Sunday, April 8, 2012

Ο λόγος είναι η αρχή και το τέλος


Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη παράσταση της «Σκηνής», ο Λευτέρης Βογιατζής παλεύει με τις λέξεις ακόμη μια φορά
  • Της Μαριας Kατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 8 Aπριλίου 2012

Η πρώτη παράσταση της Εταιρείας Θεάτρου «Η Σκηνή» με τη «Σπασμένη στάμνα» του Χάινριχ φον Κλάιστ ήταν στις 20 Μαρτίου του 1982. Πέρασαν τριάντα χρόνια. Μια εποχή. Ο τότε 20χρονος θεατής είναι σημερινός 50άρης, έχει διασχίσει την Ελλάδα της μεταπολίτευσης για να συγκρουστεί βίαια με την Ελλάδα της κρίσης και έχει πολλά να θυμηθεί από το Θέατρο της οδού Κυκλάδων του Λευτέρη Βογιατζή. Εναν χώρο υποβλητικό στην απλότητά του, παραστάσεις - γεγονότα, ακόμη και αν διαφωνούσες, συζητήσεις στο φουαγιέ, στις εξόδους της παρέας ή σε κοινωνικές συναθροίσεις για τη σκηνοθετική δεινότητα του Λ. Βογιατζή. Τα καλλιτεχνικά κουτσομπολιά για τις εντάσεις που προέκυπταν από τις συνεργασίες του, την τελειοθηρία του, ήταν ανάμεσα στα πιο προσφιλή θέματα. Οι διαμάχες ανάμεσα στα υπέρ και τα κατά που προκαλεί κάθε ζωντανός οργανισμός που δοκιμάζει, διακινδυνεύει, καινοτομεί, απεχθάνεται τον εφησυχασμό και το δείχνει με κάθε τρόπο, κράτησαν επί 30 χρόνια τη «Σκηνή» και τη συνέχειά της τη «νέα Σκηνή» (1988) στα πρωτοσέλιδα της πολιτιστικής επικαιρότητας. Η οδός Κυκλάδων, εργαστήρι και θύλακας. Χειροκροτούσαμε με πάθος, θυμώναμε, φεύγαμε πλουσιότεροι, ποτέ φτωχότεροι. Ηταν -και θα συνεχίσει να είναι- ένα σταθερό ετήσιο ραντεβού.

Περιγράφοντας ή ανασκάπτοντας


Αν κάθε εποχή δεν αναμετριέται στο σώμα των κλασικών, τι κλασικοί θα ήταν;

  • Της Αννυς Kολτσιδοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 8 Aπριλίου 2012
ΕΡΡΙΚΟΣ ΙΨΕΝ: Η κυρά της θάλασσας, σκην: Γιώργος Βούρος - Μαίρη Βιδάλη, θέατρο: Διάχρονο

Είναι συγκινητικοί κάποιοι ηθοποιοί που φτιάχνουν και συντηρούν -με θυσίες συχνά και δίχως επιχορηγήσεις- την περιφερειακή σκηνούλα τους, το εργαστηριάκι τους, τον μικροθεατρόκοσμό τους. Αποφεύγουν καινοτόμες απόπειρες, προτιμούν τις νεανικές, ρομαντικές τους απόψεις και πορεύονται με ησυχία, τάξη, σχετική ασφάλεια και προσωπική δουλειά. Οχι μόνον θιασαρχική και πρωταγωνιστική, αλλά και διδακτική και μεταφραστική και σκηνοθετική, όπως και δουλειά δημοσίων σχέσεων. Πραγματικά συγκινητικοί, το λέω και το εννοώ. Τα υποκοριστικά ωστόσο προκύπτουν μοιραία ως αποτέλεσμα μιας στάσης συντήρησης, αλλιώς ενός συμπαθέστατου σκηνικού μικροαστισμού - συχνά παγίδα για το κοινό. Το Διάχρονο Θέατρο της Μαίρης Βιδάλη έχει αρκετά από αυτά τα χαρακτηριστικά. Μπαίνοντας στον μικρό, θερμό, υπόγειο χώρο με τα κόκκινα καθίσματα, τη μικρή σκηνή έμφορτη από λουλούδια, γιρλάντες, πρασινάδες του κήπου των Βάνγκελ και ξεφυλλίζοντας προγράμματα, μπροσούρες, φυλλάδια, ήξερα περίπου τι Ιψεν και τι «Κυρά της θάλασσας» θα δω. Μια παράσταση περιγραφική και συχνά μελοδραματική. Σώζονται κάπως οι διαθέτοντες ένστικτο (Μαρία Μαλλούχου και ίσως ο Βύρων Κολάσης) διαισθανόμενοι όσα καλύπτει ο επιφανειακός νατουραλισμός του έργου, αναγκαίος για το 1888, περιττός 124 χρόνια μετά. Η μετάφραση της Εύας Γεωργουσοπούλου ισορρόπησε ανάμεσα στην παραδοσιακή απόδοση (ψυχολογικός νατουραλισμός) και στη σύγχρονη (ζώντες ρυθμοί). Η σκηνοθεσία των Γ. Βούρου / Μ. Βιδάλη, με την εμμονή της να περιγράφει τα πάντα και να μην αφήνει τίποτε έξω από τον φράχτη του ευκόλως εννοουμένου, εξαφάνισε το μεγαλειώδες ιψενικό εκτόπισμα. Δηλαδή μια σύγχρονη, οικουμενική εκδοχή της τραγικότητας του ανθρώπου στην αναζήτησή του για ελευθερία, αυτοδιάθεση, ευθύνη, αυτοεπιβεβαίωση. Τη στιγμή που στις παγκόσμιες σκηνές έχει αναδυθεί ένας Ιψεν ανατρεπτικός, αμφισβητίας του ίδιου του «καλοφτιαγμένου, αστικού έργου» και των κωδίκων του, δεν μπορεί να ενδιαφέρει -πέρα από τη στενή γειτονιά- μια «κυρά της θάλασσας» παράφορη, νευρωτική και νεραϊδοπαρμένη, πνιγμένη στις δαντέλες, τα πέπλα, την αισθητική και τον ιδεαλισμό του 19ου αιώνα. Η κόρη του φαροφύλακα, μεγαλωμένη μέσα στις μεταπτώσεις και αντιφάσεις της ανοιχτής θάλασσας (σύμβολο της ανοιχτής κοινωνίας;) δεν γίνεται να περιορίζεται υποκριτικά στα κλειστά, μελοδραματικά φιορδ μιας, προστατευμένης από συγκρούσεις, σκηνικής άποψης. Το ότι ο Ξένος, αυτό το νεκραναστημένο σύμβολο - βαρίδι από την καταπακτή του παρελθόντος, πατάει τόσο σάρκινος και καθημερινός τη σκηνή αντί να στέκει στον φράχτη, όριο του υπαρκτού - ανύπαρκτου, είναι χαρακτηριστικό αυτής της άποψης. Στον τάφο του Ιψεν υπάρχει μια αξίνα. Σύμβολο κάποιου που ανέσκαψε βαθιά τα πράγματα. Εδώ, η αξίνα έμεινε ανενεργή.


ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ: Θείος Βάνιας - Σκηνές από τη ζωή στην ύπαιθρο, σκην.: Εκτορας Λυγίζος, Δημήτρης Καρατζάς, θέατρο: Νέου Κόσμου

Η απόσταση από τη νορβηγική λουτρόπολη και τη βίλα του δρος Βάνγκελ στη ρωσική ύπαιθρο και το υποστατικό του Σερεμπριακόφ δεν είναι μεγάλη. Απροσμέτρητη όμως η απόσταση ανάμεσα στις ερμηνευτικές ματιές. Η ομάδα Grasshopper σε συμπαραγωγή με το Θέατρο του Νέου Κόσμου παρουσίασε αυτό το σπαραχτικό αριστούργημα ανθρώπινης φθοράς και αδιεξόδων με ματιά αφαιρετική και ρηξικέλευθη. Τρεις ηθοποιοί ερμηνεύουν και αφηγούνται («είπε ο Αστρόφ... είπε η Μαρίνα») τους εννέα ρόλους φέρνοντας στην επιφάνεια νευρασθενικές εντάσεις, ακυρωμένες ζωές, ατελέσφορους έρωτες, φθόνους ισόβιους, πολέμους με τα... φώτα, ό,τι στοιχειοθετούν τέλος πάντων για την ομάδα συγγραφέας, έργο και πρόσωπα, επιχειρώντας ταυτόχρονα ένα «τράβελινγκ» στην υπόθεση. Ο υποψιασμένος θεατής θα γοητευτεί. Αλλος θα πλήξει. Η σκηνοθεσία των Εκτορα Λυγίζου / Δημήτρη Καρατζά, βασισμένη στην ανυπέρβλητη ώς τώρα μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, έσκαψε αισθήσεις, ατμόσφαιρες, καταστάσεις μέσα από διαλόγους που συχνά έμοιαζαν πρωτάκουστοι! Εύστοχος, αστείος, συχνά υπερβολικός σε ανδρικούς και γυναικείους ρόλους ο Εκτορας Λυγίζος, εξαιρετικός ως Βάνια ο Θύμιος Κούκιος, αποκαλυπτική η Ελίνα Ρίζου στην αντιπαράθεση, τις εξομολόγησεις, τις ακαριαίες συναισθηματικές μεταπτώσεις Σόνιας και Ελένας. Μια βραδιά ενδιαφέρουσα με φόντο το λιτότατο και άκρως παραπεμπτικό σκηνικό της Κλειώς Μπομπότη στο Δώμα του αεικίνητου αυτού θεάτρου.

«Τερέζα Ρακέν» στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης

Το διάσημο μυθιστόρημα του Εμίλ Ζολά «Τερέζα Ρακέν», διασκευασμένο ειδικά για τοΥπόγειο του Θεάτρου Τέχνης και για τους τέσσερις ηθοποιούς της παράστασης, ανεβαίνει στη σκηνή του Υπογείου (Πεσμαζόγλου 5), την Πέμπτη 19 Απριλίου και για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, σε διασκευή και σκηνοθεσία της Αθανασίας ΚαραγιαννοπούλουΤο σκοτεινό μυθιστόρημα του Εμίλ Ζολά, μια ιστορία για έναν παράνομο έρωτα με εγκληματικές συνέπειες, πρωτοπαρουσιάστηκε το 1867 και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων καθώς θεωρήθηκε τολμηρό, ακραίο και από άλλους «χυδαίο» ή απλώς πορνογράφημα. 

Μια σκοτεινή γυναίκα, η Τερέζα, είναι χρόνια παντρεμένη με τον ασθενικό Καμίγ. Μένουν στο Παρίσι μαζί με την μητέρα του, την κυρία Ρακέν, και συντηρούν ένα μαγαζί. Σε μια από τις καθιερωμένες συγκεντρώσεις για ντόμινο, στο σπίτι των Ρακέν, εμφανίζεται ο παλιός φίλος του Καμίγ, ο ζωγράφος Λωράν. Ένα άγριο πάθος γεννιέται ανάμεσα στην Τερέζα και το Λωράν που οδηγεί στη δολοφονία του συζύγου της. Οι δύο εραστές – υπεράνω πάσης υποψίας- κατορθώνουν να παντρευτούν, μετά το θάνατο του Καμίγ, με τις ευλογίες της κυρίας Ρακέν, αλλά και των φίλων τους. Οι δύο εγκληματίες ξεφεύγουν από τη δικαιοσύνη. Υπάρχει, όμως, μια τιμωρία πιο φριχτή κι από τη θανατική ποινή. Μια τιμωρία που την επιβάλλει η ίδια μας η συνείδηση... 


Το θέμα της «Τερέζ Ρακέν» (πρωτότυπος τίτλος) έγινε αγαπημένο αντικείμενο της μετέπειτα λογοτεχνίας, του θεάτρου αλλά και του κινηματογράφου. Με τον ίδιο τίτλο έγινε θεατρικό (από τον Εμίλ Ζολά), θεατρική διασκευή και όπερα. Πολλές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές βασίστηκαν στην ακριβή ιστορία του Ζολά, από τη βωβή Τερέζ Ρακέν του Ζακ Φέηντερ μέχρι το «Ο Ταχυδρόμος χτυπά δύο φορές» του Τζέημς Κέη ή την κορεατική «Δίψα» του Παρκ Τσαν Γουκ. 


Saturday, April 7, 2012

Δημήτρης Αθανίτης: Να πάψουμε επιτέλους να είμαστε θεατές από τον αναπαυτικό, αλλά τρύπιο καναπέ


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ, Η ΑΥΓΗ: 08/04/2012
Οι τρεις τελευταίες ταινίες μου, «2000+1 Στιγμές», «Η πόλη των θαυμάτων», «Τρεις μέρες ευτυχίας», καλύπτουν τρία χρονικά σημεία-κλειδιά της δεκαετίας μέσα από την ιστορία της Αθήνας. Το Μιλένιουμ, η Ολυμπιάδα, η Κρίση. Αν και στις τρεις ταινίες τα πρόσωπα είναι σε πρώτο πλάνο, ταυτόχρονα σκιαγραφείται η πόλη, και μέσα απ' αυτήν μια κοινωνία. Από αυτή την άποψη, οι ταινίες μου είναι πολιτικές...

Ο Δημήτρης Αθανίτης που έχω απέναντί μου είναι ένας άνθρωπος φύσει αισιόδοξος και εξακολουθεί να πιστεύει στα θαύματα. Με την οργανωμένη, "θεσμική" κινηματογραφική παραγωγή στην Ελλάδα των απανωτών Μνημονίων να έχει καταρρεύσει εντελώς, εκείνος επιμένει να κάνει κινηματογράφο και να αναζητεί τη συνάντηση με το κοινό. Με σπουδές Αρχιτεκτονικής στο βιογραφικό του, δεν είναι καθόλου παράξενο που οι πολλαπλές όψεις της Αθήνας επανέρχονται σταθερά στο έργο του: η Αθήνα του Μιλένιουμ και των "μικρών" ιστοριών στις «2000+1 Στιγμές», η Αθήνα της παραζάλης των Ολυμπιακών Αγώνων στην «Πόλη των θαυμάτων», όπου οι ήρωές του κινούνται στο περιθώριο της «μεγάλης γιορτής», δίνοντας προτεραιότητα στις προσωπικές τους ιστορίες και η εικόνα των Αγώνων υπάρχει μέσα στην ταινία μονάχα «διαμεσολαβημένη» από τηλεοπτικές οθόνες -διόλου παράξενο, ο μοναδικός χαρακτήρας που είναι ταυτόχρονα και αθλητής, δεν κατεβαίνει στο στάδιο να αγωνιστεί αλλά φεύγει σαν κλέφτης...
Σήμερα, στο τρίτο μέρος μιας άτυπης τριλογίας για τα πάθη της αθηναϊκής μητρόπολης και τις προσωπικές μυθολογίες που εμφιλοχωρούν στο περιβάλλον της, ο Δημήτρης Αθανίτης σκηνοθετεί μια γοητευτική ταινία υπαρξιακής βυθομέτρησης στην Αθήνα της κρίσης. Ταινία βουτηγμένη σε μια απόκοσμη, απειλητική μπλε ατμόσφαιρα, που «βουλιάζει» τους χαρακτήρες σε μια καταθλιπτική περιδίνηση -για να συναντήσουν άλλωστε μια ολόκληρη κοινωνία. Εικόνες-θραύσματα αστικού τοπίου και εσωτερικού ψυχισμού, φιλμικά «μοτίβα» βγαλμένα από ταινίες του Αντονιόνι και του πρώιμου Βέντερς. Τρεις νέες γυναίκες στη σημερινή Αθήνα ψάχνουν διέξοδο στην «κλειστή» ζωή τους: Η Ιρίνα ετοιμάζεται να φύγει στον Καναδά για να ξεφύγει από την «οικογένειά» της που την εκδίδει. Η Άννα παντρεύεται για να διώξει το φάντασμα της διαλυμένης της οικογένειας, ενώ η Βέρα, στο ξεκίνημα της καινούργιας της ζωής, έρχεται αντιμέτωπη με την κρυμμένη πραγματικότητα της δικής της οικογένειας. Μέσα σε τρεις μέρες οι πορείες τους διασταυρώνονται και οδηγούνται σε μια βίαιη ενηλικίωση...

Μετανάστες και πρόσφυγες στο σύγχρονο θέατρο


Της Ελευθερίας Ράπτου, Η ΑΥΓΗ: 08/04/2012
Το Β' Θεατρολογικό Συνέδριο κατάφερε να αναδείξει τον σύνθετο χαρακτήρα της θεατρολογικής έρευνας και της θεατρικής πρακτικής στη χώρα μας, ενώ συγχρόνως έθεσε τις βάσεις για νέες ερευνητικές αναζητήσεις
Στην ελληνική επικράτεια διαμορφώνεται μια καινούργια ανθρωπογεωγραφία. Η μαζική μετανάστευση έχει δημιουργήσει ένα νέο χάρτη, τόσο αξιολογικό όσο και ιεραρχικό, ο οποίος ακουμπά πάνω στο βιωμένο αστικό, κυρίως, τοπίο και το επανακαθορίζει. Ο «εθνικός» χώρος παύει να είναι κάτι στεγανό και σαφώς ορισμένο. Καθίσταται τυχαίος κόμβος στο υπερεθνικό χωροδικτύωμα της παγκοσμιοποίησης και της ιδεολογικής και οικονομικής τάξης πραγμάτων που τη συνοδεύει. Η Ελλάδα, ως χώρα υποδοχής μεταναστών, ως ενδιάμεσος σταθμός, αλλά και ως αφετηρία για την περιπλάνηση, καθίσταται ένας τόπος υπερεντατικός, που «φιλοξενεί» τις πολυπολιτισμικές ροές, αδυνατώντας συχνά να τις διαχειριστεί ή να τις αφομοιώσει.
Ο μετανάστης και ο πρόσφυγας είναι οι ανθρώπινες εικόνες, οι «παράπλευρες απώλειες», οι «παρενέργειες» της νεοφιλελεύθερης θεώρησης όπου η εργασία, η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια κηδεμονεύονται από την ευκαιριακή εργασιακή χρησιμότητα και την αβεβαιότητα της επιβίωσης. Τα προσωπικά και συλλογικά δράματα που προκύπτουν αποτελούν, νομοτελειακά σχεδόν, την πρώτη ύλη για την τέχνη και ιδιαίτερα το θέατρο, με στόχο, αφενός, την καλλιτεχνική αναγωγή και, αφετέρου, τη μεταφορά της αισθητικά διυλισμένης εμπειρίας πίσω, στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Συνέχεια μετά το Πάσχα


Λίγο πριν την παρουσίασή της στο 1ο «Globe Festival» του Λονδίνου, αλλά και μετά από αυτό, η παράσταση του σαιξπηρικού έργου «Περικλής» θα ξαναπαιχθεί στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου για επτά μόνο παραστάσεις: 18, 20, 29 Απρίλη και 2, 3, 9, 11 Μάη. Θυμίζουμε ότι το έργο ανεβάστηκε σε μετάφραση Διονύση Καψάλη, σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, κοστούμια Ιωάννας Τσάμη, φωτισμούς Λευτέρη Παυλόπουλου, μουσική διδασκαλία Μελίνας Παιονίδου. Παίζουν: Κώστας Βασαρδάνης, Γιάννης Βογιατζής, Γιώργος Γλάστρας, Στεφανία Γουλιώτη, Γιώργος Κοτανίδης, Χρήστος Λούλης, Μανώλης Μαυροματάκης, Βασίλης Παπαγεωργίου, Δημήτρης Πιατάς, Μαρία Σκουλά, Λυδία Φωτοπούλου, Μηνάς Χατζησάββας.

Λευκές νύχτες του Ντοστογιέφσκι


Στη B΄ Σκηνή του «Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας» κάθε Δευτέρα, Τρίτη (9μμ) παρουσιάζεται το έργο «Λευκές Νύχτες» του Φιοντόρ Μιχαΐλοβιτς Ντοστογιέφσκι. Το ατμοσφαιρικό διήγημα (1848) έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στη μικρή οθόνη (σε ρωσική, ιταλική, ισπανική κ.ά.), αλλά και στο ρωσικό κινηματογράφο το 1992. Αργότερα έγινε μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία και στο Χόλιγουντ. Στην Ελλάδα έχει διασκευαστεί λίγες φορές για το θέατρο. Η τελευταία ήταν από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας το 2002.
Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Αγία Πετρούπολη, πόλη που παίζει μοιραίο ρόλο για τους ήρωες του έργου. Ενας εικοσιεξάχρονος νέος, μοναχικός και ονειροπόλος, περιπλανιέται μια νύχτα στην Πετρούπολη που έχει ερημώσει, καθώς όλοι πήγαν να ξεκαλοκαιριάσουν στην εξοχή. Στην προκυμαία του καναλιού, πολύ κοντά στα κάγκελα, στέκεται μια γυναίκα και κλαίει. Ενα τυχαίο συμβάν στέκεται η αιτία για να γνωριστούν. Κάποιο μυστικό βασανίζει τη σκέψη της κοπέλας και αποφασίζει να το εμπιστευτεί στο νέο.

Wednesday, April 4, 2012

Νέα ιχνηλάτηση για τα «Αισχύλεια» στην Ελευσίνα


  • Συνάντηση για τη συνέχιση του θεσμού
  • Της Μαργαριτας Πουρναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 4/4/2012
ΦΕΣΤΙΒΑΛ. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα περιφερειακά φεστιβάλ στην Αττική, αλλά και την υπόλοιπη περιφέρεια, δεν έχουν συγκροτημένη πολιτική στις επιλογές τους. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, συγκεντρώνουν μερικές από τις ποιοτικές παραστάσεις του χειμώνα, ίσως κάποιες καλές συναυλίες, σπανιότερα εικαστικές εκθέσεις. Ενα mix grill που δεν είναι κατακριτέο αλλά σίγουρα δεν έχει στίγμα. Τα «Αισχύλεια» στην Ελευσίνα, ακολούθησαν τα τελευταία χρόνια, μια εντελώς διαφορετική πορεία: ενέταξαν βιομηχανικό κέλυφος του παλαιού ελαιουργείου στο πρόγραμμα, έκαναν τολμηρές αναθέσεις σε γνωστούς εικαστικούς, συσπείρωσαν ένα πυρήνα κοινού που παρακολουθούσε στενά τις εκδηλώσεις. Σταδιακά αλλά σταθερά, οι «μύστες» πολλαπλασιάζονταν και το φεστιβάλ αποκτούσε όλο και μεγαλύτερο σεβασμό όχι μόνο στους επισκέπτες, αλλά τους καλλιτέχνες, τους σκηνοθέτες, τους ανθρώπους του πνεύματος.

Sunday, April 1, 2012

Ομάδα θεάτρου Pequod: Το διπλό βιβλίο

Η ομάδα θεάτρου Pequod μεταφέρει στο θεατρικό σανίδι ένα μυθιστόρημα-σταθμό της μεταπολεμικής Ελλάδας, Το διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, από τις 18 Απριλίου έως τις 6 Μαΐου (εκτός Δευτέρας και Τρίτης), στη Μικρή Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων & Τεχνών.

Με την πτώση της χούντας και μετά από 28 χρόνια εξορίας στην Ανατολική Ευρώπη, ο Δημήτρης Χατζής (1913-1981) επιστρέφει στην Ελλάδα το 1975 και το επόμενο έτος δημοσιεύει Το διπλό βιβλίο, ένα από τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα της μεταπολεμικής περιόδου. Ακολουθώντας τη ζωή του βασικού του ήρωα Κώστα, ο Χατζής καταφέρνει να διατρέξει τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας – όχι σαν παρατηρητής, ούτε με έναν ιστορικό ή πολιτικό τρόπο, αλλά αποτυπώνοντας το ψυχικό τοπίο που διαμόρφωσαν αυτές οι στιγμές της ιστορίας μας. Έτσι, η ιστορία του Κώστα γίνεται η ιστορία της χώρας μας, φωτίζοντας τις πτυχές του «ρωμαίικου» που δημιούργησαν την Ελλάδα του σήμερα. Συγχρόνως, όμως, η ιστορία του καταφέρνει να γίνει πανανθρώπινη, ένας στοχασμός για τη θέση του ανθρώπου «στο δικό μας κόσμο το σημερινό», ανεξάρτητα από φύλο, χρώμα ή πατρίδα.

«Eνα βραβείο σημαίνει τα πάντα, αλλά και τίποτα»

ΤΑ ΝΕΑ: Σάββατο 31 Μαρτίου 
Πριν από λίγες ημέρες η Μαρία Κίτσου και ο Δημήτρης Λάλος κράτησαν στα χέρια τους το βραβείο Μελίνα Μερκούρη και Δημήτρης Χορν, αντιστοίχως. Ακόμη και αν δεχθούμε ότι η μεγαλύτερη διάκριση είναι η διάρκεια, στα πρόσωπά τους η νέα γενιά καλλιτεχνών κέρδισε έναν ακόμη πόντο. Το «Νσυν» μίλησε μαζί τους για το τι σημαίνει να είσαι βραβευμένος ηθοποιός εν μέσω κρίσης 
Εδώ και λίγες ημέρες είναι πρώτοι μεταξύ ίσων. Δύο ταλαντούχοι ηθοποιοί με την πρόσφατη επιβράβευση στις περγαμηνές τους. Αλλά και δύο εκπρόσωποι της νέας γενιάς καλλιτεχνών, που ζουν τις συνθήκες της κρίσης και επιβιώνουν μέσα από επιλεγμένες δουλειές – τα «Ορφανά» του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου για τη Μαρία Κίτσου, το «La Chunga» για τον Δημήτρη Λάλο. Αυτή η τελευταία ιδιότητα ήταν και η αφορμή για τη συνάντηση των βραβευθέντων ηθοποιών στο θέατρο Επί Κολωνώ. Η κοινή συνέντευξη ξεκίνησε με κλασικές ερωτήσεις, για να εξελιχθεί σε δύο παράλληλους μονολόγους, με αρχή, μέση και τέλος. Αλλά και μια εσωτερική ισορροπία μεταξύ τους. Κλασικό θέατρο, σαν να λέμε.

ΠΕΤΕΡ ΣΤΑΪΝ «Το θέατρο κρατάει καθρέφτη απέναντι στην κοινωνία»


[Δ.Κ., ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012].  «Να κοιτάζετε προς τον ουρανό, όχι προς την κόλαση», ήταν η συμβουλή προς τους φοιτητές του διάσημου γερμανού σκηνοθέτη, επίτιμου διδάκτορα πλέον στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
«Οι νέοι πρέπει να κάνουν κουράγιο και να έχουν το θάρρος να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες», έλεγε στα «ΝΕΑ» ο Πέτερ Στάιν λίγο μετά τη συνάντησή του με τους φοιτητές θεατρικών σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών με τον τίτλο πλέον του επίτιμου διδάκτορα του τμήματος. Την ίδια ώρα οι φοιτητές σαν σμάρι μαζεύονταν γύρω του. Και δεν τον άφηναν να φύγει. Ζητούσαν «μια συμβουλή σε περιόδους κρίσης και ανεργίας». Κι εκείνος τους έσφιγγε το χέρι.
«Θέλω να γίνω ηθοποιός», είπε μια φοιτήτρια. «Τότε, δεν αρκεί μια δραματική σχολή. Πρέπει να μελετήσεις το θέατρο». Τον κοίταξε απογοητευμένη. «Να ξέρεις όμως ότι οι ηθοποιοί δεν είναι κούκλες στα χέρια του σκηνοθέτη». Ο σκηνοθέτης δεν τους καθοδηγεί; ήρθε η ερώτηση. «Οχι, είναι συνεργάτες. Δεν θέλω να βλέπω ηθοποιούς να κάνουν αυτά που επιβάλλει ο σκηνοθέτης».

Μπροστά στις αρχαιρεσίες στο Σωματείο Ηθοποιών



«Αυτοί που βρίσκονται ψηλάθεωρούνε ταπεινό να μιλάς για το φαΐ.
Ο λόγος; Εχουνε κιόλας φάει» Μπ. Μπρεχτ
Σε λίγες μέρες (στις 9 Απρίλη) πραγματοποιούνται εκλογές στο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, στο μεγαλύτερο σωματείο στο χώρο του θεάματος – ακροάματος. Μπροστά στις εκλογές κορυφώνεται μία πρωτοφανής επίθεση που οργανώνεται το τελευταίο διάστημα και έχει στόχο τον αφοπλισμό των ηθοποιών μπροστά στην μεγάλη επίθεση που ήδη δέχονται και φυσικά θα συνεχιστεί αμείωτα από την κυβέρνηση – όποια κι αν είναι αυτή το επόμενο διάστημα – την ΕΕ και το μεγάλο κεφάλαιο που λυμαίνεται το χώρο.
Αιχμή του δόρατος της επίθεσης που οργανώνεται από τμήματα της εργοδοσίας στο χώρο του θεάτρου και της τηλεόρασης, είναι ο αντικομμουνισμός. Στο ρυθμό αυτής της επίθεσης χορεύουν φυσικά όλες οι πολιτικές δυνάμεις με πρώτους και καλύτερους τους οπορτουνιστές, τον ΣΥΝ\ΣΥΡΙΖΑ που και στο χώρο του ΣΕΗ πάει χέρι-χέρι με τις δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ. Εχουν γράψει στη σημαία τους «τέρμα πια στο κόκκινο ΣΕΗ», «να φύγουν οι κομμουνιστές από το Σωματείο» και προσπαθούν να παρουσιάσουν την επιχειρηματολογία τους ως νέα, καινούρια, φρέσκια.

Εύθυμη χήρα στην ΕΛΣ, αλλά πόσο "εύθυμη";

Λουκάκος Κ., Η ΑΥΓΗ: 01/04/2012

Αγαπημένο έργο του Αδόλφου Χίτλερ, που παρεμπιπτόντως απάλειψε τα ονόματα των (Εβραίων) συγγραφέων της προκειμένου να τη συντηρήσει στο επιτρεπτό για το Γ' Ράιχ ρεπερτόριο, η «Εύθυμη Χήρα» - διόλου τυχαία - υπήρξε από τις πρώτες παραγωγές της θεσμικά νεογέννητης Εθνικής Λυρικής Σκηνής τον δύσκολο κατοχικό Δεκέμβρη του 1942 (το γιατί έπρεπε να θεσπίσει τον εθνικό λυρικό μας φορέα ο Γερμανός κατακτητής είναι άλλης τάξεως ερώτημα που οφείλει να μην ικανοποιηθεί με «πληρωμένες» απαντήσεις). Σε κάθε περίπτωση όμως, μια ματιά στους παράγοντες της πρώτης αυτής παρουσίασης θέτει τον πήχυ των αξιώσεων για κάθε επόμενη αναβίωση: διδασκαλία του Βάλτερ Πφέφφερ, Χάννα της Ναυσικάς Βουτυρά και - κυρίως - Ντάνιλο του μεγάλου Πέτρου Επιτροπάκη, ελάχιστα εντυπωσιακού στην όψη, αλλά με τη φωνητική αισθητική ενός εγχώριου Ρίχαρντ Τάουμπερ (του τενόρου δηλαδή, για τον οποίο ο Λέχαρ συνέθεσε τα μεγάλα έργα του, τη δεκαετία του 1920 και μετά...). Σε αυτό το πλαίσιο, η επίγευση μιας πολυαναμενόμενης επιστροφής παραμένει ανάμεικτη, όπως τουλάχιστον τη βιώσαμε στις παραστάσεις της 23ης και 28ηςΦεβρουαρίου που παρακολουθήσαμε. Με δεδομένο ότι η «Εύθυμη Χήρα» του 1905, μαζί με τον «Ιππότη με το Ρόδο» του 1911, συναποτελούν χρονικά ορόσημα ενός παρατεταμένου fin de siècle, η ατμόσφαιρα που αμφότερα οφείλουν να εκπέμπουν στις αναβιώσεις τους είναι η αποχαιρετιστήρια εκείνη σε μια belle époque άκρας κομψότητας, στοιχείο που δεν πέρασε μέσα από τη σκηνοθετική διδασκαλία τουΔημήτρη Λιγνάδη.

Στον φίλο που χάσαμε

Κάθε άνθρωπος είναι αναντικατάστατος και κανένας αείμνηστος. Κανείς, εκτός κι αν κάποιοι αναλάβουν να αφηγηθούν γιατί αυτός που χάθηκε μας χρειαζόταν. Αυτό ήδη σημαίνει ότι το πένθος, που περιλαμβάνει τη δύσκολη διαδικασία του επαίνου στον νεκρό, είναι σε μεγάλο βαθμό μια υπόθεση εγωιστική. Σε κλαίω, γιατί χωρίς εσένα νιώθω ακόμα πιο γυμνός και σε επαινώ γιατί κάποια από όσα γράφτηκαν για σένα διαλύουν τη μνήμη, δηλαδή την ψυχή μου. Με μια προσθήκη: Ότι αυτή την στιγμή για να αντισταθούμε στη βαρβαρότητα, έχουμε ανάγκη όσο ποτέ τη μνήμη.
Τον Σοφοκλή Πέππα τον έχω δει να παίζει σχετικά λίγες φορές. Τραγωδία, Σαίξπηρ, Ίμπσεν, Τσέχωφ και λίγα ακόμα. Επίσης έχω συνεργαστεί μαζί του. Με αυτά τα εφόδια νομίζω ότι μπορώ να πω τι μου άφησε. Ήταν από τους πιο εύστοχους ηθοποιούς με το είδος εκείνο της υποκριτικής κομψότητας που του επέτρεπε να βρίσκεται πάντα στο σωστό μέρος της σκηνής, να κινείται και να μιλά με ένα πειστικό ρυθμό. Η αρετή ωστόσο αυτή, που απαντάται και σε άλλους καλούς ηθοποιούς, δεν ήταν καθόλου η πιο σημαντική του. Αντίθετα, θα μπορούσε να αποτελέσει και παγίδα, αυτό που οι ηθοποιοί ονομάζουν ευκολία, αν ισορροπούσε και δεν ελέγχονταν από μια άλλη πιο σπάνια ικανότητα: Να συνομιλεί κάθε στιγμή άμεσα με το θεατρικό κείμενο και, και αντί να καταφεύγει σε μοντερνιές και μεταμοντερνιές, να του υποτάσσεται για να το κατακτήσει.

Εκλογές ΣΕΗ 2012: Σε αναζήτηση μιας νέας προοπτικής για το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών


  • Κακουριώτης Σ., Η ΑΥΓΗ: 01/04/2012
Σε μια περίοδο που όλοι ομολογούν ότι οι μεταστάσεις της οικονομικής κρίσης επηρεάζουν κάθε πτυχή του ελληνικού δημόσιου βίου, που οι εργαζόμενοι σε όλους τους κλάδους χάνουν όχι μονάχα το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους αλλά και δικαιώματα κατακτημένα με αγώνες εδώ και δεκαετίες, σε μια συγκυρία που η κρίση αποκτά διαστάσεις πολιτισμικές, οι εκλογές σε ένα καλλιτεχνικό και ταυτόχρονα συνδικαλιστικό σωματείο αποκτούν μια νέα διάσταση, υπό το φως των δεδομένων που έχει δημιουργήσει στη χώρα η δομική αυτή κρίση... Τη Μεγάλη Δευτέρα, στις 8 Απριλίου, οι Έλληνες ηθοποιοί καλούνται να εκλέξουν τη νέα διοίκηση του σωματείου τους, του ιστορικού ΣΕΗ. Τα διλήμματα που βρίσκονται μπροστά τους για την πορεία που πρέπει να ακολουθηθεί, προκειμένου το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών να ξεφύγει από μια πορεία αδιεξόδου, στην οποία το έχουν καταδικάσει οι "ασκήσεις επαναστατικής γυμναστικής" της μέχρι σήμερα ηγεσίας του, και να ανακτήσει τον ρόλο του τόσο ως συνδικαλιστικού φορέα όλων των ηθοποιών, νέων και παλαιότερων, ενεργών και ανέργων, όσο και ως καλλιτεχνικού σωματείου με ενεργό παρουσία στο πνευματικό τοπίο της χώρας, συζητά σήμερα η "Α" με τους υποψηφίους της Κίνησης Ηθοποιών Δημήτρη Παλαιοχωρίτη και Άννα Χατζησοφιά, ενώ με κείμενό της παρεμβαίνει και η "παλαίμαχη" του χώρου, ηθοποιός Μαρία Κανελλοπούλου.

Συνεντεύξεις - επιμέλεια: Σπύρος Κακουριώτης

Δημήτρης Παλαιοχωρίτης: Η μαγική λέξη είναι «ενότητα»


Το Δ.Σ. του ΣΕΗ σε δίκη προδικτατορική. Διακρίνονται ο Στέφανος Ληναίος και ο Βασίλης Μεσολογγίτης
Κακουριώτης Σ., Η ΑΥΓΗ: 01/04/2012
* Ποια θεωρεί η Κίνηση Ηθοποιών ως κύρια προβλήματα του κλάδου, για τα οποία καλείται το Δ.Σ. του ΣΕΗ που θα προκύψει από τις αρχαιρεσίες της 9ης Απριλίου να προωθήσει και να παλέψει;
  • Η σημερινή διοίκηση του ΣΕΗ δεν μπόρεσε να παίξει τον ενωτικό ρόλο της. Υποταγμένη στη λογική του ΠΑΜΕ, μετέτρεψε το σωματείο μας σε κομματικό παράρτημα. Αυτή η πρακτική είχε ως αποτέλεσμα την απογοήτευση των ηθοποιών, τη διαγραφή και την απομάκρυνσή τους από τις διαδικασίες.
Δυστυχώς, αντί να ασχολούμαστε με θέματα καλλιτεχνικά και πολιτιστικά, θέματα δηλαδή που αφορούν τη φύση του επαγγέλματός μας, είμαστε υποχρεωμένοι, κάτω από το βάρος της κρίσης, να αγωνιούμε για τη διάσωση των κεκτημένων δικαιωμάτων μας. Στην ουσία, δηλαδή, καλούμαστε να υπερασπίσουμε την ανθρώπινη και καλλιτεχνική αξιοπρέπειά μας. Συγκεκριμένα, οι συλλογικές συμβάσεις μας διαλύονται, η ανεργία στον κλάδο μας άγγιξε το 90% και οι τάσεις είναι ανοδικές… Θα αναγκάζεται, λοιπόν, ο καθένας μας να διαπραγματεύεται με τον θεατρικό επιχειρηματία ή τον παραγωγό σε προσωπικό επίπεδο. Αντιλαμβάνεστε, σε μια τέτοια διαδικασία, ποιας πλευράς οι όροι θα επιβάλλονται…

Άννα Χατζησοφιά: Πέραν της κρίσης βρίσκεται η βαρβαρότητα


Κακουριώτης Σ., Η ΑΥΓΗ: 01/04/2012
* Τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, σε τι κατάσταση βρίσκεται ο οπτικοακουστικός χώρος και ποια τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι σε αυτόν;
Το στερεότυπο ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι και λίγο ρακένδυτος και να πεινάει είναι αστείο. Ούτε το πνεύμα μπορεί να απελευθερωθεί ούτε να λειτουργήσεις καλλιτεχνικά αν σκέφτεσαι ότι μπορεί να σε πετάξουν από το σπίτι σου στον δρόμο τον επόμενο μήνα γιατί δεν έχεις να πληρώσεις το νοίκι
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο οπτικοακουστικός χώρος αφορούν όλους τους εργαζόμενους του κλάδου: ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σεναριογράφους, διευθυντές φωτογραφίας, όλους όσοι βρίσκονται πίσω από τη δημιουργία μιας, π.χ., τηλεοπτικής σειράς. Αυτή τη στιγμή ο χώρος βιώνει μια πολύ μεγάλη κρίση, που ξεκίνησε από το 2008, με την πτώση της διαφήμισης.
Εδώ υπάρχουν δύο πόλοι: ο ένας είναι η κρατική ή, καλύτερα, η δημόσια τηλεόραση και ο άλλος η ιδιωτική, που συναρτάται άμεσα με τη διαφήμιση. Η δημόσια τηλεόραση δεν εξαρτάται, ούτε και πρέπει να εξαρτάται από τη διαφήμιση, αλλά μονάχα από το ειδικό τέλος που πληρώνει κάθε Έλληνας (και καλώς, διότι παντού με παρόμοιο τρόπο χρηματοδοτείται η δημόσια τηλεόραση).
Αφού λοιπόν χρηματοδοτείται από τους πολίτες, πρέπει να είναι και ανταποδοτική. Όμως εδώ και πέντε χρόνια έχει σταματήσει οποιαδήποτε παραγωγή μυθοπλασίας (σειρές και τηλεταινίες) και έχουν περιοριστεί δραματικά οι παραγωγές ντοκιμαντέρ. Αυτό έχει αντίκτυπο όχι μονάχα εργασιακό αλλά και στο τι πρόγραμμα μεταδίδεται από τη δημόσια τηλεόραση, το οποίο έχει περιοριστεί στις επαναλήψεις.
Η ΕΡΤ έχει γίνει ένας χώρος όπου εργάζονται άνθρωποι, όχι όμως και ένας χώρος όπου παράγεται πρόγραμμα για όλα τα στρώματα του ελληνικού λαού, κάτι για το οποίο πληρώνεται από τον ελληνικό λαό. Αν αυτό που προσφέρεται απαντούσε στις ανάγκες που έχει το ελληνικό κοινό στην ψυχαγωγία, τη διασκέδαση και την ενημέρωση, τότε ο κόσμος δεν θα διαμαρτυρόταν για το τέλος που πληρώνει στην ΕΡΤ. Δυστυχώς, συχνά η συζήτηση εξαντλείται μόνο στα δίκαια, κατά κανόνα, αλλά πολύ στενά εργασιακά αιτήματα των μονίμων και των συμβασιούχων...

Σήμερα ηθοποιός δεν σημαίνει φως...


 
    Της Μαρίας Κανελλοπούλου, Η ΑΥΓΗ: 01/04/2012
    Ξεκινώντας στις αρχές του '80 το ταξίδι της επαγγελματικής ενασχόλησης με το θέατρο, μια από τις πιο προσφιλείς μου συνήθειες ήταν να πλησιάζω τους παλαιότερους συναδέλφους και να τους ρωτώ τις συνθήκες που βίωσαν εργαζόμενοι στις δεκαετίες του '40, του '50, του '60. Αν και ειπωμένα με ευχάριστο, κατά κανόνα, τρόπο, τα πράγματα ήταν πολύ δραματικά γι' αυτούς: 14 έως 16 παραστάσεις τη βδομάδα, χωρίς κανένα ρεπό, περιοδείες πληρωμένες σε είδος, ένα πιάτο φαΐ κι ένα κρεβάτι για να κοιμηθούν, εργοδότες που τους εγκατέλειπαν στη μέση του πουθενά παίρνοντας μαζί τις πενιχρές εισπράξεις κ.ά.
    Με κοίταζαν και μου έλεγαν: "Α, είστε πολύ τυχερή γενιά, έχετε συλλογικές συμβάσεις, έχετε συγκεκριμένο αριθμό παραστάσεων, κατώτατο βασικό μισθό, περιοδείες με πληρωμένα τα εκτός έδρας, συνθήκες που, τελικά, σας επιτρέπουν να πραγματοποιείτε με αξιοπρέπεια τα όνειρά σας.

    Ποιος φοβάται τον Μπρεχτ, πράξη δεύτερη



    Σκέψεις με αφορμή την παράσταση της όπερας των Μπρεχτ – Βάιλ «Ανοδος και πτώση της πόλης Μαχαγκόνι» στο Μέγαρο Μουσικής.
     
    Από παλιότερη παράσταση του έργου των Κουρτ Βάιλ – Μπέρτολντ Μπρεχτ «Ανοδος και πτώση της πόλης Μαχαγκόνι» από το Θέατρο «Ρεάλ» της Μαδρίτης
     
    «Οσο ζούσαν οι μεγάλοι επαναστάτες, οι τάξεις των καταπιεστών τους αντάμειβαν με συνεχείς διώξεις και αντιμετώπιζαν τη διδασκαλία τους με την πιο άγρια μοχθηρία, με το πιο λυσσαλέο μίσος, με την πιο αχαλίνωτη εκστρατεία ψευτιάς και συκοφαντίας. Υστερα από το θάνατό τους γίνονται προσπάθειες να τους μετατρέψουν σε αβλαβή εικονίσματα, σα να λέμε, να τους αγιοποιήσουν, να προσδώσουν κάποια δόξα στο όνομά τους για «παρηγοριά» των καταπιεζομένων τάξεων και για εμπαιγμό τους, ευνουχίζοντας το περιεχόμενο της επαναστατικής διδασκαλίας, αμβλύνοντας και εκχυδαΐζοντας την επαναστατική της αιχμή». Οι διαπιστώσεις αυτές – διατυπωμένες από τον Λένιν στο «Κράτος και επανάσταση» – επιβεβαιώνονται και στην περίπτωση των μεγάλων επαναστατών καλλιτεχνών, όπως δείχνει η μεταχείριση που έχει στις μέρες μας το έργο του Μπρεχτ από τους κυρίαρχους πολιτιστικούς μηχανισμούς.

    Σκηνικά ενδιαφέρον, αλλά μουσικά άνευρο


    • Του Νικου Α. Δοντα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 1 Aπριλίου 2012
    Ο Ζεράρ Μορτιέ έχει σταθερές αγάπες: στους εκάστοτε θεσμούς που αναλαμβάνει, στις Βρυξέλλες, στο Ζάλτσμπουργκ, στο Παρίσι και τώρα στη Μαδρίτη, βρίσκει πάντοτε τον τρόπο να παρουσιάζει έργα τα οποία εκτιμά. Η «Ανοδος και πτώση της πόλης Μαχαγκόνι» των Βάιλ και Μπρεχτ είναι από αυτά. Το 1998, η παραγωγή του Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ είχε ενδιαφέρον, αλλά δεν πέτυχε να περάσει το μήνυμα, ίσως λόγω της πολυτελούς, ελάχιστα ενδεδειγμένης διανομής («Κ», 20.9.98). Το 2010 ο Μορτιέ επανήλθε, ανεβάζοντας το έργο στο Βασιλικό Θέατρο της Μαδρίτης με τους μοδάτους πλέον Φούρα ντελς Μπάους, τους πλέον περιζήτητους σκηνοθέτες όπερας της εποχής. Η παραγωγή αυτή φιλοξενήθηκε στην αίθουσα Τριάντη στις 13 Μαρτίου.
    Στη σκηνή, σωροί από σκουπίδια. Ανάμεσά τους κινήθηκαν τα ανθρώπινα ράκη του έργου, υποδειγματικά καθοδηγημένα. Χάρη στην κοινή αισθητική γλώσσα, η παρωδία, όπως στη δίκη του Τζιμ, ο σαρκασμός των ερωτικών σκηνών και ο λυρισμός, όπως στο φανταστικό ταξίδι των μεθυσμένων με το πλοίο, παντρεύτηκαν με το διδακτικό στοιχείο. Κάθε σκηνή, κάθε χαρακτήρας ήταν λεπτομερώς επεξεργασμένα. Ωστόσο, ορισμένες φορές η υπερβολική φροντίδα θόλωνε το επίκαιρο μήνυμα, που Μπρεχτ και Βάιλ μεταφέρουν με αδρό τρόπο. Εξαίρεση αποτελούσε η χοντροκομμένα ξεκάθαρη τελική σκηνή.

    Αμήχανη η Εκτη Καρυάτιδα



    Στη σκηνοθετική «πρώτη» του Κ. Τσόκλη ενδιαφέρον είχαν τα εικαστικά στοιχεία
    Tου Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 1 Aπριλίου 2012
    ΑΝΤΩΝΗΣ και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΦΑΛΗΣ
    Εκτη Καρυάτιδα
    σκην.: Κώστας Τσόκλης
    Θέατρο Αλμα
    Επειτα από διακοπή μερικών εβδομάδων από τη στήλη, ξαναρχίζω με μερικές εξομολογημένες αμαρτίες: Πρώτα απ’ όλα την παρακάτω παράσταση (η «Εκτη Καρυάτιδα» των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη) την είδα -ως μη όφειλα- σε ερασιτεχνικό, μονοπλανικό βίντεο. Υπήρξε κάποια προσωπική μου ανώτερη βία που με ανάγκασε για κάτι τέτοιο, μιας και ήθελα να δω, το δίχως άλλο, αυτήν την πρώτη -και ενδεχομένως και τελευταία-- θεατρική απόπειρα ενός διάσημου ζωγράφου, του Κώστα Τσόκλη («αν σκηνοθετήσω και δεύτερη και τρίτη φορά, θα κινδυνέψω να δημιουργήσω έναν τρόπο έκφρασης και στο θέατρο, κι αυτό δεν το θέλω».)
    Δεύτερη εξομολόγηση: Εμένα προσωπικά ο Κ. Τσόκλης -ανέκαθεν- δεν μου άρεσε ως ζωγράφος. Θέμα γούστου. Δεν ήταν λοιπόν του γούστου μου ούτε όταν, στην πρώτη του περίοδο, συνδύαζε ρεαλιστικά στοιχεία με εξπρεσιονιστικά ιδιώματα, ούτε όταν η ζωγραφική του γιγαντώθηκε και έφτασε, τη δεκαετία του ’80, τα δεκάδες μέτρα μήκος, ούτε αργότερα όταν στη μετα-μοντερνιστική του περίοδο διάφορα παλούκια προεκτείνονταν προκλητικά από τους πίνακές του.

    Φωτεινή Δάρρα: «Με το μιούζικαλ πραγματοποιώ ένα παιδικό μου όνειρο»


    Με το ένα πόδι στη Royal Academy του Λονδίνου και το άλλο στο «Γκαζάρτε» βρίσκεται αυτό τον καιρό η Φωτεινή Δάρρα
    • Της Γιωτας Συκκα,  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 1 Aπριλίου 2012
    Από τα χρόνια των σπουδών της στο Εθνικό Ωδείο και τη Σχολή Θεατρικών Σπουδών Θεοδοσιάδη ήθελε να γνωρίσει καλύτερα τον κόσμο των μιούζικαλ. Και παρότι στην πορεία έδωσε δεκάδες συναυλίες, ηχογράφησε δίσκους και συμμετείχε σε θεατρικές παραγωγές του Εθνικού Θεάτρου, του ΚΘΒΕ και στο ελεύθερο θέατρο, πάντα έμενε μέσα της εκείνη η επιθυμία που είχε στα 20 της χρόνια. Eτσι, ανάμεσα σε σχέδια και τις τέσσερις παραστάσεις που ετοίμασε για το «Γκαζάρτε», η Φωτεινή Δάρρα έκανε και το παλιό όνειρο πραγματικότητα: Σπουδές στη Royal Academy.

    Δημήτρης Καταλειφός: «Το θέατρο είναι είδος πρώτης ανάγκης»


    Ο Δημήτρης Καταλειφός, μαγικός «Ονειροπόλος» της Οδού Κεφαλληνίας
    • Της Σαντρας Βουλγαρη,  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 1 Aπριλίου 2012

    «Ονειροπόλος είναι αυτός που επιδιώκει πράγματα ακατόρθωτα, που δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του την πραγματικότητα και δεν δεσμεύεται απ’ αυτήν. Μια καλοκαιριάτικη λευκή νύχτα, ο Ονειροπόλος συναντάει τη Νάστενκα. Μαζί δραπετεύουν από την πεζή πραγματικότητα που τους περιβάλλει, σ’ έναν κόσμο παραμυθένιο, που θα τους εξασφαλίσει τουλάχιστον μία αληθινή στιγμή ευτυχίας». Πριν από δύο εβδομάδες άρχισαν οι παραστάσεις του έργου «Λευκές νύχτες» του Ντοστογιέφσκι, κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στη Β΄ Σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας και από τις πρώτες κιόλας ημέρες έγινε το αδιαχώρητο. Ο Δημήτρης Καταλειφός, παρακινημένος από την επιθυμία δύο νέων ηθοποιών, επέστρεψε στην αγάπη της εφηβείας του, τον Ντοστογιέφσκι και ανέβασε τις «Λευκές νύχτες».

    Ο ρομαντισμός στο μεγαλείο του. Το αθηναϊκό κοινό, ενθουσιασμένο. «Φαίνεται ότι τελικά ο Ντοστογιέφσκι αρέσει...», μου λέει o Δ. Καταλειφός όταν του περιγράφω την εμπειρία μου. Τρίτη βράδυ, δέκα λεπτά πριν από την έναρξη της παράστασης, ένας χαμός στην ουρά του ταμείου. Μια παρέα νέων αντιμετωπίζει το δίλημμα του εάν θα πληρώσουν για να καθίσουν στα σκαλάκια, επειδή μόνον εκεί υπάρχει θέση. Τελικά δέχονται. Το θέατρο ασφυκτικά γεμάτο με θεατές που κυριολεκτικά «ρουφούν» τα λόγια του Ονειροπόλου (Στάθη Μαντζώρου) και της Νάστενκα (Λουκίας Μιχαλοπούλου). Μετά τη μιάμιση ώρα χωρίς διάλειμμα, που διαρκεί η παράσταση, οι θεατές ξεσπούν σε θερμό χειροκρότημα. Δύο νέοι που μιλούν για τον έρωτα και την αγάπη, ένας Ονειροπόλος που αναπόφευκτα πληγώνεται, όμως στέκει δυνατός, γεμάτος θάρρος.

    Το κοινό έχει ανάγκη να ξεχαστεί με ιστορίες


    Σκηνοθέτες και ηθοποιοί εξηγούν γιατί στράφηκαν φέτος στη λογοτεχνία
    • Της Ολγας Σελλα,  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 1 Aπριλίου 2012

    Είναι σύμπτωση, τάση, ανάγκη ή αδυναμία; Ποιοι είναι οι λόγοι που έφεραν στις θεατρικές σκηνές φέτος πολύ περισσότερα λογοτεχνικά κείμενα από κάθε άλλη φορά; Και γιατί παλαιότερα ή σύγχρονα λογοτεχνικά κείμενα, ζωντανεμένα από ηθοποιούς, έγιναν οι πιο εμπορικές παραστάσεις της χρονιάς;
    Αναζητήσαμε τις απαντήσεις: στη σκηνοθέτιδα και ηθοποιό Ρούλα Πατεράκη («πρωταθλήτρια» στη μεταφορά λογοτεχνικών κειμένων στη σκηνή), τον σκηνοθέτη Στάθη Λιβαθινό, που υπογράφει δύο από τις πιο επιτυχημένες παραστάσεις (τον «Ερωτόκριτο» και τη «Φόνισσα»), τον ηθοποιό Νίκο Χατζόπουλο που ζωντάνεψε τον Νίτσε στη θεατρική απόδοση του δημοφιλούς μυθιστορήματος του Ιρβιν Γιάλομ «Οταν έκλαψε ο Νίτσε» και τη νεαρή σκηνοθέτιδα Σοφία Καραγιάννη, που σκηνοθετεί το διήγημα του Εμμανουήλ Ροΐδη «Ψυχολογία Συριανού συζύγου».

    Ενα μιούζικαλ… με αφορμή μια απεργία!



    Nederlander Theater
    www.newsisthemusical.com
    «Newsies». Εμπνευσμένο από την απεργία των μικρών πλανόδιων εφημεριδοπωλών της Νέας Υόρκης το 1899 (γνωστή ως Newsboys Strike), το έργο είναι μια παραγωγή της εταιρείας Ντίσνεϊ που πρωτοεμφανίστηκε ως κινηματογραφική ταινία το 1992, μεταφέρθηκε στο θέατρο και τώρα κάνει το ντεμπούτο της στο Μπροντγουέι. Οι πλανόδιοι εφημεριδοπώλες, σκληραγωγημένοι μικροί βιοπαλαιστές που πρωτοστατούσαν στην κυκλοφορία αλλά και τη «διά βοής» διαφήμιση των εφημερίδων την εποχή εκείνη, ξεσηκώθηκαν όταν δύο μεγάλες εφημερίδες της Νέας Υόρκης, η Evening World του Τζόζεφ Πούλιτζερ και η Evening Journal του Γ. Ράντολφ Χερστ, «έκοψαν» το ποσοστό κέρδους τους. Με την απεργία τους (που συνοδευόταν και από «κράξιμο» των δύο εφημερίδων) κατάφεραν να πάρουν με το μέρος τους τον κόσμο και να κλονίσουν τους δύο μεγιστάνες του Τύπου, οι οποίοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στα αιτήματά τους. Ο Τζέρεμι Τζόρνταν πρωταγωνιστεί στο μιούζικαλ, που είναι γραμμένο από τον Χάρβεϊ Φίρστιν και σκηνοθετημένο από τον Τζεφ Καλχούν, με μουσική και τραγούδια των Αλαν Μένκεν και Τζακ Φέλντμαν.

    Το μιούζικαλ–θρίλερ του Στίβεν Σοντχάιμ


    • Adelphi Theatre
    • www.sweeneytoddwestend.com

    «Sweeney Todd». Οπως ομόφωνα παραδέχονται οι Βρετανοί κριτικοί θεάτρου, η νέα παραγωγή του «Σουίνι Τοντ», που σκηνοθέτησε ο Τζόναθαν Κεντ, έχει απογειώσει το μιούζικαλ–θρίλερ του Στίβεν Σοντχάιμ, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1979. Βασισμένο σε μια ανατριχιαστικά διασκεδαστική ιστορία αγάπης και εκδίκησης, το έργο έχει πρωταγωνιστή έναν μπαρμπέρη που χρησιμοποιεί το ξυράφι του για να στείλει στον άλλο κόσμο τους πελάτες του. Ο Κεντ έχει μεταφέρει χρονικά την αφήγηση από τη βικτωριανή εποχή στον Μεσοπόλεμο, αφαιρώντας και προσθέτοντας καίριες λεπτομέρειες στην αφήγηση χωρίς να χαθεί η ισορροπία του έργου. Το μεγάλο ατού της παράστασης είναι η ερμηνεία του Μάικλ Μπολ στον ρόλο του κουρέα–δολοφόνου (φωτ.). Πολύ διαφορετικός από τον Σουίνι Τοντ του Τζόνι Ντεπ στην κινηματογραφική εκδοχή του έργου, ο Μπολ καθηλώνει όχι μόνο με την εκπληκτική φωνή του, αλλά και με τη ζοφερή ηρεμία της ερμηνείας του, που τη διακόπτουν μόνο τα φονικά του ξεσπάσματα. Στον ρόλο της Μις Λόβετ, της «συντρόφου» του Σουίνι, η Ιμέλντα Στόντον δίνει αριστοτεχνικά χιουμοριστικές ανάσες στη μακάβρια ατμόσφαιρα του μιούζικαλ. Εως τις 22 Σεπτεμβρίου.

    Wednesday, March 28, 2012

    Γεράσιμος Σκιαδαρέσης: «Ημασταν πάντα ξένοι στον τόπο»


    Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

    Ο ηθοποιός, λίγο πριν αρχίσει την αναζήτηση, μιλά στον «ΑτΚ» για τη δύναμη της ειλικρίνειας, της ευαισθησίας, του χιούμορ και του πάθους στις σχέσεις, αλλά και για τα όσα οξύμωρα συμβαίνουν στην ελληνική και διεθνή σκηνή. Εξηγεί γιατί πάντα ήμασταν φιλοξενούμενοι στη χώρα μας, μιλά για την αντιπαλότητα κράτους-πολιτών και σημειώνει ότι δεν έχει σημασία αν θα επιστρέψουμε στη δραχμή ή αν θα σωθούν οι καταθέσεις, αφού χάσαμε τη δύναμη να ονειρευόμαστε.
    Ποια είναι η δική σας απάντηση στον τίτλο του έργου;
    Τι να σας πω... Δεν το αποκλείεις, αλλά ευτυχώς υπάρχει και μια Μέρκελ που ισορροπεί την κατάσταση και σε κάνει να σκέφτεσαι ότι δεν είναι μόνον ανδρική υπόθεση. Ο ήρωάς μου, πάντως, αναζητά απάντηση στο ερώτημα «τι θέλουν οι γυναίκες;». Ολα ξεκινούν από μια ασήμαντη αφορμή, όταν η κοπέλα του τον αφήνει, ξεκαθαρίζοντας ότι έχει διορία δυο εβδομάδες να ψάξει την απάντηση. Ο ίδιος είναι ερωτευμένος και άρα έχει το κίνητρο για να κάνει τα πάντα ώστε να βρει τη λύση. Στην πορεία φέρνει στη μνήμη του πέντε διαφορετικούς χαρακτήρες, πέντε φαλλοκρατικά πρότυπα, που τον έχουν σημαδέψει και με τη βοήθεια του κοινού μέσα από μια διαδραστική παράσταση φτάνει σε κάποια συμπεράσματα. Οι πέντε είναι άτομα που γνώρισε στις καλοκαιρινές διακοπές που έκανε στο νησί της γιαγιάς του. Εχουμε, λοιπόν, ένα στρατηγό απόστρατο, που πρεσβεύει ότι οι γυναίκες θέλουν ειλικρίνεια, αλλά όχι υπερβολική, ένα Γάλλο αιώνιο φοιτητή, που εκτιμά ότι, αν μιλάς στις γυναίκες με «γαλλική προφορά», δηλαδή γλυκά και με τρόπο, τρώνε τα πάντα. Ο Τζίμης, ο «Σουμάχερ», είναι ένας τυπικός «Ελληνας εραστής», που πιστεύει ότι η λέξη κλειδί είναι το πάθος, ο εργένης «πρύτανης» 123 ετών ψηφίζει το χιούμορ ως το τέλειο δόλωμα και ο Σήφης, ο αγκαλίτσας, αν και Κρητικός, πιστεύει ότι το παν είναι η ευαισθησία που κρύβει ένα «σ' αγαπώ».

    Χορεύοντας στον «Κήπο του Προφήτη»


    Ένα θέαμα με χορευτές και μουσικούς βασισμένο στο έργο του μεγάλου Λιβανέζου ποιητή Khalil Gibran «Ο Κήπος του Προφήτη» ανεβαίνει από το Χοροθέατρο του ΚΘΒΕ από τις 29 Μαρτίου στην Πειραματική Σκηνή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, στη Μονή Λαζαριστών.  Στο πλαίσιο του προγράμματος του Υπουργείου Πολιτισμού «Θεσσαλονίκη Σταυροδρόμι Πολιτισμών», παρουσιάζει την παράσταση «Θα φύγουμε μαζί». Πρόκειται για την εξέλιξη μιας παράστασης που παρουσιάστηκε αρχικά ως work in progress στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών (Πειραματική Σκηνή) το Μάϊο του 2011, σε χορογραφία της ομάδας «sinequanon».

    Η νεύρωση ως επιβίωση

    [Κριτική θεάτρου] Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
    ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

    Η κοινοτοπία - αλλά συχνά πυκνά το απωθούμε ή το λησμονούμε. Εννοώ το από δεκάδες αναλύσεις διαπιστωμένο γεγονός πως οι άνδρες κυρίως αλλά και οι γυναίκες δεν μπορούν να εξηγήσουν ή να αποκρυπτογραφήσουν τις αινιγματώδεις αντιδράσεις της γυναίκας. Κάθε γυναίκα είναι ένα κλειστό κύκλωμα, τελείως ιδιότυπο και ιδιόμορφο, απόκοσμο και αυτοτροφοδοτούμενο. Κι όταν ακόμη επιτρέπει σε κάποιον να το ερευνήσει, είναι σίγουρο πως θα παραπλανηθεί ή θα αστοχήσει στις ερμηνείες του ή, το συνηθέστερο, θα παγιδευτεί μέσα σε ψευδαισθήσεις ή φαντασιώσεις.
    Η άμυνα της γυναίκας, η αντίδρασή της στις συνθήκες που επέβαλε ο ανδρικός βιασμός είναι αυτό που αποκαλείται γυναικεία νεύρωση. Είναι κάτι σαν το σύμβολο που διατρέχει όλη την «Ορέστεια» του Αισχύλου, το δίχτυ της Κλυταιμνήστρας που παγιδεύει τον Αγαμέμνονα στο λουτρό. Αυτό το δίχτυ, το πλέγμα του νευρικού συστήματος των γυναικών αποτελεί το αιώνιο και άλυτο αίνιγμα της γυναικείας συμπεριφοράς που το φάσμα της είναι απεριόριστο και κορυφώνεται στην προσποίηση οργασμού, τη μεγάλη αυταπάτη των ανδρών.

    Σύγχρονο ξένο ρεπερτόριο


    ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
    «Πυρκαγιές»
    • «Πυρκαγιές» στο Εθνικό Θέατρο
    «Πρέπει να πάψεις να λες "Ναι". Για να πάψεις, πρέπει να μάθεις να διαβάζεις, να σκέφτεσαι, να μιλάς. Να μάθεις να λες "Οχι"». Με «πυρήνα» αυτήν τη φράση (σοφή συμβουλή μιας βασανισμένης γιαγιάς στην εγγονή της), που θυμίζει το ποίημα του Μπρεχτ «Εγκώμιο στη γνώση» και εφαρμόζοντας την μπρεχτική μέθοδο αποστασιοποίησης με την τιτλοδότηση των σκηνών του έργου, ώστε ο θεατής κριτικά να σκέφτεται τα διαδραματιζόμενα - ο Λιβανέζος δραματουργός και σκηνοθέτης Ουαζντί Μουαουάντ, με το πολύ σημαντικό (δραματουργικά και θεματολογικά) έργο του «Πυρκαγιές» (βραβείο «Μολιέρος», 2003) μυθ-ιστορεί τα πάθη του Λιβάνου (του λιβανέζικου και παλαιστινιακού λαού) με την πολεμική επίθεση του ιμπεριαλιστικού Ισραήλ και τον εμφύλιο που «έσπειρε». Οκτάχρονος ήταν ο συγγραφέας όταν η οικογένειά του αναγκάστηκε να ξεριζωθεί, καταφεύγοντας, αρχικά το 1976 στη Γαλλία. Στερούμενη την άδεια παραμονής, η οικογένεια περιπλανήθηκε εκ νέου, μέχρι να εγκατασταθεί στο γαλλόφωνο Καναδά, όπου ο Μουαουάντ σπούδασε θέατρο και διακρίθηκε. Ο συγγραφέας, εμπνεόμενος από το μύθο του Οιδίποδα (μύθος που αλληγορεί για τα εγκλήματα και τα δεινά που γεννά ο πόθος για εξουσία, η έπαρση και η βία της, στις «Πυρκαγιές» διεκτραγωδεί τα πάθη του λιβανέζικου και γενικότερα των λαών της Μέσης Ανατολής, βασιζόμενος και σε υπαρκτά πρόσωπα. Το κεντρικό πρόσωπο του έργου (εμφανίζεται σε τρεις ηλικίες) η Ναουάλ, παραπέμπει στην αγωνίστρια της λιβανικής αντίστασης κατά του κατακτητικού Ισραήλ, Σόχα Μπεσάρα. Μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας του Λιβάνου, η Σόχα Μπεσάρα, εικοσάχρονη, το 1988, αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Λιβανέζο αρχιβασανιστή, αρχιφονιά του αντιστεκόμενου λαού του Λιβάνου και των Παλαιστινίων προσφύγων, στρατηγό - αρχηγό των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής και των φυλακών τους, στο Νότιο Λίβανο - Αντουάν Λαχάντ (βασανιστή και της Μπεσάρα, η οποία συνελήφθη και βασανίστηκε απάνθρωπα, κατηγορούμενη για την απόπειρα, σε συνεργασία με συναγωνίστριά της, γνωστή ως «Η γυναίκα που τραγουδά» - στο έργο το πρόσωπο αυτό ονομάζεται Σαουντά). Χάρη στις διαμαρτυρίες της προοδευτικής λιβανικής, ευρωπαϊκής και ισραηλινής κοινής γνώμης, η Μπεσάρα ελευθερώθηκε το 1998. Ο Α. Λαχάντ, που φυγαδεύτηκε στο Ισραήλ και δικάστηκε ερήμην (και έκτοτε πλούτισε ως επιχειρηματίας ιδιοκτήτης των πολυτελών εστιατορίων «Λαχάντ» στο Τελ Αβίβ), στο έργο ονομάζεται Νιχάντ. Ισως, σε πραγματικό πρόσωπο παραπέμπει και η συναγωνίστρια της Ναουάλ, Σαουντά, που η Ναουάλ της έμαθε γράμματα κι εκείνη έμαθε την Ναουάλ να τραγουδά. Με πολλές, σύντομες σκηνές και αλλεπάλληλα φλας μπακ στο χρόνο, ο συγγραφέας πλέκει, χωρίς μελοδραματισμό, ένα διδακτικό μύθο. Ενας συμβολαιογράφος, εκτελεστής της διαθήκης της νεκρής πια Ναουάλ, δίνει στα δίδυμα παιδιά της ό,τι τους άφησε η μητέρα τους. Τα λιγοστά της χρήματα, ένα πουκάμισο φυλακής και από ένα φάκελο για το κάθε παιδί. Η ακατανόητα σιωπηλή όσο ζούσε, νεκρή, ζητά να αναζητήσουν και να βρουν τον πατέρα τους και το χαμένο αδελφό τους. Το «κουβάρι» του μύθου ξετυλίγεται. Η νεαρή Ναουάλ, γεννά ένα αγόρι, «καρπό» του διωκόμενου αγαπημένου της, Ουαχάμπ. Οταν ο κατακτητής αρπάζει το βρέφος της, ξεκινά μια μακρόχρονη και γεμάτη αγώνες αναζήτησή του. Πουθενά δεν βρίσκει το παιδί της. «Οδηγός» σ' αυτό το διπλό αγώνα της η συμβουλή της γιαγιάς της, να μάθει γράμματα και να μάθει να αντιστέκεται. Οταν οι δυο αγωνίστριες φυλακίζονται η Σαουντά συνεχώς τραγουδά, ενώ η Ναουάλ σιωπά, μετά το βιασμό της από τον Νιχάντ, τη γέννηση και αρπαγή - προκειμένου να δολοφονηθεί - του «καρπού» του βιασμού της. Τα δίδυμά της σώζονται και μετά την αποφυλάκισή της τα βρίσκει. Τα μεγαλώνει χωρίς να τους μιλήσει για τον σπορέα τους, τα εγκλήματα του οποίου κατήγγειλε σε δικαστήριο. Εκτελώντας την «εντολή» της νεκρής μάνας, τα δίδυμα ανακαλύπτουν στο πρόσωπο του Νιχάντ και τον πατέρα τους και τον αδελφό τους, που ο κατακτητής - για το συμφέρον του - το απέκοψε από τις «ρίζες» του και το μετέτρεψε σε απάνθρωπο αδελφοκτόνο «γενίτσαρο». Το έργο, σε ρέουσα μετάφραση (Εφη Γιαννοπούλου), με αρμόζοντα κοστούμια (Ελένη Μανωλοπούλου), επιμελημένο μουσικά (Κώστας Σουρβάνος) και κινησιολογικά (Ξένια Θεμελή), με λιτότα ρεαλιστική, «ποιητικά» ατμοσφαιρική, δραματικού βάθους και όχι μελοδραματική, σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, παρουσιάζεται επί της Κεντρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου (οι θεατές κάθονται μέσα σ' αυτή). Από τις συνολικά πολύ καλές ερμηνείες ξεχωρίζουν εκείνες των Λένας Παπαληγούρα (νεαρή Ναουάλ), Χριστίνας Μαξούρη (Σαουντά), Θέμιδος Μπαζάκα (τρίτη ηλικία της Ναουάλ), Μαρίας Κεχαγιόγλου (δεύτερη ηλικία της Ναουάλ). Αξιέπαινοι είναι και οι Γιώργος Συμεωνίδης, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Δημήτρης Πιατάς, Δημήτρης Παπαγιάννης, Μιχάλης Μητρούσης, Βασίλης Παπαγεωργίου.
    «Ρίτερ, Ντένε, Φος»
    • «Ρίτερ, Ντένε, Φος» στο θέατρο«Σφενδόνη»
    Νόθος γιος μιας Αυστριακής μεγαλοαστής, «πληγωμένη» ψυχή, ανήσυχο και ατίθασο πνεύμα, συνειδητά «κατήγορος» της αστικής τάξης, του κυνικού εγωτισμού της, της συμμετοχής της στον εκφασισμό της Αυστρίας και στην άνοδο και τα εγκλήματα του ναζισμού, ο Τόμας Μπέρνχαρντ, με το έργο του «Ρίτερ, Ντένε, Φος» (τα ονόματα του τίτλου είναι τα ονόματα τριών σπουδαίων Γερμανών ηθοποιών, που πρωτοέπαιξαν τα τρία πρόσωπα του έργο), βρίσκει μια ακόμη ευκαιρία για να σαρκάσει την ανούσια, βαρετή, διαστροφική, παρασιτική, κοινωνικά άχρηστη, πνιγμένη στην ανία και τον παραλογισμό και τελικά στη δυστυχία, ακόμα και στην τρέλα, μεγαλοαστική τάξη. Μυθοπλαστικό «όχημα» της σαρκαστικής κριτικής του Μπέρνχαρντ είναι ο Αυστριακός φιλόσοφος Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν - γόνος ανεξάντλητα βαθύπλουτης μεγαλοαστικής οικογένειας - του οποίου οι ιδέες και ο βίος αντέφασκαν συνεχώς (άλλοτε εμφανίζονταν κοινωνικά «προοδευτικές» και ταξικά «ενοχικές» κι άλλοτε βαθύτατα αντιδραστικές), τόσο που να ζήσει για πολλά χρόνια και να πεθάνει ως τρόφιμος ψυχιατρείου, και οι δύο αδελφές του, που, ανομολόγητα, φαντασιώνονται «ερωτικές» περιπτύξεις μαζί του. Τα τρία, πραγματικά, πρόσωπα του έργου, είναι πλασμένα και με δάνεια στοιχεία της οικογένειας του Μπέρνχαρντ. Ο Βίτκενσταϊν (Φος στο έργο) στα νιάτα του έκφρασε προοδευτικές κοινωνικά και φιλοσοφικά απόψεις, απόψεις που κατά περιόδους τον ωθούσαν να αδιαφορεί για τον ανεξάντλητο κληρονομημένο πλούτο του, να σκέφτεται να τον μοιράσει, να ζει μακριά από το πατρικό μέγαρο και να αηδιάζει με τα μεγαλεία και τον τρόπο ζωής της τάξης του, να ζει μόνος σαν «ασκητής» και να στοχάζεται σε μια καλύβα στην ερημιά. Η «τρελή», σύμφωνα με τις αδελφές του, συμπεριφορά του, απαιτούσε ψυχοθεραπεία και εγκλεισμό σε ψυχιατρείο. Στη διάρκεια μιας ολιγοήμερης εξόδου από το ψυχιατρείο διαδραματίζεται το έργο του Μπέρνχαρτν. Η μεγαλύτερη αδελφή, η Ντένε, επιθυμώντας τον ερχομό του αδελφού, έχοντας δώσει άδεια στους υπηρέτες, η ίδια - μητρικά αλλά με υπόκρυφο ερωτισμό για τον αδελφό της - ετοιμάζει με το τελετουργικό της μεγαλοαστικής τάξης την υποδοχή του και το γεύμα τους. Η άλλη αδελφή, η Ρίτερ, δυσφορώντας με τον ερχομό του αδελφού, πίνει ακατάσχετα, κατά το συνήθειό της. Η επιστροφή στο σπίτι φουντώνει το αίσθημα της ματαιότητας, του κενού, της αηδίας, της αποξένωσης, της προτίμησης του αδελφού να επιστρέψει αμέσως στο ψυχιατρείο, αποκαλύπτει ότι η «τρέλα» των «λογικών» αδελφών του, γενικότερα των «μεγαλοπρεπών» γεννητόρων της οικογένειάς του είναι πολύ φρικτότερη από των ψυχοπαθών, ότι η διανοητική διαστροφή και η ψυχολογική διαταραχή είναι στη «φύση» της τάξης του. Την παράσταση (το κείμενο βασίζεται σε μετάφραση της Ιωάννας Μεϊτάνη), με υπέροχο, σχολιαστικό σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του Αλέκου Γιάνναρου, κοστούμια της Μάγδας Καλορίτη, κινησιολογία της Πέρσας Σταματοπούλου, σκηνοθέτησαν, από κοινού, οι τρεις άξιοι, πολύπειροι, αισθητικά και υποκριτικά πραγματικά πολύ απαιτητικοί ηθοποιοί (με τη σειρά της διανομής) Ράνια Οικονομίδου, Αννα Κοκκίνου και Δημήτρης Καταλειφός. Μια σκηνοθεσία πολύ ενδιαφέρουσα, απόλυτου ρεαλισμού (πολύ αργόρυθμη όμως) πλουτίζοντάς την με τις πολύ καλές ερμηνείες τους. Σηματικότερες κατά τη γνώμη της στήλης είναι οι ερμηνείες του Δημήτρη Καταλειφού και της Αννας Κοκκίνου (Ντένε).

    ΘΥΜΕΛΗ,  ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 28 Μάρτη 2012