Monday, July 16, 2007

Από τον Τύπο (4)


Μότσαρτ. Με όποιο είδος μουσικής ασχολήθηκε ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (1756-1791) άφησε τη μοναδική του σφραγίδα: συμφωνίες, κοντσέρτα, μουσική δωματίου, θρησκευτική μουσική, σονάτα – και βέβαια, όπερες. Ανάμεσα στην «Απαγωγή απ’ το Σεράι», τους «Γάμους του Φίγκαρο», τον «Ντον Τζοβάνι», από τη μία, και τον «Μαγικό Αυλό», από την άλλη, μεσολάβησε μια όπερα με τον τίτλο «Ετσι κάνουν όλες», η τρίτη και τελευταία του συνεργασία με τον μεγάλο λιμπρετίστα Λορέντζο ντα Πόντε, και έργο με το οποίο συνεχίζεται η σειρά Μεγάλες Οπερες της Ντόιτσε Γκράμοφον. Γραμμένη το 1790, ένα μόλις χρόνο πριν από τον πρόωρο θάνατό του, η όπερα αυτή χαρακτηρίζεται από τον αξεπέραστο μελωδικό του οίστρο και παρά την κόπωση και την ψυχολογική κατάπτωση του συνθέτη, φέρει ακέραια τη σφραγίδα της μεγαλοφυΐας του. Εργο για τον αιώνιο πόλεμο των δύο φύλων, θεωρήθηκε τολμηρό όχι μόνο στην εποχή του αλλά και κατά τον 19ο αιώνα. Ανακαλύφθηκε εκ νέου μεταπολεμικά... [Η Καθημερινή, Μότσαρτ: «Ετσι κάνουν όλες»].

Λεξικό του θεάτρου. Δραματουργία, κείμενο, ηθοποιός, πρόσωπο. Patrice Pavis, Λεξικό του θεάτρου, «Gutenberg», σελ. 581. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, συγγραφέας πολλών μελετημάτων και βιβλίων περί δραματολογικών και παραστασιολογικών ζητημάτων του θεάτρου Voix et image de la scene, «Presses Universitaires de Lille», 1985, Marivaux a l' epreuve de la scene, «Publications de la Sorbonne», 1986, Le theatre au croissement des cultures, «J. Corti», 1990, L'analyse des spectacle, «Nathan», 1996 κ.ά.), μεταφραστής του Peter Szondi στα γαλλικά, ο Patrice Pavis έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό κυρίως χάρη στο Λεξικό του Θεάτρου, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1980. Η ελληνική μετάφραση ακολουθεί την τελευταία γαλλική έκδοση («Dunod», 1996, ενώ έχει ακολουθήσει και ανατύπωση, «Armand Colin», 2002). Περιλαμβάνει τον απόλογο του Κώστα Γεωργουσόπουλου, γενικού επιμελητή της έκδοσης, τον πρόλογο της Anne Ubersfeld, την εισαγωγή του Pavis, καθώς και τον θεματικό ενδείκτη, ο οποίος διακρίνει τα λήμματα σε οκτώ λειτουργικές κατηγορίες προς διευκόλυνση του αναγνώστη: Δραματουργία, κείμενο και λόγος, ηθοποιός και πρόσωπο, είδη και μορφές, δομικές αρχές και ζητήματα αισθητικής, πρόσληψη του θεάματος και σημειολογία... [Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, Χαρτογράφηση της θεωρητικής θεατρικής σκέψης, Γιώργος Π. Πεφάνης].
Αλέξης Δαμιανός. Ο λέκτορας Θεατρολογίας του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών Κωνσταντίνος Κυριακός μελετά την εμπλοκή του κινηματογραφιστή Αλέξη Δαμιανού με το θέατρο, είτε ως ηθοποιού είτε ως σκηνοθέτη. Η συγκεκριμένη προσέγγιση εστιάζει στα θιασαρχικά εγχειρήματα και τη δραματική παραγωγή της εξεταζόμενης προσωπικότητας. Εξετάζονται ζητήματα που σχετίζονται με τη θεατρική του παιδεία, τη μαθητεία του στο θίασο των «Ενωμένων Καλλιτεχνών» και τη σύντομη συνεργασία του με το «Θέατρο Τέχνης». Και γίνεται λόγος για τον ανανεωτικό χαρακτήρα των σχημάτων στα οποία ηγήθηκε, το «Πειραματικό Θέατρο» (1948-49) και το θέατρο «Πορεία» (1961-64). «Αιγόκερως», σελ. 362. [Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, Η θεατρική όψη του Αλέξη Δαμιανού, Παρουσιάζουν ο Νίκος Νττόκας και ο Βασίλης Κ. Καλαμαράς].

Από τον Τύπο (3)


Ανδρομάχη στην Επίδαυρο. Κάνει πρεμιέρα στην Επίδαυρο στις 20 και 21 Ιουλίου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου... Η Ανδρομάχη του Ρακίνα, τραγωδία σε πέντε πράξεις, που ο μεγάλος Γάλλος κλασικός εμπνεύστηκε από ένα απόσπασμα της Αινειάδας του Βιργιλίου, είναι η πρώτη μεγάλη παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου για τη φετινή θεατρική περίοδο. Εμπνευστής της παράστασης, ο Δημήτρης Μαυρίκιος, μελετητής του έργου του Ρακίνα εδώ και χρόνια, υπογράφει τη μετάφραση, τη διασκευή και τη σκηνοθεσία. Η Ανδρομάχη, πρόσωπο μυθολογικό, κόρη του βασιλιά της Κιλικίας, χήρα του Εκτορα και μητέρα του Αστυάνακτα, μια από τις πλέον ευγενείς μορφές του Ομήρου και του Ευριπίδη, είναι η ηρωίδα του Ρακίνα. Το έργο, γραμμένο το 1687 σε δωδεκασύλλαβο, καθιέρωσε τον συγγραφέα στη συνείδηση του κοινού ως έναν από τους κορυφαίους θεατρικούς συγγραφείς της εποχής του. Ο Ρακίνας έξοχος ερμηνευτής του αρχαίου πνεύματος, κυρίως του ελληνικού, πραγματεύτηκε τον μύθο της Ανδρομάχης με αρκετή ελευθερία. Στην παράσταση του Εθνικού τον ρόλο της Ανδρομάχης υποδύεται η Λυδία Φωτοπούλου, του Πύρρου ο Νίκος Καραθάνος, του Ορέστη ο Χρήστος Λούλης, της Ερμιόνης η Μαρία Κεχαγιόγλου, του Αστυάνακτα ο Κωνσταντίνος-Φραγκίσκος Ψυλλάκης. Η Ανδρομάχη κάνει πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 20 και 21 Ιουλίου και μετά περιοδεύει στην περιφέρεια. [Η Καθημερινή, Ανδρομάχη του Ρακίνα από το Εθνικό].
Οι Εφήμεροι. Σκην.: Αριάν Μνούσκιν. Θέατρο: Ολυμπιακό κλειστό γυμναστήριο Φαλήρου.
Παρ’ όλο που η παράσταση διαρκεί 7 - 8 ώρες (!) - τουλάχιστον στην περίπτωση που ο θεατής αποφασίζει να παρακολουθήσει και τα δύο μέρη μαζί - δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη ιστορία, μία κεντρική έστω «υπόθεση» στο έργο. Υπάρχουν πολλές μικρές. «Σκετσάκια» τα λέγαμε παλιά. Οπως εκείνη η πραγματικά συγκλονιστική σκηνή όπου ένας νεαρός τραντάζει αγχωμένος την εξώπορτα του διαμερίσματος όπου μένουν οι παππούδες του, ζητώντας τους «για τελευταία φορά» χρήματα. Με τους Duccio Bellugi, Delphime Cottu και Francis Ressort να σου κόβουν την ανάσα. Δεν δηλώνεται ξεκάθαρα αλλά δεν υπάρχει και καμιά αμφιβολία τι τα θέλει το παιδί τόσο απελπισμένα αυτά τα λεφτά. Μια σύντομη μικρή σκηνή που από μόνη της τα λέει όλα. Δίχως να συνδέεται με τις υπόλοιπες, μόνο ξεκάρφωτη δεν ήταν. Αυτή τη φορά τα πάντα συμβαίνουν σε μια σύγχρονη Γαλλία, όπως είπε η Μνούσκιν. Λάθος! Υπάρχουν πολλές σκηνές που αναφέρονται και στο παρελθόν. Αναμνήσεις από παλιές ευτυχισμένες μέρες, από τη γερμανική κατοχή, από περασμένες αγάπες. Ενα σημερινό παραμύθι, με στοιχεία ακόμα και μιας τηλεοπτικής σαπουνόπερας - και δεν το λέω αρνητικά τουλάχιστον αυτή τη φορά... [Η Καθημερινή, Τα μικρά «σκετσάκια» των «Εφήμερων», Κριτική Σπύρος Παγιατάκης].

Από τον Τύπο (2)


Σίντι Λάρμπι Τσερκάουι. Η αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ, λέει ο Φλαμανδός χορογράφος Σίντι Λάρμπι Τσερκάουι με αφορμή την παράσταση «Myth»... «Η πρώτη μου απόπειρα καλλιτεχνικής έκφρασης δεν ήταν ο χορός, αλλά η ζωγραφική. Ηταν ο τρόπος να ερμηνεύω την πραγματικότητα που με περιέβαλε. Κάποια στιγμή βαρέθηκα…Οι δύο διαστάσεις δεν ήταν αρκετές. Τότε ξεκίνησα να χορεύω. Και το πιο ωραίο πράγμα στον χορό είναι ότι πρέπει να συνεχίζεις να χορεύεις για να δεις τι ζωγραφίζεις. Επιπλέον, είσαι το μολύβι και το χαρτί. Ο χορός δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια προσωρινή, φευγαλέα ζωγραφιά, αφού διαλύεται όταν η κίνηση έρχεται στο τέλος της. Κάθε κομμάτι πρέπει να σχεδιαστεί εκ νέου κάθε φορά…». Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε παράσταση του Σίντι Λάρμπι Τσερκάουι είναι σαν μια τεράστια ζωγραφική σύνθεση, σαν ένα βιβλίο με πολλές ιστορίες. Ο νεαρός Φλαμανδός (μαροκινής καταγωγής) χορογράφος είναι μόλις τριάντα ετών. Ηδη όμως η φήμη του εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο.[Η Καθημερινή, Ο χορός είναι μια φευγαλέα ζωγραφιά, Της Σαντρας Βουλγαρη].
Η ομάδα amorphy.org. παρουσιάζει μια παράσταση σαν βίντεο-γκέιμ που ακροοβατεί ανάμεσα στο εικονικό και το πραγματικό... Η Bαλχάλα, ο παράδεισος των αρχαίων Σκανδιναβών πολεμιστών αποτελούνταν από 540 πόρτες-τοίχους φτιαγμένους από λόγχες και ένα ταβάνι από ασπίδες. Εκεί, οι πολεμιστές συνέχιζαν να προετοιμάζονται για τη μεγάλη μάχη των θεών και τα βράδια μεθούσαν και έτρωγαν αγριογούρουνα. Η Βαλχάλα εκτός από σύμβολο της σκανδιναβικής παράδοσης είναι και σύμβολο των παικτών των βίντεο-γκέιμ. Πολύ συχνά σε αυτά τα παιχνίδια αποτίουν φόρο τιμής στη Βαλχάλα δίνοντας λ.χ. το όνομά της σε μια πίστα όπου ο παίκτης πρέπει να αντιμετωπίσει σκληρές δοκιμασίες. Αυτόν τον τίτλο διάλεξε και μια από τις καλύτερες ελληνικές παραγωγές new media χοροδράματος που έχουμε δει ώς σήμερα, για να μιλήσει για τη σχέση εικονικού - πραγματικού σώματος αλλά και για τη δραματουργία στην εποχή των εικονικών περιβαλλόντων... [Η Καθημερινή, Βαλχάλα, ένα ψηφιακό χορόδραμα, Του Mατθαίου Tσιμιτάκη].

Βιμ Βαντεκέιμπους. Γυαλί τα νερά του Μεσσηνιακού Κόλπου να καθρεφτίζουν τον Ταΰγετο. «Καθρέφτης» το έργο-αναδρομή στην 20ετή πορεία του «αιρετικού» Βέλγου χορογράφου Βιμ Βαντεκέιμπους να αντανακλά την ταυτότητα του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Το φεστιβάλ, που καλωσόρισε τη φετινή 13η διοργάνωσή του την Παρασκευή στο Αμφιθέατρο του Κάστρου της πόλης με την παράσταση του Βαντεκέιμπους, δικαιούται να καυχηθεί ότι διαμόρφωσε ελληνικό κοινό στο χορό... [Ελευθεροτυπία, Στην Καλαμάτα δεν ντύνουν τους γυμνούς, Αποστολή της Ναταλί Χατζηαντωνίου].
(Λεζάντα: Σκηνή από τον «Καθρέφτη» του Βιμ Βαντεκέιμπους)

Από τον Τύπο (1)

Μήδεια - σοπράνο στα κοκκινόμαυρα

Επειτα από 46 χρόνια από τότε που η Μαρία Κάλλας είχε ερμηνεύσει τη «Μήδεια» στην Επίδαυρο, το λυρικό θέατρο ζωντάνεψε ξανά στον χώρο της αρχαίας τραγωδίας. Ταιριάζει, τελικά, η όπερα στην Επίδαυρο; Το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί μονολεκτικά, ακόμη και τώρα που η οπερατική «Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι, παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών, για να τιμηθούν τα 30χρονα από τον θάνατο της Κάλλας, αποτελεί παρελθόν για το αργολικό θέατρο... [Έθνος, Μήδεια - σοπράνο στα κοκκινόμαυρα, Γράφει η Αντιγόνη Καράλη].

Να «ανοίξει» ή όχι η Επίδαυρος -ο «νόμιμος» χώρος αναβίωσης του αρχαίου δράματος- στον φυσικό «απόγονό» του, την όπερα; Να «ανοίξει» σε μια προσπάθεια αποφόρτισης του χώρου από το ειδικό βάρος της αρχαιότητας, αλλά και σε μια ευρύτερη απόπειρα «απενοχοποίησης» των σκηνικών ειδών; Να διευρύνει το αρχαίο αργολικό θέατρο την γκάμα του ως μέρος ενός συνολικότερου πειράματος, στο οποίο φέτος εντάσσεται ο Μπέκετ («Ευτυχισμένες μέρες») και ο Ρακίνας («Ανδρομάχη»);
Η Αννα-Κατερίνα Αντονάτσι σε μια σκηνή από την ερμηνεία της Μήδειας στην Επίδαυρο
Για «ιστορικό γεγονός» μιλούσαν μετά την παράσταση της «Μήδειας» του Κερουμπίνι, το Σάββατο, αρκετοί από τους θεατές -, ανάμεσά τους ήταν ο Γιώργος Βουλγαράκης, ο Γιώργος Λούκος, ο Χρήστος Λαμπράκης, ο Αγγελος Δεληβορριάς κ.ά. Επειτα από χρόνια παρουσιαζόταν ξανά στην ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου μια όπερα, δίνοντας εμπράκτως την ιδανική ίσως απάντηση στο ερώτημα για την καταλληλότητα του συγκεκριμένου είδους στον «βεβαρημένο» ιδεολογικά χώρο... [Ελευθεροτυπία, Η όπερα ταιριάζει στην Επίδαυρο, της Ιωάννας Κλεφτογιάννη].

Με παρουσίαση της όπερας του Κερουμπίνι «Μήδεια» στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου κορυφώθηκε το τετραμερές αφιέρωμα του Ελληνικού Φεστιβάλ στην επέτειο 30 χρόνων από το θάνατο της Μαρίας Κάλλας.

Η Γλαύκη (Αννα Μαρία Ντελ' Οστε) έτοιμη για τον γάμο της με τον Ιάσονα
Η όπερα δόθηκε στην ιταλική διασκευή. Ηταν μία παραγωγή που έφερε το στίγμα του Ελληνα σκηνογράφου Γιάννη Κόκκου, ο οποίος εκτός από τα σκηνικά και κοστούμια υπέγραψε επίσης τη σκηνοθεσία. Οι πέντε πρωταγωνιστές ήταν ξένοι. Ελληνες μονωδοί τραγούδησαν βοηθητικούς ρόλους. Συμμετείχαν η Χορωδία της ΕΡΤ και ηθοποιοί(;) σε βωβούς ρόλους. Τους τραγουδιστές συνόδευσε η Ορχήστρα Capella Coloniensis. Διηύθυνε ο Λουκάς Καρυτινός... [Ελευθεροτυπία, Επιτέλους, τίμησαν την Κάλλας όπως της αξίζει, Κριτική του Γιάννη Σβώλου].


Η Κική Μορφονιού, η Νέρις στο πλευρό της Μήδειας-Κάλλας στην αλησμόνητη παράσταση του '61, χαρακτηρίζει την Επίδαυρο «τουλάχιστον ιδανικό τόπο» για οπερατικές παραστάσεις.

Η ιστορική Μήδεια του 1961 με τη Μαρία Κάλλας και την Κική Μορφονιού
«Εχει τέλεια ακουστική», υποστηρίζει. Παρακολουθώντας το Σάββατο, συναισθηματικά φορτισμένη υπό το βάρος των αναμνήσεών της, την παράσταση του Γ. Κόκκου, σε γενικές γραμμές έμεινε ικανοποιημένη. «Ηταν μια καλή, μια αξιοπρεπής δουλειά, παρ' όλο που δεν μπορώ να τη συγκρίνω με τη δική μας παράσταση. Κατ' αρχάς η Κάλλας είναι ασύγκριτη», τονίζει η μεσόφωνος.

Κική Μορφονιού
«Δεν μπορώ να τη βάλω δίπλα σε καμία καλή σοπράνο. Η κυρία Αντονάτσι είναι νέα, έχει πολύ ωραία φωνή, θέλησε να γίνει πιο έντονη η παρουσία της ως τραγωδού, αλλά το μεγαλείο της Κάλλας ήταν η ερμηνεία. Ητανε τραγωδός! Ηταν πολύ ωραία βεβαίως η σκηνοθεσία του κ. Κόκκου. Τώρα το αν σου αρέσει ή όχι ο ήχος της ορχήστρας με τα όργανα εποχής θεωρώ ότι είναι θέμα καθαρά προσωπικού γούστου. Με αυτά, όμως, τα όργανα παρουσιαζόταν η όπερα την εποχή του Κερουμπίνι». [Ελευθεροτυπία, Η Κάλλας είναι ασύγκριτη].

Η Πέμη Ζούνη στη μακριά καλλιτεχνική της πορεία ελάχιστα πέρασε από κρατικές σκηνές, κι ας έκανε τη θριαμβευτική της είσοδο στο θέατρο από το Εθνικό ερμηνεύοντας τό 1982 τη Δυσδαιμόνα στον πολυσυζητημένο «Οθέλο» του Σπύρου Ευαγγελάτου στο πλευρό του Ηλία Λογοθέτη και του Νικήτα Τσακίρογλου. Μετά από είκοσι πέντε χρόνια λαμπρές θεατρικές επιδόσεις, αν όχι και τόσο σε θεάτρο ρεπερτορίου, αλλά και μια πρόσφατη σύντομη περιπέτεια ως θιασάρχις, η καλή ηθοποιός εγκαταλείπει το ελεύθερο, και αθηναϊκό, θέατρο και ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη. Θα συνεργαστεί για πρώτη φορά με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Θα είναι η Μπλανς Ντιμπουά στο «Λεωφορείον ο Πόθος», που θα σκηνοθετήσει ο Αντώνης Καλογρίδης. Είναι, επίσης, η πρώτη φορά που το αριστούργημα του Τένεσι Ουίλιαμς εντάσσεται στο ρεπερτόριο του ΚΘΒΕ (πρεμιέρα τον Φεβρουάριο του 2008)... [Ελευθεροτυπία, Σε κρατική σκηνή για χάρη της Μπλανς Ντιμπουά].


Sunday, July 15, 2007

Hugo von Hofmannsthal (1874-1929)



Ο Αυστριακός ποιητής, δραματουργός, και δοκιμιογράφος, Ούγκο φον Χόφμανσταλ [Hugo von Hofmannsthal] ο οποίος έγινε διεθνώς διάσημος για τη συνεργασία του με το γερμανό συνθέτη Richard Strauss, γεννήθηκε στη Βιέννη, σε μια παλαιά ισπανο-εβραϊκή οικογένεια, την 1 Φεβρουαρίου 1874 και πέθανε στις 15 Ιουλίου 1929. Μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Hofmannsthal ίδρυσε μαζί με τον Max Reinhardt το Φεστιβάλ του Σάλτζμπουργκ, όπου και ανέβηκαν αρκετά από τα έργα του.

Τα πρώτα ποιήματα και τα δοκίμια τού Hofmannsthal δημοσιεύτηκαν όταν αυτός βρισκόταν στην ηλικία των 16 χρόνων, κάτω από το ψευδώνυμο Loris. Το 1892 ο Hofmannsthal γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Βιέννης για να σπουδάσει νομικά, αλλά τα εγκατέλειψε για τη φιλολογία, απ’ όπου και έλαβε το διδακτορικό του το 1898. Μετά από αυτό αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στο γράψιμο.

Στην ηλικία δεκαεπτά Hofmannsthal συνάντησε τον γερμανό ποιητή Stefan George, από τον οποίο υιοθέτησε την ιδέα της «της τέχνη για την τέχνη» για μια περίοδο. Ο Hoffmansthal γρήγορα συνειδητοποίησε ότι ενώ η τέχνη μπορεί να είναι το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή ενός δημιουργού, δεν έχει τέτοια έννοια για τους ανθρώπους που είναι ανίκανοι να δημιουργήσουν.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στη Γαλλία το 1900, ο Hofmannsthal συνάντησε μεταξύ των άλλων τον Auguste Rodin και τον ποιητή Maeterlinck. Την επόμενη χρονιά νυμφεύθηκε την Gertrud Schlesinger, κόρη ενός τραπεζίτη. Το ζεύγος εγκαταστάθηκε σε ένα χωριάτικο σπίτι στο Rodaun, κοντά στη Βιέννη, όπου έζησαν για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Στα 26 του χρόνια ο Hofmannsthal εγκατέλειψε την ποίηση για να αφοσιωθεί στο θέατρο, που θεωρούσε ότι πρόσφερε δυνατότητες για να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις. Η αύξηση του αντισημιτισμού τον ανησύχησε, και αρκετά από τα έργα και τα λιμπρέτα του ήταν για την πολιτική εξουσία – το καθήκον των κυβερνητών είναι να συντηρήσουν τις τέχνες που ελέγχουν τον παραλογισμό! Το 1903 ο Hoffmannsthal ισχυροποίησε τη φιλία του με τον Max Reinhardt και έτσι αναμίχθηκε όλο και περισσότερο στο θέατρο.

Μέσα σε δύο δεκαετίες, ο Hofmannsthal και ο Richard Strauss συνεργάστηκαν σε έξι όπερες, παρά τις αντιπαραβαλλόμενες ιδιοσυγκρασίες και τα διαφορετικά υπόβαθρα, τον αισθητικισμό του Hofmannstahl τους και την προσγειωμένη τοποθέτηση του Strauss.

Το πρώτο λιμπρέτο του Hofmannsthal για τον Strauss βασίστηκε στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή (1906). Είχε αρχίσει το έργο ήδη από το 1901, αλλά η όπερα έκανε πρεμιέρα στις 25 Ιανουαρίου 1909.

Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου o Hofmannsthal έγραψε διάφορα πολιτικά δοκίμια. Υπηρέτησε για λίγο διάστημα στον αυστριακό στρατό και έπειτα στο αυστριακό Υπουργείο Πολέμου. Μετά από την κατάρρευση της μοναρχίας, έγινε ένας συνήγορος της συντήρησης και της αποκατάστασης του γερμανικού και αυστριακού πολιτισμού, ελπίζοντας ότι η τέχνη θα μπορούσε να σώσει την Ευρώπη από την πολιτική αναταραχή!

Από τα έργα του, η «Ηλέκτρα» και ο Οιδίπους με την σφίγγα [König Oedipus] συνδέονται με το αρχαίο δράμα, ο «Καθένας» [Jedermann] ξυπνάει τα μυστήρια της γοτθικής εποχής, η «Διασωθείσα Βενετία» [Das Gerettete Venedig] εμπνευσμένη από ένα έργο του Thomas Otway (το Venice Preserv'd) ξαναφέρνει στη ζωή το ελισαβετιανό θέατρο. Οι πρώτες κωμωδίες ζωντανεύουν το Ροκοκό θυμίζοντας με την ατμόσφαιρά τους τον μουσικο-πλαστικό κόσμο των πινάκων του Βατό και τη Βενετία του Γκουάρντι. Ο ποιητής όμως δεν αρκείται στην αναπαράστασή του της σύγχρονης τραγικής ή κωμικής μορφής σ’ αυτές τις επιτυχίες. Χρόνια παιδεύεται για την οριστική σύνθεση μιας κωμωδίας κι ενός δράματος τέτοιας ολκής που να δημιουργεί χαρακτηριστικούς τύπους σύμφωνα με το αίσθημα της ζωής και την πνευματικότητα της εποχής μας. Το δράμα του Καλντερόν «Η ζωή είναι ένα όνειρο» δεν του έδωσε παρά την πρώτη ύλη για το σοβαρό έργο, που με τον τίτλο «Ο Πύργος» [Der Turm] έγινε γνωστό λίγο πριν από το θάνατο του ποιητή: από την πραγματική προσωπική ανάπτυξη ενός ιστορικού χώρου προκύπτει ένα υποδειγματικό δράμα για την ανθρώπινη υπόσταση της εποχής μας. Μια κωμωδία παρόμοιας επικαιρότητας είναι ο «Δύσκολος» [Der Schwierige]. Το περιεχόμενο και η δράση δείχνουν τη μεταπολεμική Αυστρία, αλλά το έργο δεν μένει δεμένο μ’ αυτή την εποχή, γιατί ελεύθερα ενεργεί ο ποιητής με τα εξωτερικά δεδομένα…

Πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 15 Ιουλίου 1929 – δύο ημέρες μετά την αυτοκτονία του μεγαλύτερου γιου του Franz.

Анто́н Па́влович Че́хов


Στις 29 Ιανουαρίου 1860 γεννήθηκε ο Άντον Τσέχοφ [Анто́н Па́влович Че́хов] και πέθανε στις 14 ή 15 Ιουλίου 1904. Θεατρικός συγγραφέας αλλά και μέγιστος διηγηματογράφος, ο Τσέχοφ έζησε σε μια Ρωσία μεγάλης αθλιότητας και φυσικά υπέφερε κι ο ίδιος με όσα έβλεπε. Κι όπως έχει πει ο σκηνοθέτης Πίτερ Μπρουκ (περ. «Δρώμενα», τ.3/4, 1984), ο Τσέχοφ ήταν ένας αμφισβητίας της εποχής του. Σαν γιατρός είχε αναπτύξει μια μεγάλη ικανότητα παρατήρησης κι ακόμη πολύ χιούμορ – ένα χιούμορ συχνά πολύ σκυθρωπό.

Υπάρχουν δυο παράγοντες εξαιρετικά σημαντικοί στη ζωή του Τσέχοφ. Ο πρώτος ότι ήταν ένας άνθρωπος καταδικασμένος, ο θάνατος τον κυνηγούσε, ο δεύτερος ότι μπροστά σε αυτό το γεγονός – με την προαίσθηση αυτών που θα πεθάνουν νέοι – έδειχνε μια ενέργεια ασύλληπτη.

Πλάι στην ιατρική του δραστηριότητα έγραψε τόσες ιστορίες, τόσα άρθρα, έκανε τόσα ταξίδια. Παρόλο που ήταν άρρωστος για παράδειγμα έκανε ένα απίστευτο δύσκολο ταξίδι για να επισκεφθεί τους καταδικασμένους στα κάτεργα. Ζούσαν κάτω από συνθήκες απόλυτα φρικτές, όπως ο Σολζενίτσιν στη Σιβηρία, κι όλα τούτα τα περιέγραψε σ’ ένα του αφήγημα. Ένας άνθρωπος ευαίσθητος και δυστυχισμένος, ο άνθρωπος που ξέρουμε από τις φωτογραφίες του, αυτόν ξαναβρίσκουμε στα διηγήματά του.

Περνώντας στο θέατρο ο τόνος των έργων του αλλάζει κι αυτό είναι η απόδειξη ότι δεν πρόκειται μόνο για έναν καλό συγγραφέα που γράφει θέατρο, αλλά για ένα ταλέντο απόλυτα εξαιρετικό. Είχε καταλάβει (όπως ο Σέξπιρ και λίγοι ακόμη) αυτό που στο θέατρο είναι θεμελιώδες: θέατρο δεν υπάρχει παρά αν η αναγκαστικά οπτική γωνία του μυθιστοριογράφου εξαφανιστεί για να δώσει η θέση της σε μια οπτική γωνία πολλαπλή. Αυτό μοιάζει αδύνατο. Είναι σαν κάποιος, κοιτώντας τα αγάλματα στην Ινδία, να ’λεγε, «α, τι ωραίο θα ’ταν να είχαν δώδεκα χέρια»! Άλλο να διαπιστώνεις κι άλλο να κατορθώνεις.

Δεν είναι τυχαίο – λέει ο Μπρουκ – ότι υπάρχουν εξαιρετικά λίγα μεγάλα έργα. Για μένα οι δυο μεγαλύτεροι συγγραφείς είναι ο Σέξπιρ κι ο Τσέχοφ. Είναι περίεργο που δυο άνθρωποι με ύφος τόσο διαφορετικό (ο ένας γράφει έργα επικά σε στίχο, ο άλλος ρεαλιστικά σε πρόζα) συναντώνται, μπορούμε να πούμε, σε τούτο το κοινό σημείο: την πολλαπλή οπτική γωνία. Και στις δυο περιπτώσεις καμιά κρίση δεν εκφέρεται για τα πρόσωπα. Το καθένα υπάρχει με τρόπο ολότελα ανεξάρτητο. Ο ηθοποιός μπορεί να δώσει εξίσου πυκνότητα στο ένα ή στο άλλο πρόσωπο κι ο θεατής να βγει από το συνηθισμένο του μανιχαϊσμό: δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί»! ΕΡΓΑ που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά:

Ο βυσσινόκηπος, Τρεις αδελφές, Ο γλάρος, Θείος Βάνιας, Ιβάνoφ, Πρόταση γάμου, Η αρκούδα, Η κυρία με το σκυλάκι, Το βιολί του Ρότσιλντ, Αστείες ιστορίες, Η στέπα, Η μονομαχία, Η αρραβωνιαστικιά, Το στοίχημα, Η ψυχούλα, Η επέτειος, Ο μαύρος καλόγερος, Στη χαράδρα, Η νυφούλα, Η ιστορία ενός ανώνυμου ανθρώπου, Οι εχθροί, Ρώσικες αστυνομικές ιστορίες, Σχετικά με τα ψάρια, Καστάνκα, Το σαμοβάρι με τα παραμύθια, Ω, γυναίκες, γυναίκες!, Αριάδνη και άλλα διηγήματα, Η αγάπη, Ανιαρή ιστορία,

Έργα του Τσέχοφ έχουν μεταφράσει οι Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Λυκούργος Καλλέργης, Ερρίκος Μπελιές, κ.α.

Friday, July 13, 2007

МариусИвановичПетипа


Ο χορευτής, δάσκαλος, και χορογράφος μπαλέτου Μάριος Ιβάνοβιτς Πετιπά [Ivanovich Petipa, ρωσικά: МариусИвановичПетипа] γεννήθηκε στις 11 Μαρτίου 1818 στη Μασσαλία (Γαλλία) και πέθανε στο Gurzuf της Κριμαίας, σε αυτό που είναι σήμερα η Ουκρανία, στις 14 Ιουλίου 1910. Στον Μάριο Πετιπά δίνεται συχνά ο τίτλος «πατέρας του κλασικού μπαλέτου», και αναφέρεται σχεδόν ομόφωνα από τους καλλιτέχνες του κλασικού μπαλέτου ότι είναι ο balletmaster και ο χορογράφος που έχει επιδράσει στη δουλειά τους - μεταξύ τους και ο George Balanchine, ο οποίος ανέφερε ότι βαθιά επηρεάστηκε από τον Πετιπά.

Jacinto Benavente


Ο Ισπανός θεατρικός συγγραφέας Γιακίνθο Μπεναβέντε [Jacinto Benavente), γεννήθηκε στις 12 Αυγούστου 1866 και πέθανε στις 14 Ιουλίου 1954. Πήρε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1922. Ο πιο επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας των ημερών στην Ισπανία, “γέμισε” με την θεατρική του παραγωγή το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα. Και η παραγωγή του περιλαμβάνει μέχρι και διακόσια έργα, ανάμεσα στα οποία είναι και οι μεταφράσεις του έργων του Μολιέρου και του Σέξπιρ. Το πιο γνωστό του έργο που παίχτηκε και σε άλλες χώρες εκτός Ισπανίας είναι το Los intereses creados (Τα δημιουργημένα συμφέροντα, 1907). Άλλα έργα: La malquerida (1913), Gente conocida (1896), El marido de la Téllez (1897), La noche del sábado (1903), Los malhechores del bien (1905), Más fuerte que el amor (1906).

Oluwole Soyinka


Ο Νιγηριανός θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και πολιτικός ακτιβιστής Ουόλε Σογίνκα [Wole Soyinka], γεννήθηκε στις 13 Ιουλίου 1934. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Λιντς και στο Λονδίνο's Royal Court Theatre και έζησε πολλά χρόνια στο Λονδίνο. Γράφει στα αγγλικά.

Επέστρεψε στη Νιγηρία το 1960, όπου και δημιούργησε δική του θεατρική ομάδα, The Masks, και την επαγγελματική ομάδα Orisun Repertory, που παρουσίασαν έργα του στα αγγλικά. Δίδαξε στο πανεπιστήμιο του Ife (Nigeria), και στο πανεπιστήμιο Cornell. Φυλακίστηκε (1967-69) για τις πολιτικές του πεποιθήσεις κατά τη διάρκεια του Νιγηριανού εμφύλιου πολέμου, έγραψε τις εμπειρίες του από τη φυλακή, The Man Died [=1973).
Διασκεύασε τις Βάκχες του Ευριπίδη που παρουσιάστηκαν το 1973 στο Old Vic. Το 1986 ο Σογίνκα έγινε ο πρώτος Αφρικανός που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Μετά το τέλος της δικτατορίας στην πατρίδα του (1998), ο Σογίνκα επέστρεψε. Γνωστά έργα του είναι: Death and the King's Horseman (1975) και A Play of Giants (1984), μια σατιρική "επισκόπηση" της Αφρικής, The Interpreters (1965), Isara (1988), Ake (1983), αυτοβιογραφικό αναφέρεται στη δικταττορική περίοδο, και η συλλογή δοκιμίων του Art, Dialogue, and Outrage (1988, 1994) και The Burden of Memory, The Muse of Forgiveness (1998).
Άλλα έργα του: The House of Banigeji (1956), The Lion and the Jewel (1957), The Swamp Dwellers (1957), The Invention (1959), The Trials of Brother Jero (1960), The Dance of the Forests (1960), The Republican (964), The Strong Breed (1964), Before the Blackout (1965), The Road (1965), Kongi's Harvest (1966), Madmen and Specialists (1971).

Tuesday, July 10, 2007

Ο Pär Lagerkvist...

Ο Σουηδός ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός και θεατρικός συγγραφέας Περ Λάγκερκβιστ [Lagerkvist, Pär), γεννήθηκε στις 23 Μαϊου1891 και πέθανε στις 11 Ιουλίου 1974. Πρωτοπόρος του σύγχρονου σουηδικού θεάτρου.
Τα πρώτα του έργα χαρακτηρίζονται από ένα αίσθημα απελπισίας και είναι επηρεασμένα από τον Στρίντμπεργκ και τον Μέτερλινκ. Στην πορεία όμως στράφηκε στο ρεαλισμό. Έργα του: Ο τελευταίος άνθρωπος [Sista människan, 1917], μια σειρά από μονόπρακτα: Η δύσκολη ώρα [Den svara stunden, 1918], Το μυστικό τ’ ουρανού [Himlens hemlighet, 1919], Den osynlige (1923), Αυτός που ξανάζησε τη ζωή του [Han somfick leva om sitt liv, 1928], O βασιλιάς [Konungen], δημοσιεύτηκε το 1932 και ανέβηκε στη σκηνή το 1950, Ο δήμιος [Bödeln, 1934], Ο άνθρωπος χωρίς ψυχή [Mannen utan själ, 1936], Mεσοκαλοκαιρινό όνειρο στο φτωχό σπίτι [Midsommardröm I fattighuset, 1941], Seger i mörkret [1940], Αφήστε τον άνθρωπο να ζήσει [Lat människan leva, 1949].
Δραματοποίησε το μυθιστόρημά του Βαραβάς (1953) κι αργότερα το έκανε σενάριο για τον κινηματογράφο. Επίσης έγραψε δοκίμια για το θέατρο, συνηγορώντας στη συνύπαρξη ρεαλισμού και συμβολισμού στο θέατρο. Το 1951 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

O Laurence Olivier...


Ο βρετανός ηθοποιός και σκηνοθέτης Λόρενς Ολίβιε [Laurence Olivier, 1907-1989], θεωρείται ότι είναι ο σημαντικότερος της γενιάς του. Αλλά, αποδείχτηκε στην πορεία ότι ήταν και των επόμενων γενεών. Την πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο την έκανε το 1922 στο Stratford-upon-Avon με το έργο Το ημέρωμα της στρίγγλας [The Taming of the Shrew] του Σέξπιρ. Από το 1926 μέχρι το 1928 συνεργάστηκε με το Θίασο Ρεπερτορίου του Μπέρμιγχαμ. Στη συνέχεια, το 1935 έπαιξε Ρωμαίο και Μερκούτιο, σε μια εναλλαγή ρόλων με τον Τζον Γκίλγκουντ στο Ρωμαίος και Ιουλιέτα κι έφτιαξε την τεράστια φήμη του στο Old Vic, όπου ήταν συνδιευθυντής με τον Ραλφ Ρίτσαρντσον, ιδιαίτερα παίζοντας Άμλετ, Ερρίκο Ε΄, Μάκβεθ, Σερ Τόμπι στη Δωδέκατη νύχτα, Ιάγος στον Οθέλλο, Κοριολανό. Εκπληκτικές και οι σκηνοθεσίες του εκείνης της περιόδου: Θείος Βάνιας, Βασιλιάς Λιρ, Ερρίκος Δ΄, Ριχάρδος Γ΄, Οιδίπους τύραννος του Σοφοκλή…
Οι επιτυχίες διαδέχονταν η μιά την άλλη. Το 1955 με το Βασιλικό Σεξπιρικό Θίασο έπαιξε στο έργο Τίτος Ανδρόνικος. Βεβαίως, ερμήνευσε και έργα του σύγχρονου θεάτρου, όπως του Όσμπορν Ο γελωτοποιός [The Entertainer, 1957), του Ιονέσκο Ρινόκερος (1960) και του Ανούιγ Μπέκετ (1961). Το 1961 διορίστηκε διευθυντής στο Θεατρικό Φεστιβάλ του Chichester και την επόμενη χρονιά έγινε ο πρώτος διευθυντής (μέχρι το 1973) του Εθνικού Θεάτρου, που ξεκίνησε τη λειτουργία του με τον Άμλετ και το 1964 ερμήνευσε για πρώτη φορά τον Οθέλλο.
Επίσης έπαιξε στο Θείο Βάνια του Τσέχοφ, στο Χορό του θανάτου του Στρίντμπεργκ, στον Έμπορο της Βενετίας του Σέξπιρ κ.α. Το 1961 νυμφεύθηκε την ηθοποιό Τζόαν Πλοουράιτ [Joan Plowright]. Είχε και δυο ακόμη γάμους που κατέληξαν σε διαζύγιο με τις ηθοποιούς Jill Esmond και Vivien Leigh.
Η κινηματογραφική θητεία του περιλαμβάνει τις ταινίες: Ανεμοδαρμένα ύψη και Συντρίμια του έρωτα του Ουάιλερ, Ρεβέκα του Χίτσκοκ, Λαίδη Χάμιλτον του Κόρντα, Όπερα του ζητιάνου του Μπρουκ, Σπάρτακος του Κιούμπρικ, Ύποπτος του Πύργου του Λονδίνου του Πρέμιγκερ, Σλουθ του Μάνκιεβιτς, Ανθρωποκυνηγητό του Σλέσιντζερ. Επιτυχημένες (τιμήθηκε με Όσκαρ) ήταν και οι εμφανίσεις του, ως ηθοποιού και σκηνοθέτη, ιδιαίτερα στις ταινίες Ερρίκος Ε΄ (1944) και Άμλετ (1948), καθώς και στον Ριχάρδο Γ΄, στον Οθέλλο (1965) και στις Τρεις αδελφές (1970). Βιβλία του: Εξομολογήσεις ενός ηθοποιού [Confessions of an actor], που στην ελληνική έκδοση μεταφράστηκε από τη Δέσπω Διαμαντίδου και Περί ηθοποιίας [On Acting, 1986]. Βραβεία και διακρίσεις: Για την προσφορά του στο αγγλικό θέατρο του απονεμήθηκε τίτλος ευγενείας. 15 Academy Awards, 8 Emmy Awards, 5 Golden Globe Awards, 3 Νέα Υόρκη Film Critics Awards (Σλουθ, Άμλετ, Ερρίκος V), 2 National Board of Review Awards, 8 British Academy of Film and Television Arts Awards. Άλλα βραβεία: Film Society of Lincoln Center, Order of Merit Award, Saturn Award for Best Actor (The Boys From Brazil), Life Peer Award, Tony Award nomination (The Entertainer), David di Donatello Best Foreign Production Award και Silver Berlin Bear International Prize (Ριχάρδος III), Italian National Syndicate for Film Journalists, Silver Ribbon Award for Best Director on a Foreign Film (Ερρίκος V), Bodil Festen Best European Film Award και Venice Film Festival Golden Lion Award (Άμλετ).

Thursday, July 5, 2007

Ο Marcel Achard...


Ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας Μαρσέλ Ασάρ [Marcel Achard], γεννήθηκε στο Sainte-Foy-lès-Lyon στις 5 Ιουλίου 1899 και απήλθε στις 4 Σεπτεμβρίου 1974 στο Παρίσι. Πέρασε από τη δημοσιογραφία και στο θέατρο «μπήκε» το 1922 με το έργο Celui qui vivait sa morte, αλλά η πρώτη του επιτυχία ήταν το 1923 με την κωμωδία Voulez – vous jouer avec moi? [=Θέλετε να παίξετε μαζί μου;] που ανέβηκε στο θέατρο L’ Atelier του Σαρλ Ντιλέν.

Πιο πολλά από τα έργα του παρουσιάστηκαν από τον Λουί Ζουβέ:
Malborough s’ en va-t’en guerre [=1924), The Beautiful Bargewoman [=1929), Domino [=1931), Petrus [=1933), The Woman In White [=1933), Le Corsaire [=Ο κουρσάρος, 1938), Adam [=1939), Auprés de ma blonde [=1946), Les compagnons de la Marjolaine [=1952), Le mal d'amour [=1955), Patate [=Πατάτα, 1957), L'idiote [=Ο βλάκας, 1962), Turlututu (1962), Eugène le mystérieux [=1963), Machin-Chouette [=1964), Gugusse [=1968), La débauche [=Η κραιπάλη, 1973 – ήταν το τελευταίο έργο του), Jean de la lune [=1929]…

Το 1959 έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας.

Ο Jean Cocteau...


O Γάλλος ποιητής, πεζογράφος, κριτικός, σκηνοθέτης, σκηνογράφος και θεατρικός συγγραφέας Ζαν Κοκτό [Jean Cocteau] γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου 1889 και πέθανε στις 11 Οκτωβρίου 1963. Την πρώτη του ποιητική συλλογή τη δημοσίευσε σε ηλικία 17 χρόνων και γρήγορα έγινε μια αξιοπρόσεκτη φιγούρα στους γαλλικούς κύκλους των διανοουμένων.

Το δημοφιλές μυθιστόρημά του Les Enfants terribles [=Tα τρομερά παιδιά] δημοσιεύτηκε το 1929 κι έγινε ταινία στον κινηματογράφο το 1950. Συνεργάστηκε με διάσημους καλλιτέχνες της εποχής.
Με τον Στραβίνσκι συνεργάστηκε στον Οιδίποδα Τύραννο (1924), έγραψε μια αξιοπρόσεκτη εκδοχή της Αντιγόνης του Σοφοκλή που ανέβασε ο Ντιλέν το 1922.
Ακολούθησαν:
Ορφέας
σε σκηνοθ. Πιτοέφ (1924),
Les
Chevaliers de la table ronde [=Οι ιππότες της στρογγυλής τραπέζης, 1937),
Les parents terribles
[=Oι τρομεροί γονείς, 1938),
Les
monstres sacrés [=Tα ιερά τέρατα, 1940),
La machine à écrire [=H γραφομηχανή, 1941),
Laigle à deux tetes [=O δικέφαλος αετός, 1946),
La
voix humaine [=Η ανθρώπινη φωνή, 1930),
Renaud
et Armide (1943).
Χαρακτηριστικό είναι το έργο του La machine infernale [=H καταχθόνια μηχανή), που είναι βασισμένο στο μύθο του Οιδίποδα και ανέβηκε από τον Λουί Ζουβέ το 1934.
Στα περισσότερα από τα έργα του πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ο φίλος και σύντροφός του Ζαν Μαρέ. Τέσσερις θεατρικοί μονόλογοι του Ζαν Κοκτό –Στο Πανηγύρι, Η Ανθρώπινη Φωνή, Η Ψεύτρα, Το Φάντασμα της Μασσαλίας–, οι οποίοι είναι διάσπαρτοι από έξυπνες παγίδες και τολμηρές μπλόφες που ως σκοπό έχουν να τροφοδοτούν τα όνειρα, τις επιθυμίες για αλλαγή, τις αποδράσεις από το τέλμα των κοινωνικών και διαπροσωπικών σχέσεων, παρουσιάστηκαν με τον τίτλο «Αυτή ολομόναχη», το 2003, στο θ. Altera Pars (Αθήνα) - μετάφραση Μαρία Χριστοδουλίδου, σκηνοθεσία Πέτρος Νάκος, σκηνικά Μάνος Σγουρός, κοστ.ούμια Δέσποινα Χειμώνα, φωτ.-video art Διονύσης Ευθυμιόπουλος, επεξεργασία ήχου-εικόνας Νίκος Τσέκος, και στη διανομή: Μίνα Χειμώνα (Στο Πανηγύρι - Η Ανθρώπινη Φωνή), Έλενα Μπόντη (Η Ψεύτρα), Δέσποινα Πολυκανδρίτου (Το Φάντασμα της Μασσαλίας), Ηρακλής Μπριασούλης ("Αυτή Ολομόναχη..."). Το 2004, η Ανθρώπινη φωνή παίχτηκε από τη Θεατρική Ομάδα «Ονειροπόροι», στο Θέατρο ΚΕΑ και στον Πολυχώρο 8 Δυτικά – σκηνοθ. Μαρία Σπάτουλα, σκην.-κοστ. Μαργαρίτα Νικολοπούλου, μουσ. επιμ. Δημήτρης Αντωνίου, και στη διανομή: Ιωάννα Αντζουλή, Ελπίδα Γαζή, Τζένη Παπαζιού. Ωστόσο, κατά καιρούς έχουν παιχτεί τα μονόπρακτά του σε διάφορους συνδυασμούς.

Ο Κοκτό είχε επισκεφθεί τη χώρα μας τρεις φορές. Το 1936 ως ανταποκριτής της εφημερίδας Paris-Soir με τον τότε σύντροφο του Μαρσέλ Κιλ, το 1949 κατά τη διάρκεια μιας θεατρικής περιοδείας με τον αγαπημένο του ηθοποιό Ζαν Μαρέ [Jean Marais] και το 1952 κατά τη διάρκεια διακοπών του με τη θαλαμηγό «Ορφέας ΙΙ» της φίλης του Francine Weisweiller.
Έτρεφε βαθύτατη αγάπη για την ελληνική αρχαιότητα και τη μυθολογία. Κάτι που αναγνωρίστηκε και στην έκθεση που διοργανώθηκε στο Μουσείο Μπενάκη με 120 έργα από διάφορες όψεις των εικαστικών του αναζητήσεων: σχέδια και χαρακτικά, πίνακες ζωγραφικής, κεραμικά και κοσμήματα. [Δες και ΕΔΩ]



Jean Cocteau: timeless poet



Ο Neil Simon...


Ο Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας Νιλ Σάιμον [Neil Simon], γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου 1927 κι έτσι τα γενέθλιά του συμπίπτουν με την εθνική γιορτή της χώρας του... Πολλά από τα έργα του έγιναν δημοφιλή, παρά το γεγονός ότι η κριτική στην αρχή δεν τα αντιμετώπισε θετικά. Οι κωμωδίες του θίγουν θέματα της μεσοαστικής κοινωνίας. Έχει τιμηθεί με ένα σωρό βραβεία.
Μαζί με τον αδελφό του, τον Ντάνι Σάιμον [Danny Simon), έγραψε σκετς για το Μπροντγουέι, όπως: Catch a Star (1955) και New Faces of 1956. Η πρώτη μεγάλη κωμωδία του με τον τίτλο Come Blow Your Horn, το 1961, ήταν μια επιτυχία. Ύστερα έγραψε το Barefoot in the Park (1963) και το The Odd Couple [=Ένα παράξενο ζευγάρι), το 1965, με το οποίο καθιερώθηκε στη συνείδηση του κοινού ως ένας από τους πλέον επιτυχημένους κωμωδιογράφους στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Ακολούθησαν: Plaza Suite (1968), The Prisoner of Second Avenue [=Ο φυλακισμένος της 2ης Λεωφόρου, 1971), The Good Doctor [=Ο καλός γιατρός, 1973), God’s Favorite [=1974), Brighton Beach Memoirs [=1983), Biloxi Blues [=1984), Broadway Bound [=1986), Laughter on the 23d Floor [=1993), και 45 Seconds from Broadway [=45 δευτερόλεπτα από το Μπροντγουέι, 2001). Ασχολήθηκε με τη συγγραφή κινηματογραφικών σεναρίων και πολλά από τα θεατρικά έργα του διασκευάστηκαν για τον κινηματογράφο.
Το μιούζικαλ Σουίτ Τσάριτι το είχε ανεβάσει η Αλίκη Βουγιουκλάκη, διασκευασμένο με τον τίτλο «Καμπίρια» και το 1993 το έργο παρουσιάστηκε στο θέατρο Παρκ, σε σκηνοθεσία Τζον Σαρπ, σκηνικά Νίκου Πετρόπουλου, κοστούμια Αθηνά Ματίς, ενορχήστρωση Γιώργου Θεοδοσιάδη. Διανομή: Σμαρούλα Γιούλη, Χρήστος Πολίτης, Θάνος Καληώρας, Μαριάννα Τόλη, κ.α.

Επίσης ο θίασος "Επί Σκηνής" είχε παρουσιάσει την κωμωδία "Ξανά Μαζί" (The Sunshine Βοys), σε μετάφραση της Ζάννας Αρμάου. Η σκηνοθεσία της παράστασης είχε γίνει από τον Θανάση Θεολόγη, τα σκηνικά και τα κοστούμια από τον Μιχάλη Σδούγκο, ενώ το ομότιτλο τραγούδι της παράστασης "Ξανά Μαζί" το συνέθεσε και το ερμήνευε ο Σταμάτης Κραουνάκης σε στίχους του Γιάννη Ξανθούλη.
Στη διανομή: Γιώργος Παρτσαλάκης, Μαριάννα Τουμασάτου, Βασίλης Χαλακατεβάκης (και οι τρεις στη φωτογραφία), Μάγδα Πένσου, Λήδα Βεϊκου. Δύο βετεράνοι κωμικοί ηθοποιοί, ο Γουίλ Κλάρκ (Γιώργος Παρτσαλάκης) και ο Αλ Λιούις (Βασίλης Χαλακατεβάκης) θρυλικές μορφές στο παρελθόν καλούνται να αναβιώσουν την παλιά τους δόξα. Γνωστοί στο ευρύ κοινό ως ''Sunshine Βοys" συνυπήρξαν στη σκηνή για πολλά χρόνια γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία. Τη μέρα που ο Αλ Λιούις εντελώς ξαφνικά αναγκάζεται να εγκαταλείψει το θέατρο για μια πιο "ανθρώπινη δουλειά", ο Γουίλι Κλάρκ πολύ απλά παύει να υπάρχει. Ο Γουίλι Κλάρκ μένει ξεκρέμαστος. Χωρίς τον Αλ δεν υφίσταται το ντουέτο, η επιτυχία, η φιλία.


Sunday, July 1, 2007

Ο Charles Laughton…



Ο Τσαρλς Λότον [Charles Laughton] γεννήθηκε Εγγλέζος, την 1 Ιουλίου 1899 και πέθανε Αμερικανός, στο Χόλιγουντ, στις 15 Δεκεμβρίου 1962. Έγινε πολίτης της Αμερικής το 1950. Έγινε γνωστός για τους ρόλους του σε ιστορικές ταινίες.
Η πρώτη ταινία στην οποία έπαιξε ήταν η The Old Dark House (1932) με τον Boris Karloff, αλλά ίσως τον θυμούνται οι περισσότεροι στην ταινία The Sign of the Cross του Cecil B. DeMille, όπου ερμήνευσε τον Νέρωνα. Κέρδισε μια τιμητική αναγνώριση όταν έπαιξε στην ταινία The Private Life of Henry VIII του Alexander Korda.
Έπαιξε στις ταινίες: White Woman (1933), The Barretts of Wimpole Street (1934), Les Misérables (1935 – ερμήνευσε τον Ιαβέρη), Mutiny on the Bounty (1935), Ruggles of Red Gap (1935), Rembrandt (1936) κ.α. Σπουδαία εμφάνιση έκανε και στην ταινία The Hunchback of Notre Dame (1939), ερμηνεύοντας τον Κουασιμόοδο.
Εγώ όμως, τον αναφέρω εδώ γιατί ο Λότον δούλεψε και στο θέατρο με επιτυχία. Το ντεμπούτο του το έκανε στο Λονδίνο, το 1926, στον Επιθεωρητή του Γκόγκολ. Έργα στα οποία έπαιξε: Μάκβεθ, Τρικυμία του Σέξπιρ, Βυσσινόκηπος του Τσέχοφ, κ.α. Συνδέθηκε με στενή φιλία με τον Μπέρτολτ Μπρεχτ. Σκηνοθέτησε τον Γαλιλαίο κι ερμήνευσε τον ομώνυμο ρόλο. Η πρεμιέρα του έργου, που ήταν η πρώτη φορά που παιζόταν στην αγγλική γλώσσα, έγινε το 1947 στο Λος Άντζελες.
[Λεζάντα: Πάνω, μια χαρακτηριστική φιγούρα του Λότον στο ρόλο του Κουασιμόοδου και κάτω, μια φωτογραφία του από τον Ρίτσαρντ Άβεντον]

Saturday, June 30, 2007

Ο John Gay και η Όπερα του ζητιάνου...


O άγγλος θεατρικός συγγραφέας John Gay γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου 1685. Έμεινε ορφανός στην ηλικία των 10 χρόνων και στα 17 του πήγε στο Λονδίνο, ως βοηθός σε έναν έμπορο μεταξιού, αλλά εκεί όμως δεν πρόκοψε και ξαναγύρισε στο γενέθλιο τόπο.
Το έργο του Η Εβδομάδα του ποιμένα [The Shepherd's Week, 1714] «πατάει» πάνω στα ίχνη της βουκολικής ποίησης. Τέλος πάντων, στοιχεία για τον Γκέι μπορεί να βρει ο καθένας στις εγκυκλοπαίδειες. Εδώ όμως, τον μνημονεύω για τον απλούστατο λόγο ότι το διασημότερο έργο του (τουλάχιστον για τον 18ο αιώνα), η Όπερα του ζητιάνου [The Beggar's Opera], παίχτηκε το 1970 πρώτα στο θέατρο Βέμπο και αργότερα στο Βασιλικό της Θεσσαλονίκης, από το τότε νεοσύστατο Ελεύθερο Θέατρο.
Την παράσταση εκείνη είχε σκηνοθετήσει ο Γιώργος Μιχαηλίδης, τα σκηνικά και τα κοστούμια είχε φιλοτεχνήσει ο Γιάννης Λεκκός και η μουσική ήταν του Θόδωρου Αντωνίου. Στη διανομή: Κ. Αρζόγλου, Μ. Βασιλικιώτου, Α. Κυριαζάκη, Γ. Κοτανίδης, Υβ. Μαλτέζου, Α. Μιχαλιτσιάνου, Θ. Μπογιατζής, Π. Πολυκάρπου, Γ. Σαμπάνης, Χ. Σιμοπούλου, Μ. Τζιραλίδου, Κ. Τζούμας, Ν. Σκυλοδήμος, Μ. Χατζησάββας. Ηθοποιοί νέοι, που σήμερα αποτελούν βασικά στελέχη του θεάτρου μας – εκτός από τους Νίκο Σκυλοδήμο που δεν άντεξε κι έφυγε δίνοντας τέλος στη ζωή του, τη Μαρίκα Τζιραλίδου και τον Γιώργο Σαμπάνη. Όλοι τους σπουδαίοι καλλιτέχνες.
Επιπλέον, να σημειώσω ότι το έργο αυτό του Γκέι στάθηκε η έμπνευση για να γράψει το 1922 ο Μπέρτολτ Μπρεχτ την επίσης διάσημη Όπερα της πεντάρας.

H Lillian Hellman και οι... Μικρές Αλεπούδες της!


Γιατί τη θυμόμαστε; Είναι απλό. Υπήρξε μια σημαντική συγγραφέας του σύγχρονου αμερικανικού θεάτρου, και ήταν προοδευτική. Η Χέλμαν δε δίστασε να εκδηλώσει δημόσια τη συμπάθειά της για την Αριστερά, το ενδιαφέρον της για τον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία, γεγονός που της στοίχισε διώξεις κατά την περίοδο του μακαρθισμού (1951-1952) και να αναπτύξει αξιόλογη πολιτική και κοινωνική δράση, πέρα από τις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες.
Η Λίλιαν Χέλμαν [Lillian Hellman], γεννήθηκε στις 20 Ιουνίου 1905 στη Νέα Ορλεάνη και πέθανε στις 30 Ιουνίου 1984. Μέσα από τα πολυάριθμα έργα της τα οποία αν και συχνά μελοδραματικά, διακρίνονται για την εξυπνάδα και το επιδέξιο γράψιμο, άσκησε σκληρή κριτική στον αμερικανικό τρόπο ζωής.
Γνωστότερα έργα της το The Children’s Hour (Η ώρα των παιδιών, 1934), The Little Foxes (Οι μικρές αλεπούδες, 1939) και Watch on the Rhine (Φρουρά στο Ρήνο, 1941) – η συνεισφορά της στον αντιναζιστικό αγώνα.
Άλλα έργα: Days to come (Μέρες που έρχονται, 1936), The Searching Wind (Ο σαρωτικός άνεμος, 1944), Another Part of the Forest (Ένα άλλο μέρος του δάσους, 1946), Montserrat (1949), The Autumn Garden (Ο φθινοπωρινός κήπος, 1951), Toys in the Attic (Παιχνίδια στη σοφίτα, 1960), My Mother, My Father and Me (Η μητέρα μου, ο πατέρας μου κι εγώ, 1963), Scoundrel Time (Ο καιρός των αχρείων, 1976), Plenty (1978), Racing Demon (1990), The Judas Kiss (1998), Stuff Happens (2004).
Οι Μικρές αλεπούδες γυρίστηκαν ταινία το 1941 με την Μπέτι Ντέιβις, που ερμήνευσε τη Ρεγγίνα, η οποία μάταια προσπαθεί να ξεφύγει από τον σκληρό επαρχιωτισμό μιας μικρής πόλης της Λουιζιάνας του 1900. Η Χέλμαν χρησιμοποίησε ωμό ρεαλισμό και ως παρατηρητής της ζωής από τα αριστερά, παρουσιάζει τον άνθρωπο της εποχής εκείνης ως κυνηγό - μήπως και σήμερα το ίδιο δεν συμβαίνει; Γι' αυτό και παρομοιάζει τα μέλη αυτής της οικογένειας, της Ρεγγίνας, με την αλεπού: γιατί είναι το μόνο ζώο που κυνηγάει όχι μόνον όταν πεινάει αλλά και για την απόλαυση που νιώθει όταν ξεσκίζει το θύμα του.
Στην Ελλάδα, παίχτηκε το 1972-73, στο θέατρο Διάνα από το θίασο της Κατερίνας και της Έλλης Λαμπέτη, η οποία και ερμήνευσε την πρωταγωνίστρια Ρεγγίνα. Το 1977, παίχτηκε στο θέατρο Αθηνών, με την Κατερίνα Μαραγκού στον ομώνυμο ρόλο. Το έργο έχει μεταφράσει ο Ερρίκος Μπελιές. Επίσης παίχτηκε και η Φρουρά στο Ρήνο, από το θίασο του Πέτρου Φυσσούν την περίοδο 1972-73. [Τις πληροφορίες για τις παραστάσεις στην Ελλάδα τις γράφω από μνήμης - μόλις βρω κάποια παραπάνω στοιχεία θα τα παραθέσω].
Η Χέλμαν μετέφρασε στην αγγλική γλώσσα αρκετά γαλλικά έργα, ενώ με τον Richard Wilbur, έγραψε το λιμπρέτο για τη μουσική εκδοχή του έργου του Βολταίρου Candide (1955). Το 1931 συνάντησε το συγγραφέα Ντάσιελ Χάμετ [Dashiell Hammett], ο οποίος παρέμεινε σταθερός σύντροφός της μέχρι το θάνατό του το 1961.

Thursday, June 28, 2007

Ο Βιτόριο Γκάσμαν...


Μπορεί να ήταν Ιταλός αλλά σαν χαρισματικός ηθοποιός αγαπήθηκε από το κοινό όλου του κόσμου. Κι εδώ στην Ελλάδα ήταν δημοφιλής ο Βιτόριο Γκάσμαν [Vittorio Gassman], που γεννήθηκε το 1922 (τη χρονιά της Μικρασιατικής Καταστροφής μας...) και διέβη τον Ρουβίκωνα της επίγειας ζωής στις 29 Ιουνίου 2000.
Ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου και σκηνοθέτης. Προερχόταν από μια πλούσια οικογένεια γερμανικής καταγωγής. Στη Ρώμη παρακολούθησε μαθήματα στην Εθνική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης [Accademia Nazionale d'Arte Drammatica] όπου σπούδασαν σημαντικά πρόσωπα του ιταλικού θεάτρου και κινηματογράφου, όπως οι Paolo Stoppa, Rina Morelli, Adolfo Celi, Luigi Squarzina, Elio Pandolfi, Rossella Falk, Lea Padovani και αργότερα με τους Paolo Panelli, Nino Manfredi, Tino Buazzelli, Gianrico Tedeschi, Monica Vitti, Luca Ronconi κ.ά.
Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο, στο Μιλάνο το 1942, με την Alda Borelli στο έργο του Νικοντέμι Nemica. Πήγε στη Ρώμη και στο Teatro Eliseo συνεργάστηκε με τους Tino Carraro και Ernesto Calindri και μαζί δημιούργησαν μια διάσημη ομάδα που έπαιξε μια τεράστια γκάμα έργων. Το 1946 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην ταινία Preludio d'amore, και την επόμενη χρονιά εμφανίστηκε σε πέντε ταινίες.
Το 1948 η εκπληκτική ερμηνεία του στην ταινία Riso Amaro έδειξε ότι μπορούσε να έχει την ίδια επιτυχία και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Συνεργάστηκε με το θίασο του Λουκίνο Βισκόντι, μαζί με τους Stoppa, Rina Morelli και Paola Borboni. Ερμήνευσε τον Κοβάλσκι στο Λεωφορείον ο Πόθος του T. Williams, then emphatic in Shakespeare's Rosalinda or in Vittorio Alfieri's Ορέστης. Συνεργάστηκε στο Εθνικό Θέατρο με τους Tommaso Salvini, Massimo Girotti, Arnoldo Foà, στο Πέερ Γκιντ του Ίψεν. Με τον Luigi Squarzina το 1952 ίδρυσαν και διηύθυναν το Teatro d'Arte Italiano, και παρουσίασαν τον Άμλετ του Σέξπιρ, τον Θυέστη του Σενέκα και τους Πέρσες του Αισχύλου.
Το 1956 ήταν ένας χρόνος-κλειδί στην καριέρα του Γκάσμαν, αφού ερμήνευσε έναν αξέχαστο Οθέλλο με τον σπουδαίο ηθοποιό Salvo Randone στο ρόλο του Ιάγου. Λίγο αργότερα είχε απρόσμενη επιτυχία στην τηλεοπτική σειρά με τίτλο Il Mattatore, ένα προσωνύμιο που τον συνόδευε για όλη του τη ζωή. Δημιούργησε σχολή θεάτρου στη Φλωρεντία, από όπου πέρασαν πολλοί νεότεροι ηθοποιοί. Νυμφεύτηκε "μόνον" ηθοποιούς: τη Nora Ricci (με την οποία απέκτησε την κόρη του Πάολα, που έγινε ηθοποιός), τη Shelley Winters, τη Juliette Maynel, (με την οποία απέκτησε τον γιο του Αλεσάντρο, επίσης ηθοποιό), και τη Diletta D'Andrea.
(Στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1985, από τις εκδόσεις Εξάντας, το βιβλίο Βιτόριο Γκάσμαν: Το μέλλον βρίσκεται… πίσω μου (μτφρ. Κούλα Κυριακίδου-Καφετζή).

Ο μέγας Αιμίλιος Βεάκης

Στη φωτογραφία (αρχείο Κώστα Νίτσου), βλέπουμε τον Βεάκη στο ρόλο του Βασιλιά Λιρ, όταν η σεξπιρική τραγωδία παίχθηκε από το Εθνικό Θέατρο, το 1938. Η "μάσκα" του Βεάκη έκανε τον Λόρενς Ολίβιε να πει στην Παξινού: "Αυτός είναι ο Λιρ"!
Ήταν 67 χρονώ όταν έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο ο γίγαντας του ελληνικού θεάτρου Αιμίλιος Βεάκης - σαν σήμερα, 29 Ιουνίου 1951. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1884. Ιδού πώς μιλά γι’ αυτόν τον μεγάλο ηθοποιό μας ο Αλέξης Σολομός:
«Ο Βεάκ
ης δεν ήτανε μονάχα Οιδίπους, δεν ήτανε μονάχα Τόμπης, δεν ήτανε μονάχα Λιρ. Ήταν ένας μεγάλος πλάτανος, που άπλωνε τα κλαδιά του πάνω μας και κουρνιάζαμε στη σκιά του. Η παρουσία του έδινε στο θέατρο του τόπου μας θαλπωρή, σιγουριά κι ένα αίσθημα ανεξαρτησίας. Δεν ανησυχούσαμε για το μέλλον, γιατί υπήρχε ο Βεάκης κι αυτό μας ήταν αρκετό. Την ημέρα της κηδείας του Βεάκη, ήταν τόσος κόσμος στον Άγιο Κωνσταντίνο και στις σκάλες, που ήμουν αναγκασμένος να σταθώ στη γωνιά του πεζοδρόμιου. Ένας άνθρωπος του λαού πέρασε κοντά μου, κρατώντας ένα δέμα και μερικά εργαλεία. Στάθηκε, βλέποντας το πλήθος και μου είπε: “Τι γίνεται εδωπέρα;”. “Πέθανε ο Βεάκης”, του απάντησα. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια, και μια έκφραση βαθιάς θλίψης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του: “Ο ηθοποιός;”. Ήταν ο τόνος της φωνής του περαστικού;… Ηταν η δική μου συγκίνηση;… Ποτέ η λέξη “ηθοποιός” δεν μου φάνηκε νά ’χει τόσο μεγαλείο, όσο εκείνη τη στιγμή…» (Αλέξης Σολομός, Βίος και παίγνιον / Σκηνή – Προσκήνιο – Παρασκήνια. Δωδώνη, Αθήνα 1980).
Η ερμηνεία του στο ρόλο του Βασιλιά Λιρ του Σέξπιρ υπήρξε συγκλονιστική. Όλες οι μαρτυρίες, ασφαλώς, το επιβεβαιώνουν. Σημειώνει ο Μάριος Πλωρίτης:
«Όσοι δεν είχαν την τύχη να δουν το Βεάκη στη σκηνή, ρωτάνε εμάς τους τυχερούς γιατί λέμε πως ο Βεάκης ήταν μεγάλος, τόσο μεγάλος. Πώς να τους εξ
ηγήσεις, όμως; Πώς να περιγράψεις με λόγια τους καταρράχτες του Νιαγάρα λ.χ. ή την έκρηξη του ηφαίστειου της Σαντορίνης; Γιατί έτσι ήταν ο Βεάκης πάνω στη σκηνή – καταρράχτης κι ηφαίστειο μαζί. [...] Στην κορυφαία ώρα της πάμπλουτης σταδιοδρομίας του, όταν ερμήνευσε στα 1938 τον Βασιλιά Λιρ, σκηνοθετημένο από το Δημ. Ροντήρη, ο Βεάκης διάψευσε πανηγυρικά τους σεξπιρολόγους εκείνους που διατείνονται πως η τραγωδία τούτη “δεν μπορεί να παιχτεί” – τόση είναι, λένε, η οξύτητα κι η ένταση των συναισθημάτων του ήρωα. Ο Βεάκης δεν τον έπαιξε μόνο, δεν τα έζησε μόνο, δεν τα μετάδωσε μόνο σ’ όλους μας. Τα εκτίναξε ώς την κορφή του σκηνικού ορίζοντα. Στην τρομερή σκηνή της θύελλας, όπου ο αποδιωγμένος γερο-βασιλιάς παλεύει με τα στοιχεία της φύσης και με τα στοιχειά της φαρμακωμένης ψυχής του, ο Βεάκης ήταν στοιχείο της φύσης ο ίδιος, ήταν θύελλα μέσα στη θύελλα, τυφώνας απέναντι στον τυφώνα – και ο ανεμοστρόβιλος της οδύνης του άρπαζε σύγκορμο το θεατή, παρασύροντάς τον στην ιλιγγιώδη δίνη της παράκρουσης, της οργής και της αυτογνωσίας του....» (Μάριος Πλωρίτης: «Ο ανεπανάληπτος. Μνήμη Αιμίλιου Βεάκη». Το Βήμα της Κυριακής, 31/5/1981

Ρεκόρ βραβείων για τον Στόπαρντ!



Η επανάσταση και η εξέγερση είναι τα θέματα των θεατρικών έργων που τιμήθηκαν με τα βραβεία Τόνι. Πρόκειται για το δράμα του Τομ Στόπαρντ [Tom Stoppard, γεννήθηκε 3 Ιουλίου 1937 στην πάλαι ποτέ Τσεχοσλοβακία] που αναφέρεται στη ρωσική επανάσταση και το ροκ μιούζικαλ Εαρινά Ξυπνήματα που περιγράφει τις νεανικές ανησυχίες και προβληματισμούς σχετικά με το σεξ. Η επική τριλογία του του Στόπαρντ Η Ακτή της Ουτοπίας κέρδισε επτά βραβεία Τόνι μεταξύ των οποίων το σκηνοθεσίας και του καλύτερου θεατρικού έργου, ενώ τα Εαρινά Ξυπνήματα κυριάρχησαν στην κατηγορία των μιούζικαλ αποσπώντας οκτώ βραβεία εκ των οποίων του καλύτερου μιούζικαλ και της καλύτερης σκηνοθεσίας σε μιούζικαλ.
Τα επτά βραβεία που πήρε Η Ακτή της Ουτοπίας αποτελεί νέο ρεκόρ για θεατρικό έργο. Τo προηγούμενο ρεκόρ κατείχαν με έξι βραβεία το έργο του Άλαν Μπένετ The history boys, που βραβεύθηκε πέρυσι και του Αρθουρ Μίλερ Ο Θάνατος του Εμποράκου το 1949. Το έργο του Στόπαρντ, βρετανού συγγραφέα τσεχικής καταγωγής, είναι μια τριλογία συνολικής διάρκειας οκτώ ωρών που αναφέρεται στην λογοτεχνική επανάσταση στη Ρωσία του 19ου αιώνα και ανέβηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 2002 και όπως δήλωσε ο δημιουργός του ετοιμάζεται η ρωσική διασκευή του έργου για να ανέβει στη Μόσχα.

Wednesday, June 27, 2007

Ήταν μια απροκάλυπτη ευρωαρπαχτή!


Ο Γ. Μιχαλακόπουλος σοκαρίστηκε από τη «Λυσιστράτη» που είδαμε πρόσφατα στο «Παλλάς» με τους Ντεπαρντιέ και Αρντάν. «Ήταν μια απροκάλυπτη ευρωαρπαχτή. Επίδειξη θράσους από έναν ηθοποιό που εκτιμώ. Απορώ πώς διαθέτει τον εαυτό του σε τέτοιες προχειρότητες προκειμένου να εισπράξει χρήματα. Αν πήγαινα εγώ στην Κομεντί Φρανσέζ ή σε οποιοδήποτε θεατράκι του Παρισιού να παίξω τον "Κατά φαντασία ασθενή", ακόμα και ως αναλόγιο, θα μου είχαν κοπεί τα πόδια. Ο Ντεπαρντιέ εμφανίστηκε στη σκηνή να πέρδεται. Και στο τέλος ολοκλήρωσε το φτύσιμο λέγοντας "ζήτω η Ελλάδα" αφήνοντας μια πλατεία άναυδη. Μια αποτυχημένη παράσταση είναι απλώς μια αποτυχημένη παράσταση που συμβαίνει σε όλους μας. Άλλο πράγμα όμως η αρπαχτή. Να κλείνεις τις σουίτες, τις λιμουζίνες σου, ν' ανεβαίνεις στη σκηνή παρουσιάζοντας ένα χάλι, να τα παίρνεις και να φεύγεις». (Συνέντευξη στην Έφη Μαρίνου, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 24/6/2007)


Να, λοιπόν, που βρέθηκε κάποιος να μιλήσει ελεύθερα. Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος δεν είχε λόγους να μην πει αυτά που τελικά είπε για τον (αγαπητό και σπουδαίο ηθοποιό) Ζεράρ Ντεπαρντιέ [Gérard Depardieu]. Κάτι, δηλαδή, που ενδεχομένως θα μπορούσε να ισχύει για διαφόρους που κατά καιρούς έρχονται στην Ελλάδα, κάνουν τις "αρπαχτές" τους, εισπράττουν τα ζεστά "ευρωπουλάκια" τους και... μην τους είδατε! Και οι ιθαγενείς - δημοσιογράφοι και κοινό - να χειροκροτούν αδιακρίτως και ν' ανοίγουν το στόμα, θαμπωμένοι!

Tuesday, June 19, 2007

Ο Νίκος Περέλης...


Είχα μια οφειλή στον φίλο Νίκο Περέλη. Μετά από δική του πρόσκληση έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια τις δουλειές του στο θέατρο κι έχω εκτιμήσει το πάθος του και την άσβηστη φλόγα για αληθινό θέατρο προσανατολισμένο στις ανάγκες του σημερινού κοινού. Ο Νίκος είναι ιδεολόγος, κι όχι απλώς ένας τεχνίτης του θεάτρου. Όταν γράφει ένα θεατρικό έργο, πιστεύει ότι αυτό ανταποκρίνεται στην αγωνία του θεατή που είναι καταπιεσμένος, κουρασμένος, πονεμένος και ωστόσο θέλει να αναδιοργανώσει τη ζωή του.
Είχα δει πέρσι τον Εχθρό του λαού του Ibsen που σκηνοθέτησε ο ίδιος ο Περέλης και ερμήνευσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο και είχα μείνει ενθουσιασμένος. Δεν είχα πού να γράψω τις εντυπώσεις μου γι' αυτό και τώρα, αναδρομικά, κάνω αυτή την αναφορά.
Φέτος παρακολούθησα στο Θέατρο της Ημέρας μια έξοχη παράσταση με τον τίτλο "Η πόλη στον πάτο", όπου παρουσιάστηκαν τα μονόπρακτα του Δημήτρη Κεχαϊδη "Κατάσταση μη αναστρέψιμος", του Κώστα Μουρσελά "Χαλί Μπουχάρα" και του Νίκου Περέλη τα μονόπρακτα "Ο πλασιέ", "Ανασφάλεια", "Τιμή ευκαιρίας", "Ληστείες", "Ο Καραγκιόζης και ο Πασάς" και "Φως ιλαρόν επί πάτου". Οι συντελεστές της παράστασης: Νίκος Περέλης (σκηνοθεσία), Ανδρέας Σαραντόπουλος (επιμέλεια σκηνικού - κοστούμια), Κώστας Καραμπερόπουλος (μουσική), Πολυξένη Καρακατσάνη (βοηθός σκηνοθέτη), Ν. Περέλης - Γιώργος Σηφάκης (φωτισμοί). Στη διανομή: Βαγγέλης Μητρέλιας, Τζένη Κολλάρου, Νίκος Σταθόπουλος, Νίκος Νικολαϊδης, Έφη Κεραμίδα, Μπάμπης Αλατζάς, Π. Καρακατσάνη.
Αλλά πρέπει να μην ξεχάσω να μιλήσω και για το "παράπονο" του Νίκου που δεν επιχορηγήθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού. Αδίκως, λέω εγώ. Και πού να πει τον πόνο του; Πώς τον έκριναν τα μέλη της αρμόδιας επιτροπής του ΥΠΠΟ αφού αποδεδειγμένα δεν έχουν παρακολουθήσει τη δουλειά του;
Αυτό όμως είναι σύνηθες πλέον στον τόπο μας. Δίνονται βραβεία π.χ. σε συγκεκριμένα λογοτεχνικά βιβλία, δίχως η κριτική επιτροπή να έχει βάλει κάτω τον κώλο της να διαβάσει όλη την εκδοτική παραγωγή της χρονιάς που κρίνει. Το αλισβερίσι δίνει και παίρνει και κανείς δεν ντρέπεται. Και στο θέατρο, λοιπόν, το ίδιο γίνεται.
Ο Περέλης είναι αυτόνομο, και ανεξάρτητο πνεύμα και δεν ενδίδει σε οτιδήποτε. Μην "παραπονιέται" για την αταξία. Κάποια στιγμή θα τον θυμηθούν και θα του πετάξουν ένα ξεροκόμματο. Το ζήτημα είναι κάποτε ν' αρχίσουν να λειτουργούν ίδια μέτρα και σταθμά για όλους. Ο Νίκος, βέβαια, έχει μια κακή εμπειρία κι αυτή έχει σχέση με το πέρασμά του από το Εθνικό Θέατρο. Αυτός ξεκίνησε την "περιπέτεια" της Πειραματικής Σκηνής, κι ο μακαρίτης Κούρκουλος τον άδειασε κάποια στιγμή... Τέλος πάντων. Ο Νίκος είναι γνώστης των τεκταινομένων και παρ' όλα αυτά, συνεχίζει και να γράφει και να σκηνοθετεί και να παίζει. Γεια σου Νίκο, μαζί σου!