθέτησε ο Ρομπ Ασφορντ, πρωταγωνιστεί ο Ντάνιελ Ράντκλιφ (γνωστότερος ως «Χάρι Πότερ»), στο ρόλο του νεαρού Φιντς, ο οποίος ακολουθεί τις κυνικές συμβουλές ενός εγχειριδίου («Πώς να πετύχετε στις επιχειρήσεις…») για να ανέβει στην κορυφή της εταιρικής ιεραρχίας. Ο νεαρός σταρ τα καταφέρνει πολύ καλά, όπως γράφουν οι κριτικοί. Παρότι δεν είναι τέλειος ούτε στον χορό ούτε στο τραγούδι, ενθουσιάζει το κοινό με τη δυναμική σκηνική παρουσία του. Μαζί του παίζουν η Ρόουζ Χέμινγουεϊ και ο Κρίστοφερ Χάνκε, ερμηνεύοντας την αρραβωνιαστικιά και τον φίλο που προδίδει ο Φιντς προκειμένου να αναρριχηθεί, και ο Τζον Λαροκέτ στο ρόλο του προέδρου της εταιρείας.
  • Nederlander Theaterwww. nederlandertheater. com
«Million Dollar Quartet». Το μιούζικαλ είναι εμπνευσμένο από μια μεγάλη μέρα στην ιστορία του ροκ εν’ ρολ, όταν ο Τζόνι Κας, ο Καρλ Πέρκινς, ο Ελβις Πρίσλεϊ και ο Τζέρι Λι Λιούις συναντήθηκαν για να παίξουν μαζί αυτοσχεδιάζοντας στο στούντιο ηχογραφήσεων της Sun Records. Αν και μοιάζει με ροκ ντοκιμαντέρ, το έργο είναι σφιχτοδεμένο, μουσικά άρτιο και με τραγούδια που ξεσηκώνουν (εδώ μια σκηνή από την παράσταση). Εχει αποσπάσει πολύ καλές κριτικές, ιδιαίτερα για τους τέσσερις πρωταγωνιστές: τον Εντι Κλέντενινγκ (Πρίσλεϊ), τον Λανς Γκεστ (Τζόνι Κας), τον Ρόμπερτ Μπρίτον Λάιονς (Καρλ Πέρκινς) και τον Λίβαϊ Κρέις (Τζέρι Λι Λιούις), ο οποίος τιμήθηκε με βραβείο Τόνι για τον ρόλο αυτό. Το έργο το έγραψαν ο Κόλιν Εσκοτ και ο Φλόιντ Μάτρουξ, ο οποίος επίσης το σκηνοθέτησε μαζί με τον Ερικ Σάφερ.
Η Καθημερινή, Kυριακή, 3 Aπριλίου 2011

Καλλιτέχνης είναι και ο τσαγκάρης

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, η ζωή του, η τέχνη, το θέατρο, η Ελλάδα, σε μια αδημοσίευτη συνέντευξή του στην «Κ»
  • Της Βασιλικης Χρυσοστομιδου, Η Καθημερινή, Kυριακή, 3 Aπριλίου 2011
Η «Κ» δημοσιεύει σήμερα μια συνέντευξη που δεν δημοσιεύθηκε όσο ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ήταν εν ζωή – άφησε την τελευταία του πνοή την περασμένη Τρίτη 29 Μαρτίου, στα 89 του χρόνια. Με αυτήν την ανέκδοτη έως σήμερα συζήτηση, μια εξομολόγηση αυτοβιογραφική και χωρίς τετριμμένα λόγια, έχουμε την ευκαιρία να αποχαιρετίσουμε έναν σπουδαίο άνθρωπο, με έντονο και εξαιρετικά σημαντικό δημόσιο λόγο, έναν συγγραφέα που ανανέωσε το σύγχρονο ελληνικό θέατρο.
Σε εκείνη τη συνέντευξη, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης είχε ξεκινήσει με αυτά τα λόγια: «Λάβετε υπόψη σας ότι είμαι... αρκετά γνωστός. Δεδομένου ότι τα γεγονότα της ζωής μας είναι μοναδικά, αναγκάζομαι να λέω τα ίδια και τα ίδια. Αν με ρωτήσετε, για παράδειγμα, “πώς σας ήρθε να βγείτε στο θέατρο;”, θα χρειαστεί να πω κάτι χιλιοειπωμένο, που είναι γραμμένο παντού. Με συγχωρείτε αν σας δημιουργώ δυσκολίες, αλλά θα έχει βαρεθεί πια ο κόσμος να μας ακούει. Η αλήθεια είναι πως, όταν μου ζητούν μια συνέντευξη, λέω “ναι”, όμως το κάνω από αδυναμία να αρνηθώ. Γι’ αυτό, φροντίστε σας παρακαλώ, να μην επαναληφθώ».
– Αν ανατρέξετε στην παιδική σας ηλικία, ποια στιγμιότυπα σάς έρχονται πρώτα στο μυαλό;
– Πάντα πηγαίνει ο νους μου στο αγαπημένο μας παιχνίδι: να φτιάχνουμε καραβάκια. Το μέρος όπου μεγάλωσα, η Χώρα της Νάξου, είναι παραθαλάσσιο. Επειδή τότε δεν είχαμε ούτε καν μία μπάλα για ποδόσφαιρο, τα παιχνίδια μας ήταν πάντα με τη Φύση και πάντα τα φτιάχναμε μόνοι μας. Πηγαίναμε σε μια ακρογιαλιά – Ορώντα έλεγαν το μέρος. Ηταν η «αποθήκη» των υλικών μας εκεί. Χρησιμοποιούσαμε τα ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα. Παίρναμε ένα κομμάτι σανίδι, το κόβαμε λίγο, το διορθώναμε. Ενα κομμάτι από τενεκεδοκούτι έμπαινε στην πρύμνη, για τιμόνι. Πανιά ήταν τα φτερά από τα κοράκια συνήθως, άλλες φορές από γλάρους. Ετοιμο το καραβάκι μας. Το ρίχναμε στη θάλασσα και, ανάλογα με τον καιρό, πιστεύαμε ότι το έβρισκαν παιδιά από τη Μύκονο ή την Πάρο απέναντι. Αυτή είναι μια εικόνα που μου έρχεται πάντα στο μυαλό. Οπως και ένα άλλο παιχνίδι που κάναμε: πηγαίναμε σε ένα λόφο κοντά στη θάλασσα που ανέφερα πριν και σκάβαμε αυλάκια – κάτι λαγούμια, στενά μεν, αλλά με μεγάλο μήκος. Στη συνέχεια, τα σκεπάζαμε από πάνω με χώμα, φύλλα ή ό,τι άλλο βρίσκαμε. Ηταν για να κυκλοφορούν το χειμώνα, οι σαύρες και τα μυρμήγκια, χωρίς να βρέχονται. Αισθανόμασταν ότι κάνουμε κάτι σημαντικό έτσι – δεν ήταν μόνο για να περάσει η ώρα...
– Γιατί ξεχωρίζετε τα συγκεκριμένα παιχνίδια;
– Επειδή δίνουν μια προέκταση σ’ αυτό που γίνεται: το καραβάκι που δεν πλέει απλώς αλλά που το βλέπαμε να φεύγει, να πηγαίνει κάπου, που πιθανόν είχε κάποιον παραλήπτη. Ή τα αυλάκια για τα μυρμήγκια και τις σαύρες είχαν μια συνέχεια, μια χρήση. Ηταν, δηλαδή, παιχνίδια που δεν τελείωναν στο φτιάξιμό τους.
– Ησασταν μαθητής του δημοτικού και ο δάσκαλός σας πρόβλεψε ότι θα γίνετε συγγραφέας. Ακούγοντάς το, εσείς αντιδράσατε με κλάματα. Γιατί;
– Ημουν στην τρίτη δημοτικού. Αγαπούσα πολύ τον δάσκαλό μου. Ηταν ένας ψηλός και εύρωστος άνδρας, ο οποίος όμως, είτε σου έλεγε μια καλή κουβέντα είτε σε μάλωνε, είχε τον ίδιο βαρύ τόνο στη φωνή του. Κι αν δεν καταλάβαινες ακριβώς τις λέξεις που χρησιμοποιούσε, παιδευόσουνα να δεις αν σε έχει επαινέσει ή αν σε έχει επιπλήξει. Εχοντας διακρίνει στις εκθέσεις μου κάποια πράγματα που του άρεσαν, μου είπε με τον κατηγορηματικό τρόπο που περιέγραψα: «Εσύ θα γίνεις συγγραφέας». Εγώ δεν ήξερα τι σημαίνει αυτή η λέξη. Το μυαλό μου πήγε στο ότι θα γίνω «αχθοφόρος» ή «σκουπιδιάρης». Λέω «κάτι κακό» θα είναι κι έβαλα τα κλάματα...
  • Η αγάπη για το βιβλίο
– Πώς ξεκίνησε αυτή η «ιστορία αγάπης» για τα βιβλία;
– Εξωσχολικά βιβλία δεν είχαμε ως παιδιά – το πολύ πολύ να ξαναδιαβάζαμε το βιβλίο της Ιστορίας ή των Θρησκευτικών. Οταν ήμουν περίπου 11 ετών, κάποια οικογένεια με παιδιά –ακροσυγγενείς μας– ήρθε να παραθερίσει στη Νάξο και τα παιδιά κουβάλησαν ολόκληρη παιδική βιβλιοθήκη μαζί τους: Πηνελόπη Δέλτα, Ιούλιο Βερν, Διάπλαση των Παίδων... τέτοια. Δανείστηκα μερικά, μου χάρισαν και κάποια φεύγοντας. Τα τρία ή τέσσερα βιβλία που απέκτησα τότε ήταν θησαυρός!
– Να περάσουμε στην εμπειρία της Γερμανίας...
– Οχι στη Γερμανία. Σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Το οποίο ήταν γερμανικό.
– Θα περίμενε κανείς να έχετε υιοθετήσει μια εικόνα ματαιότητας των πραγμάτων, μια αίσθηση του πεπερασμένου της ανθρώπινης ύπαρξης. Ισχύει κάτι τέτοιο;
– Φυσικά υπάρχει η αίσθηση της ματαιότητας. Δεν ήταν μόνο ότι ήσουν αυτόπτης μάρτυρας ενός αδιανόητου εγκλήματος, αλλά ότι κάθε στιγμή εκεί μέσα ήσουν μελλοθάνατος. Βγαίνοντας, όχι μόνο ωριμάσαμε, αλλά και γεράσαμε πρόωρα. Δεν ήταν «στρατόπεδα συγκεντρώσεως» αλλά «εξοντώσεως»: τερατώδη εγκλήματα, που κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα προϋπέθεταν αιώνες για να γίνουν, εδώ τα ζούσες «κονσομέ», συμπυκνωμένα.
– Η φαντασία λειτούργησε σαν σανίδα σωτηρίας στη διάρκεια της παραμονής σας εκεί;
– Η φαντασία πάντα βοηθάει. Εχοντας διαβάσει τόσα βιβλία, το μυαλό μου έβρισκε διεξόδους. Η νιότη μου ήταν το άλλο που με προστάτευε. Ημουν μόνο 21–22 ετών. Οπως όλοι οι νέοι, που διανύουν μια περίοδο τυχοδιωκτισμού, με διέκρινε μια επιπολαιότητα, ονειρευόμουν ότι θα επιζήσω, θα κάνω ό,τι θέλω. Δεν ήμουν ένας 45άρης ή 50άρης, ο οποίος ένιωθε όμηρος της σκέψης για την οικογένειά του.
– Με ποιο τρόπο ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας; Μόνο μέσα από τα βάσανα και τις αγωνίες;
– Δεν ξέρω αν υπάρχει απάντηση ή αν ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας μόνο μέσα από τα έντονα πράγματα. Γιατί μπορεί μια παρατήρηση ψυχρή να αποκαλύψει πράγματα που δεν θα αποκάλυπτε ένα συναίσθημα – ένας πόνος ή μια τεράστια χαρά. Αλλωστε, υπάρχουν εγγυήσεις γι’ αυτό; Εγώ αμφιβάλλω αν έχω βρει τον εαυτό μου...
  • Καμαρώνω πολύ που είμαι Ελληνας
– Σε ποιο βαθμό θεωρείτε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να επηρεάσει τη ροή των κοινωνικών πραγμάτων;
– Νομίζω ότι ο κάθε άνθρωπος μπορεί να την επηρεάσει. Να αλλάξει τον κόσμο, αποκλείεται. Σκεφθείτε ότι τόσοι, σπουδαίοι άνθρωποι πέρασαν από την ανθρωπότητα, αλλά ο κόσμος δεν άλλαξε. Μην έχουμε, όμως, πάντα στο μυαλό μας τον «μεγάλο ζωγράφο» ή τον «μεγάλο μουσικό». Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει κάτι.
– Λένε πως η εξέλιξη έρχεται μέσα από την ανατροπή. Τι σημαίνει για σας ανατροπή;
– Η ιστορία προχωράει και κινείται με κάποιους δικούς της νόμους. Οι ανατροπές εντάσσονται σ’ αυτήν τη διαδρομή. Το κακό είναι ότι, ενώ αυτές οι ανατροπές στο ιστορικό γίγνεσθαι είναι γεμάτες ιδανικά και ρομαντισμό, αφού ολοκληρωθεί η ανατροπή, γίνεται καθεστώς κι αρχίζει η διαφθορά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο Ναπολέων, ο οποίος μετά τη Γαλλική Επανάσταση, πήρε μόνος του το στέμμα από τα χέρια του αρχιεπισκόπου και το φόρεσε. Ακολούθησαν οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, αιματοκυλίστηκε η Ευρώπη και εδραιώθηκε η θέση των βασιλιάδων, με αποτέλεσμα να μη σαλεύει ρουθούνι για την ελευθερία.
– Τι σημαίνει για σας Ελλάδα; Θα μου δώσετε μερικές λέξεις ή εικόνες αντιπροσωπευτικές;
– Τα παιχνίδια που ανέφερα, οι γονείς μου, η υπέροχη γλώσσα μας, η ομορφιά αυτού του τόπου που δυστυχώς καταστρέφεται, η καταπληκτική μυθολογία και η ιστορία της, πράγματα που αποτελούν και το ατομικό μου παρελθόν.
– Καθώς μιλούσατε για τη γλώσσα, διέκρινα μια σπίθα στα μάτια σας...
– Ναι, καμαρώνω πάρα πολύ που είμαι Ελληνας. Και έχουμε μια μεγάλη περιουσία, την οποία δεν διαχειριζόμαστε καλά. Σκεφθείτε το εξής: πηγαίνεις στο τελευταίο χωριό της Ελλάδας και βλέπεις την αγράμματη κυρούλα, να πηγαίνει την Κυριακή στην εκκλησία, να ακούει τα Ευαγγέλια που γράφτηκαν τον πρώτο αιώνα μετά Χριστόν και να καταλαβαίνει. Πόσοι λαοί σ’ αυτό τον πλανήτη έχουν το χάρισμα αυτής της κυρούλας; Λοιπόν, αυτή τη σπουδαία γλώσσα μιλάμε, αλλά δυστυχώς την αφήνουμε να κακοποιείται – είτε μέσα από τη λανθασμένη χρήση της, είτε μέσα από το περιορισμένο λεξιλόγιο, είτε ακόμη και χρησιμοποιώντας ξένες λέξεις στη θέση των ελληνικών. Είναι σαν να μην καμαρώνεις επειδή ο μπαμπάς σου ήταν κάποιος σπουδαίος άνθρωπος.
  • Το ταλέντο δεν επαρκεί
– Ποια η διαφορά ανάμεσα στον ηθοποιό και τον καλλιεργημένο ηθοποιό;
– Αν είναι καλός ηθοποιός, καμία. Ομως, το ταλέντο δεν τον καθιστά επαρκή. Πρέπει να διαβάζει, να μορφώνεται, να ενημερώνεται.
– Καλλιτέχνης ποιος είναι;
– Κάποτε, στη Νάξο, είχαμε πάει εκδρομή. Μπήκαμε σε ένα μιτάτο –μιτάτα είναι οι στάνες που φτιάχνουν και τυρί μέσα οι βοσκοί– και ζητήσαμε να πάρουμε τυρί. Ο βοσκός μάς έδωσε, προειδοποιώντας μας ότι «αυτό το τυρί δεν είναι πολύ καλό». Πιάνουμε την κουβέντα. Κλαίγοντας σχεδόν, μας εξομολογήθηκε το παράπονό του: «Δεν μ’ αφήνουν πια να κάνω το καλό τυρί!» – προφανώς για να τελειώνει πιο γρήγορα η δουλειά ή να βγαίνουν περισσότερα χρήματα. Μέγας καλλιτέχνης αυτός. Οπως καλλιτέχνης είναι ο τσαγκάρης που φτιάχνει τα «γαμπρικά» παπούτσια. Καλλιτέχνης είναι αυτός που επιδιώκει να κάνει το «ωραίο», το «καλύτερο». Και δεν χρειάζεται να τον αναζητούμε πάντα στις «φίρμες».
  • Υπήρχε προδιάθεση
– Θεωρείτε ότι υπάρχει μια μαγική στιγμή, που γίνεται ένα κλικ και βγαίνει το ταλέντο;
– Με κλικ, όχι. Υπάρχει μια προδιάθεση, ακόμη και εν αγνοία του ίδιου του ατόμου. Ερχεται ο Καμπανέλλης από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, μπαίνει σε ένα θέατρο και κατασυγκινείται, επειδή βλέπει κάτι ανθρώπους που ζουν το δραματάκι τους. Ανακάλυψα τότε τη δύναμη της τέχνης, τη δύναμη του μεγαλοφυούς θεατρικού ψεύδους. Υπήρχε όμως ένα υπόβαθρο: Είχα διαβάσει πολλή λογοτεχνία, ήξερα Ντοστογιέφσκι απ’ έξω. Δεν μπήκα στα καλά καθούμενα σ’ ένα θέατρο κι έγινε ό,τι έγινε.

Περφόρμανς για τον καιρό της κρίσης

Πρωτότυπες προτάσεις από οκτώ ομάδες που συμμετείχαν στον διαγωνισμό νέων δημιουργών με θέμα τη λιτότητα και τις περικοπές
  •  Της Σαντρας Bουλγαρη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 3 Aπριλίου 2011
«Περιμένω έτσι όπως φυσά ο νοτιάς εδώ στο νησί, μ’ ένα τσουπ, να μου τα φυσήξει όλα. Με μιας όλα, μέσα στο σπίτι. Καμιά φορά κάθεται και η συγκάτοικός μου δίπλα και περιμένει κι αυτή μαζί μου. Περιμένουμε. Συχνά κλείνουμε και τα μάτια κι όλα γίνονται ακόμα πιο έντονα, μέχρι που θυμώνουμε και τα ξανανοίγουμε. Μικροί χαρούμενοι θάνατοι χοροπηδούν ακατάπαυστα στις σκέψεις μας κι εμείς χαιρόμαστε που επιτέλους όλοι φοβόμαστε τα ίδια πράγματα. Αλήθεια, εσύ τι φοβάσαι; Ελα σε παρακαλώ να φοβηθούμε παρέα». Σ’ ένα στενό διάδρομο μόλις μια ανάσα από τους θεατές, η Γωγώ Πετραλή, χορεύτρια, χορογράφος και δασκάλα χορού, χορεύει με μεγάλες απλωτές και έντονες κινήσεις. Στο βάθος, ένα βίντεο της ίδιας στο σπίτι της στην Κρήτη πειραματίζεται, αντιπαραθέτοντας τις ίδιες ή διαφορετικές φιγούρες σ’ ένα χώρο που αναποδογυρίζει συνέχεια. Οι θεατές που βρέθηκαν στο στούντιο του Κινητήρα στην Ακρόπολη για να παρακολουθήσουν και να ψηφίσουν τον διαγωνισμό νέων δημιουργών με θέμα «Τι μ’ αρέσει στην κρίση» (26/3 η τελευταία μέρα) την χειροκρότησαν θερμά. Το ίδιο συνέβη και με την περφόρμερ Στέλλα Αντύπα, η οποία ερμήνευσε το έργο της ομάδας Magenta «Είναι κεφάτη», που κέρδισε το βραβείο (οικονομικό έπαθλο των 592 ευρώ).
  • Φρεσκάδα
Και οι οκτώ επιλεγμένες από την επιτροπή ομάδες που συμμετείχαν είχαν η καθεμία από μια πρωτότυπη πρόταση. Η φρεσκάδα τους μας έκανε να δακρύσουμε, να προβληματιστούμε, να γελάσουμε. Αν σκεφτεί κανείς ότι η βραδιά ξεκίνησε μ’ εμάς τους θεατές να φωτίζουμε με φακούς τη χορογραφία της Milka Panayotova «Focus Pocus» και τελείωσε μ’ εμάς πάλι να θέτουμε το τέλος βάζοντας το ξυπνητήρι των κινητών μας να χτυπήσει ύστερα από δέκα λεπτά. Πέρα από τη διοργάνωση του διαγωνισμού, ήταν η «συνεύρεση» όλων μας (χορευτών, δημιουργών, θεατών νέων και ηλικιωμένων) σ’ έναν από τους πιο ζεστούς καλλιτεχνικούς χώρους της Αθήνας που έδωσε το στίγμα.
Εξω στο φουαγιέ έπαιζε ποπ μουσική, ενώ στον υπολογιστή προβάλλονταν ταινίες χορού. Αφίσες από παραστάσεις της Αθήνας, παλιές και νεότερες, διακοσμούν τους τοίχους του Κινητήρα, ενώ από το πατάρι, όπου σε καθημερινή βάση γίνονται μαθήματα και σεμινάρια, ακούγονταν οι ήχοι από τα πόδια των χορευτών που έκαναν πρόβα για την έναρξη της βραδιάς.
Οι οκτώ προτάσεις ήταν κυρίως χορογραφικές (μαθαίνουμε ότι υπήρξε μεγάλος αριθμός αιτήσεων), όμως με την ευρύτερη έννοια, αφού οι δουλειές όλων ήταν περισσότερο περφόρμανς με στοιχεία θεάτρου, χορού, stand up comedy, video dance. Είδαμε μεταξύ άλλων τον Γάλλο Pierre Magendie, απόφοιτο της Κρατικής Σχολής Χορού, στο «Golgothrash», τη Milka Panayotova στο «Focus Pocus», την Ανδρονίκη Μαραθάκη στο «Umbilical Lotus», την Εύη Κολιούλη στο «Η bibi κάνει μπάνιο». Νέοι όλοι τους και όχι μόνο Ελληνες με μια ιδιαίτερη προσέγγιση στο θέμα της κρίσης.
«Αυτό που μ’ αρέσει στην κρίση είναι ότι, εξ αιτίας της λιτότητας και των περικοπών, ανοίγει ένα πεδίο για την τέχνη να ξαναβρεί μια πρωταρχική και απλή, σχεδόν πρωτόγονη διάσταση όπου δεν εκφράζει τίποτα παραπάνω από την ανάγκη να επικοινωνήσει κανείς το πώς αισθάνεται», λέει η Βασιλική Τσαγκάρη, εκπαιδευτικός με παράλληλες σπουδές χορού στην Ελλάδα και την Αγγλία, που ολοκλήρωσε τη βραδιά με το έργο «Καρδιά γουρουνιού».
  • Τρεις ενδιαφέρουσες «ξένες» παρουσίες
Ανάμεσα στους οκτώ συμμετέχοντες ενδιαφέρον παρουσίασαν οι τρεις «ξένες» παρουσίες (Milka Panayotova, Pierre Magendie και Elizabeth Ward) καλλιτεχνών που είτε έχουν κάποια σχέση με την Ελλάδα είτε όχι. Στέκομαι στα λόγια της τελευταίας, της Αμερικανίδας Ελίζαμπεθ Γουόρντ, η οποία παρουσίασε ένα από τα ωραιότερα έργα της βραδιάς, το «Your greatest mobility is your greatest stability» («Η μεγαλύτερη κινητικότητά σου είναι η μεγαλύτερη σταθερότητά σου»). «Για μένα η κρίση ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2008. Ο σπιτονοικοκύρης μας στο Μπρούκλιν διπλασίασε το ενοίκιό μας την ίδια ώρα που η οικονομία της Αμερικής διαλυόταν. Δώσαμε το διαμέρισμά μας, πήρα μια δουλειά χορεύτριας με περιοδεία σε όλη τη Γαλλία και από τότε βρίσκομαι στον δρόμο. Για μένα το καταπληκτικό με την οικονομική κρίση είναι ότι μου έδωσε το κουράγιο να παρατήσω μια ζωή στη Νέα Υόρκη και να ακολουθήσω τις επιθυμίες μου. Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές θυμάμαι τα λόγια της Sara Rudner, βασικό μέλος της ομάδας της Twyla Tharp, κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος στο Bennington College στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Είπε: «Your greatest stability is your greatest mobility». Αυτά τα λόγια αποτελούν το σημείο εκκίνησης για το δωδεκάλεπτο σόλο που παρουσίασα».
  • «Να προτείνουμε ανάσες τέχνης...»
Η Αντιγόνη Γύρα, ιδρύτρια της ομάδας και του στούντιο του Κινητήρα, μας εξήγησε γιατί αποφάσισε με τους συνεργάτες της να διοργανώσουν ένα διαγωνισμό με θέμα την κρίση.
«Ο διαγωνισμός “Tι μ’ αρέσει στην κρίση” προέκυψε από μιαν ανάγκη να μην κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια και να κοιτάμε παθητικά όλα αυτά που μας συμβαίνουν. Nα παροτρύνουμε κι άλλους μαζί μας. Οι καλλιτέχνες ως αιώνια ανήσυχα πνεύματα έχουν κοινωνική υποχρέωση, αλλά και εσωτερική ανάγκη, να παίρνουν θέση απέναντι στα πράγματα, να μη σταματούν να δουλεύουν και να προτείνουν ανάσες τέχνης στην ασφυκτική συνθήκη που όλοι μας ζούμε. Ταυτόχρονα, θέλαμε να δώσουμε ένα έναυσμα σε νέους ανθρώπους να έχουν κάτι να κάνουν γρήγορα και ακολουθώντας το ένστικτό τους χωρίς πολλές φλυαρίες, πισωγυρίσματα και υπερανάλυση. Μέσα από τον διαγωνισμό οι καλλιτέχνες μοιράζονται το έργο τους, στοχεύουν σε κάτι και παράλληλα το στούντιο επιβιώνει. Πρέπει να εξασκείς τη φαντασία σου όσο το δυνατόν περισσότερο για να επιβιώσεις και να πληρώσεις το νοίκι σου. Επειδή η τέχνη ήταν πάντα σε κρίση, πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι να την αντιμετωπίζουμε. Δυναμικά και με το κεφάλι ψηλά θέλουμε να κάνουμε «συνένοχους» στην τρέλα καλλιτέχνες και κοινό. Και οι οκτώ συμμετέχοντες είναι άνθρωποι με δυναμισμό και σοβαρότητα και αυτή την περίοδο υπήρξε μια υπέροχη ατμόσφαιρα αλληλεγγύης στο στούντιο, η οποία έρχεται σε τέλεια αντίστιξη με την ατμόσφαιρα σε κάθε είδους τηλεοπτικούς διαγωνισμούς».

Η τραγική μοναξιά του ανθρώπου

Απλός και άμεσος λόγος, λιτή και αισθαντική ερμηνεία, που προκαλούν ρίγη στον θεατή
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 3 Aπριλίου 2011
  • Δημήτρης Δημητριάδης
    Λήθη
    Σκην.: Δημήτρης Τάρλοου
    Θέατρο Πορεία
Ετσι σκηνοθετημένη από τον Δημήτρη Τάρλοου, και τοιουτοτρόπως ερμηνευμένη από τον ηθοποιό Δημοσθένη Παπαδόπουλο, αυτή η «Λήθη» του Δημήτρη Δημητριάδη με εντυπωσίασε όσο δεν το περίμενα. Και δεν το περίμενα επειδή μέχρι τώρα ο συγγραφέας Δ. Δημητριάδης δεν ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που προτιμούσα. Τον θεωρούσα όχι μονάχα δυσνόητα εγκεφαλικό, αλλά και ότι ανήκε σε αυτή την –ανυπόφορη για λόγου μου– σχολή του μεγαλόστομου γαλλικού bavardage, δηλαδή της άκρατης και ανώφελης φλυαρίας. Πάντα προτιμούσα τον ορθολογισμό και το χιούμορ των Αγγλοσαξόνων.
Με αρνητικές λοιπόν προσδοκίες πήγα στο θέατρο «Πορεία» για να παρακολουθήσω το έργο ενός συγγραφέα «που φέρει επάξια τον τίτλο του, στο κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης και στον τρόπο αποκρυπτογράφησης του απροσπέλαστου μυστικού της». Κάτι παρόμοια μεγαλορρήμονα έγραφε το πρόγραμμα της παράστασης και με πάγωναν…
  • Ηχητική έκπληξη
Η πρώτη ευχάριστη έκπληξη ήρθε ηχητικά. Η σύνθεση ήχων από τον Blaine Reininger (όπου υπήρχε κι ένα επεξεργασμένο «Υπάρχω» του Καζαντζίδη) εισήγαγε σε καινούργια ακούσματα. Στη σκηνή ένα γυάλινο ορθογώνιο κουτί, κάτι ανάμεσα σε μήτρα και φέρετρο. Μέσα του ο ηθοποιός Δημοσθένης Παπαδόπουλος μιλάει για το κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη.
Δεύτερη έκπληξη: ένα κείμενο απλό. Απλούστατο. Με σύντομες, ουσιαστικές και –το κυριότερο– απόλυτα κατανοητές φράσεις. «Γεννιέμαι. Δεν έχω καμιά ιστορία να αφηγηθώ. Δεν έχω τίποτα να φέρω στο μυαλό μου…» Αντίθετα με το «κλασικό» πλέον «Πεθαίνω σαν χώρα» του ίδιου συγγραφέα όπου υπήρχε ο πρώτος πληθυντικός (…μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα… Ο πόθος μας ένωσε… εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταχτούμε… ) εδώ υπάρχει μόνο ο πρώτος ενικός. (Είμαι χωρίς να υπάρχω. Ζω μόνο για να βιώνω την ανυπαρξία μου. Δεν ανατρέχω, δεν επιστρέφω, δεν παλινδρομώ. Είμαι. Και δεν φοβάμαι.)
Εγώ πάντως ένιωσα μιαν ανατριχίλα ακούγοντας το κείμενο αυτό του Δημητριάδη. Φοβήθηκα. Εύκολα ταυτίζεσαι με τον ολόγυμνο ήρωα, ο οποίος περιορισμένος μέσα στο στενάχωρο καβούκι του πάνω στη σκηνή, σου δημιουργεί ρίγη συνειδητοποιώντας την τραγική μοναξιά που κουβαλάμε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή. Δύσκολα, όμως, μπορείς να νιώσεις τόσο αποκαρδιωμένος ώστε να απέχεις από τα πάντα όσο ο ήρωας του κειμένου. Για τον συγγραφέα τίποτα πια δεν έχει σημασία. Δεν υπάρχει –στη συγκεκριμένη περίπτωση– καμιά ελπίδα. Η μοναδική αξία που παραδίδει σε μας, στο κοινό του, είναι το σώμα και τίποτα άλλο. Σ’ αυτήν την παράσταση - αλληγορία, ο «άνθρωπος» ενδύεται τελικά μόνο προτού το γυάλινο κουτί που είναι μήτρα - φέρετρο - κατοικία, γείρει οριζόντια, και για πάντα. Η μοναδική λύτρωση, η θνητότητα, είναι πλέον αναπόδραστη.
Πολύ συγγενικά με όσα υποστηρίζει και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο σημερινός δυτικός άνθρωπος –συμπεριλαμβανομένου και του νεοέλληνα– είναι ένα άτομο περιορισμένο στην καθαρά ιδιωτική του σφαίρα. (Ελπίζω πάντως να μη βγει αληθινός ο καλός φιλόσοφος, ο οποίος πριν από περίπου μια δεκαετία είχε πει πως μια οικολογική καταστροφή, ένας οικολογικός κατακλυσμός θα μπορούσε να οδηγήσει μάλλον σε κάποιο φασιστικό ή ολοκληρωτικό καθεστώς παρά σε ένα δημοκρατικό ξύπνημα. Τα γεγονότα της Ιαπωνίας θα δείξουν...).
  • «Ελληνικότητα»
Παρ’ όλο που έχει πρωτοπαρουσιαστεί στο Παρίσι (και μάλιστα δύο φορές, το 1998 και το 2001) η υπαρξιακή «Λήθη» με τα μεταφυσικά παρακλάδια της ασφαλώς και δεν προσφέρεται ιδιαίτερα για τη σκηνή. Το κείμενο τονίζοντας την αντιφατική και ψυχοπαθολογική μας σχέση με τον δυτικο-ευρωπαϊκό πολιτισμό κάνει βέβαια την απόπειρα να εμφανίσει μιαν «ελληνικότητα». Μια εθνική ιδιοσυγκρασία την οποία εγώ τουλάχιστον αδυνατώ ν’ αντιληφθώ. Ερμηνεύοντας το τι σημαίνει να είσαι Ελληνας για τον ίδιο τον Δημητριάδη η Δήμητρα Κονδυλάκη, η οποία μελέτησε το έργο του, αναφέρει πως κάτι τέτοιο «αποτελεί μια υπεκφυγή επιτρέποντας στους σύγχρονους να ιδιοποιηθούν ένα παρελθόν και μια ταυτότητα απατηλά...». Παρόμοια λεκτικά αραβουργήματα με μπερδεύουν αφάνταστα. Είναι τα «γαλλικά» που ανέφερα και στην αρχή.
Ομως εδώ ο λόγος του Δημητριάδη είναι απλός κι άμεσος και δεν θυμίζει –ευτυχώς!– τον παλιό του εαυτό. Με την ευθύγραμμη σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου, και την ακόμα πιο λιτή –παρ’ όλο βαθιά αισθαντική– ερμηνεία του Δημοσθένη Παπαδόπουλου τούτη η «Λήθη» μ’ έκανε και ρίγησα, κάτι που σπάνια έχω νιώσει στα τόσα χρόνια που βλέπω θέατρο.

Μέσα στο ΜEΣΑ

  • Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου παρουσιάζει και εξηγεί τη νέα παράστασή του.
Μέσα στο ΜEΣΑ
Σε μια εικόνα που θυμίζει πίνακα ζωγραφικής η Καλλιόπη Σίμου στο «ΜΕΣΑ».



 «Καθετί χρειάζεται την καλή διάθεση, ωστόσο, κάτι το οποίο τοποθετείται σε ένα κεντρικό θέατρο ενώ θα έβρισκε αλλιώς το κοινό του σε μία γκαλερί, θέλει και μια κουβέντα παραπάνω γιατί παίζει με την ίδια την ιδέα του θεάτρου. Είναι ωραίο για εμάς να πειραματιζόμαστε και νιώσαμε την ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας για να μπορέσουμε να χαλαρώσουμε όλοι μαζί».

Τάδε έφη Δημήτρης Παπαϊωάννου για το νέο του έργο, με τίτλο «ΜΕΣΑ», σε δική του σύλληψη και σκηνοθεσία: Μια εξάωρη παράσταση στο «Παλλάς» (από τις 13 Απριλίου) με κινήσεις και διαδρομές που επαναλαμβάνονται εκατοντάδες φορές. Ενα διαμέρισμα, φωτογραφίες της Αθήνας και μια απελευθερωτική προσέγγιση της σχέσης ανάμεσα στον θεατή και το θέαμα. Μπορείς να δεις όσο θέλεις, να καθίσεις όπου θέλεις, να φύγεις και να επιστρέψεις.

To BHMagazino είπε μερικές κουβέντες παραπάνω με τον γνωστό δημιουργό, ο οποίος έλυσε τις απορίες μας. Διαβάστε όλο το άρθρο για την πρωτοποριακή παράσταση του Παπαϊωάννου αυτήν την Κυριακή 3 Απριλίου στο ΒΗΜagazino [Γιώργος Νάστος].

Μελίνα Κανακαρίδη: Είμαι Ελληνίδα και μ΄ αρέσει

  •  Η ελληνοαμερικανίδα ηθοποιός δηλώνει υπερήφανη για την καταγωγή της και μιλάει για τα σενάρια που γράφει στη σειρά «CSΙ Νέα Υόρκη», στην οποία και πρωταγωνιστεί
  • ΤΟ Δημήτρης Γαλάνης, ΒΗΜΑ: 02/04/2011, 05:45
Εκανε την πρώτη της εμφάνιση στη θεατρική σκηνή σε ηλικία οκτώ ετών. Γεννημένη το 1968 στο Οχάιο των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι σήμερα μια από τις πιο γνωστές τηλεοπτικές ηθοποιούς από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το σίριαλ που την έκανε διάσημη ήταν το «Ρrovidence», αλλά εκεί που απογειώθηκε ήταν στον ρόλο της Stella Βonasera στη σειρά «CSΙ Νέα Υόρκη», για την οποία ήταν και υποψήφια για βραβείο Εmmy και η οποία προβάλλεται στη χώρα μας από τον Σκάι. Εχει επίσης εμφανιστεί στον κινηματογράφο στην ταινία «15 λεπτά» στο πλευρό του Ρόμπερτ Ντε Νίρο.Παρά το γεγονός ότι είναι μια διάσημη ηθοποιός, είναι μια γλυκύτατη γυναίκα που σε κερδίζει με τη ζεστασιά της. Δηλώνει επίσης υπερήφανη για την ελληνική της καταγωγή.
- Τι σας φέρνει στην Ελλάδα;
«Είμαι στην Ελλάδα επειδή το Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας επέλεξε να με τιμήσει με το βραβείο Ελληνικής Κληρονομιάς. Είμαι ενθουσιασμένη και τρομερά συγκινημένη επειδή είναι η πρώτη φορά που βραβεύομαι όχι για κάτι που έχω κάνει, αλλά γι΄ αυτό που είμαι».
- Νιώθετε Αμερικανίδα ή Ελληνίδα;
«Τίποτε δεν συγκρίνεται με το να είσαι Ελληνοαμερικανίδα. Κάθε φορά που ρωτούσα τους γονείς μου “είμαι Ελληνίδα ή Αμερικανίδα” μου απαντούσαν: “Είσαι Ελληνοαμερικανίδα, γεγονός που σε κάνει καλύτερη Αμερικανίδα”. Συμφωνώ απολύτως με αυτή την άποψη. Είμαι υπερήφανη για την ελληνική καταγωγή μου. Για αυτό και δεν άλλαξα ποτέ το όνομά μου».
- Παρακολουθείτε τις εξελίξεις στην Ελλάδα;
«Ναι, και πιστεύω ότι όσο κι αν είναι δύσκολοι καιροί για την Ελλάδα, είναι ταυτοχρόνως και μια μεγάλη στιγμή. Στις δυσκολίες της ζωής δείχνουμε την πραγματική μας αξία. Είναι επίσης μια ευκαιρία να αναπτυχθούμε και να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα και να συνεχίσουμε στο μέλλον απαλλαγμένοι από τα λάθη του παρελθόντος, δίνοντας στη νέα γενιά την ευκαιρία να ονειρευτεί ξανά ένα καλύτερο αύριο».
- Ερχεστε συχνά στη χώρα μας;
«Βέβαια. Προσπαθώ να επισκέπτομαι την Ελλάδα τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο. Ειδικά τώρα που οι κόρες μου- οκτώ και δέκα ετών- μεγαλώνουν, αισθάνομαι ότι είναι πολύ σημαντικό και για μένα και για τον σύζυγό μου να τους μάθουμε από πού προέρχονται και να τους διδάξουμε την ελληνική κουλτούρα. Να τις κάνουμε να καταλάβουν τι είναι αυτό που τις κάνει ξεχωριστές. Η χώρα όπου ζούμε, οι ΗΠΑ, είναι μια υπέροχη χώρα, αλλά μερικές φορές θεωρώ ότι οι Αμερικανοί είναι αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. Θα ήθελα τα παιδιά μου να μεγαλώσουν και να αποκτήσουν μια καλύτερη ιδέα του κόσμου και ειδικά της ελληνικής κληρονομιάς τους».
- Πώς αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός;
«Δεν νομίζω ότι ήταν κάτι που αποφάσισα. Ηταν κάτι που υπήρχε μέσα μου. Οταν ήμουν μικρό κορίτσι μου άρεσε να παίζω σε θεατρικά στο σχολείο ή να χορεύω και να τραγουδώ. Ο πατέρας μου ήθελε πιο πολύ να σπουδάσω και μου έλεγε: “Οσο παίρνεις καλούς βαθμούς στο σχολείο, μπορείς να ασχολείσαι και με την ηθοποιία. Τέλειωσε πρώτα το κολέγιο και μετά αποφασίζεις”. Και αυτό έκανα».
- Είστε διάσημη σε μια χώρα όπου η φήμη σχεδόν θεοποιείται. Πώς διαχειρίζεστε αυτή την πλευρά του επαγγέλματός σας;

«Προσπαθώ να μην αφήνω να παίρνουν τα μυαλά μου αέρα και επίσης να διαχωρίζω αυτό που κάνω από αυτό που είμαι. Αν δεν το κάνεις αυτό είσαι χαμένος. Προσπαθώ επίσης να κρατήσω την οικογένειά μου όσο γίνεται πιο ξεχωριστά από τη δουλειά μου. Στην ιδιωτική μου ζωή είμαι μια ευτυχισμένη γυναίκα, παντρεμένη με έναν υπέροχο Ελληνοαμερικανό, τον Παντελή Κωνσταντινίδη, που με έχει βοηθήσει πάρα πολύ στο να παραμείνω προσγειωμένη».
- Εχετε εργαστεί στο θέατρο, στο σινεμά και στην τηλεόραση. Πού είναι η καρδιά σας;
«Νομίζω στο θέατρο. Αν και τα λατρεύω και τα τρία, ως ηθοποιός είμαι καλύτερα στο θέατρο. Στην τηλεόραση και στο σινεμά παίζεις για την κάμερα. Δεν έχεις αυτή την ανταπόκριση από το κοινό που έχεις στο θέατρο».
- Θα θέλατε να παίζετε πιο συχνά στο θέατρο;
«Εννοείται. Οταν όμως πρωταγωνιστείς σε ένα τηλεοπτικό σίριαλ δεν έχεις και πολύ ελεύθερο χρόνο. Και μην ξεχνάτε ότι μια ταινία έπειτα από μερικούς μήνες τελειώνει, αλλά ένα σίριαλ συνεχίζεται όσο έχει απήχηση και τηλεθέαση, και είναι πραγματικά σκληρή δουλειά».
- Ποιες είναι οι ιδιαίτερες δυσκολίες της τηλεόρασης;
«Το γεγονός ότι τα περισσότερα πλάνα είναι κοντινά και πρέπει να είσαι πιο συγκρατημένος. Στο θέατρο μπορείς να αφεθείς να κάνεις μεγάλες χειρονομίες, αλλά στην τηλεόραση πρέπει να είσαι πιο μαζεμένος, πιο υποτονικός, αλλιώς βγαίνεις στην οθόνη σαν καρικατούρα. Πάντως είναι εθιστικό να δουλεύεις εμπρός στην κάμερα».
- Τον τελευταίο καιρό ασχολείστε και με τη συγγραφή σεναρίων και με τη σκηνοθεσία σε μερικά από τα επεισόδια του «CSΙ»...
«Ναι, και μάλιστα μου άρεσε ιδιαίτερα ένα επεισόδιο που έγραψα και το οποίο είχε και ελληνικές αναφορές. Μου άρεσε που καθόμουν στο σπίτι μου και εργαζόμουν στον υπολογιστή μου, αφήνοντας τη φαντασία μου να ταξιδεύει και να δημιουργεί ήρωες και καταστάσεις. Το διασκέδασα αφάνταστα. Είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι στην τηλεόραση βασιλιάς είναι ο σεναριογράφος. Οταν υποδύεσαι ουσιαστικά παίζεις με τη φαντασία κάποιου άλλου, αλλά όταν γράφεις ένα σενάριο είναι η δική σου φαντασία που γεννάει όλες αυτές τις ιδέες».
  • - Ασχολείστε επίσης και με πολλούς φιλανθρωπικούς σκοπούς. Αν δεν κάνω λάθος έχετε κάνει πολλά πράγματα για τα παιδιά με ΑΙDS.
«Το πιο σημαντικό πράγμα όταν είσαι επιτυχημένος σε αυτό που κάνεις είναι να βοηθάς με όποιον τρόπο μπορείς αυτούς που είναι λιγότερο τυχεροί. Και μόνο το γεγονός ότι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται να ακούσουν αυτό που έχω να πω μου δημιουργεί μια αίσθηση ευθύνης. Για εμένα αυτός ο σκοπός, να βοηθάω όσο πιο πολύ μπορώ τα παιδιά με ΑΙDS, είναι αυτό που με κάνει περισσότερο υπερήφανη από όλα τα πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου».
- Ποια ήταν η στιγμή που θεωρήσατε ότι είχατε εκπληρώσει το όνειρό σας;
«Δεν θεωρώ ότι έχω ζήσει αυτή τη στιγμή ακόμα. Νομίζω ότι ακόμα ονειρεύομαι. Δεν θέλω να ακούγομαι αχάριστη. Είμαι τόσο τυχερή που μπορώ να κάνω αυτό που αγαπώ, αλλά νομίζω ότι έχω ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μου για να πω ότι εκπλήρωσα τα όνειρά μου. Πάντως δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που εμφανίστηκα σε θεατρική σκηνή ως επαγγελματίας ηθοποιός. Σκεφτόμουν ενθουσιασμένη: “Θεέ μου, κάνω αυτό που λατρεύω και με πληρώνουν και από πάνω”. (γέλια) Καμιά φορά νιώθω ότι θα ξυπνήσω από ένα όνειρο και φοβάμαι ότι όλα θα εξαφανιστούν. Είναι καλό να έχεις έναν μικρό φόβο μέσα σου. Σε βοηθάει να διατηρείς σώας τας φρένας σε έναν κόσμο τόσο παράλογο όσο το Χόλιγουντ».
- Ενα από τα όνειρά σας που θα θέλατε κάποτε να κάνετε πραγματικότητα;
«Να παίξω κάποια στιγμή στο Ηρώδειο. Πιστεύω ότι θα είναι μια συγκλονιστική εμπειρία. Την πρώτη φορά που είδα μια παράσταση στο θέατρο αυτό άρχισα να κλαίω από συγκίνηση».

Λίγο πριν πέσει η αυλαία

  • Ποιες παραστάσεις ολοκληρώνουν τον κύκλο τους την Κυριακή των Βαΐων
Θέατρο - Λίγο πριν πέσει η αυλαία
Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος και η Κατερίνα Μαραγκού στη «Φθινοπωρινή ιστορία»

Οσες συνήθειες κι αν έχουν αλλάξει πια στο ελληνικό θέατρο, η Κυριακή των Βαΐων παραμένει η ημερομηνία - σταθμός για τη λήξη της χειμερινής σεζόν Με τη διαφορά ότι ορισμένες πλέον, παραστάσεις, συνεχίζουν και μετά τις διακοπές του Πάσχα, ενώ σ΄αυτές προστίθενται και πρεμιέρες, ουκ ολίγα έργα κατεβάζουν την αυλαία τους στις 17 Απριλίου. Αρα, όποιος ενδιαφέρεται έχει μπροστά του δύο εβδομάδες για να προλάβει να τις δει, πριν κατέβουν.

Κι ενώ στο Εθνικό Θέατρο, μόνον ο «Συρανό ντε Μπερζεράκ» του Ρονστάν σε σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου, ολοκληρώνει τον τόσο επιτυχημένο βίο του, στο Θέατρο Τέχνης οι τέσσερις από τις πέντε παραστάσεις που παίζονται, τελειώνουν. Πρόκειται για τα έργα: «Το αρχαιότερο επάγγελμα», «Ανώνυμη Αγία ή μια Κοινότατη Ιστορία», «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ» και ο «Αλαντίν» - για τα παιδιά.

Αυλαία και για τις δύο παραγωγές του Απλού Θεάτρου, τον «Επιστάτη» του Πίντερ με τον Δημήτρη Καταλειφό και τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ με τη Ράνια Οικονομίδου, και τα δύο σε σκηνοθεσία του Αντώνη Αντύπα - στην Κεντρική και τη Νέα Σκηνή. Αυλαία και για τα «Ορφανά» του Ντένις Κέλλι, που σκηνοθετεί ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, όπως και για τις δύο παραστάσεις του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας, το «Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα» του Λόρκα, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού με την Μπέτυ Αρβανίτη και το «Σόλο Ντουέτο» με τη Μάνια Παπαδημητρίου, στη Β΄Σκηνή. Κι έπεται συνέχεια: «Φθινοπωρινή ιστορία» του Αρμπούζοφ με τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο και την Κατερίνα Μαραγκού στο θέατρο «Αλμα», αλλά και οι «Επικίνδυνες Σχέσεις» στο ίδιο θέατρο, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη. Ακόμα: «Σύλβια και Τεντ», «Rejected», «Ο Γλάρος», «Το βέλος που πληγώνει», «Caveman», «Ο Ταλαντούχος κύριος Ριπλέϊ», «Κεκλεισμένων των θυρών», «Γαμήλια Ψευδαίσθηση» καθώς και ο «Καλός στρατιώτης» στη Μικρή Πόρτα. Τέλος και για τις παραγωγές της Ελληνικής Θεαμάτων: «Κόκκινο» του Τζον Λόγκαν με τον Σταμάτη Φασουλή και τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» με τον Γιάννη Μπέζο, «Συμπέθεροι από τα Τίρανα» και «Φουρκέτα».