Tuesday, March 1, 2016

Θεατρικό αίνιγμα και σκηνοθετικός μπελάς

 Μαρία Καλλιμάνη Ράνια Οικονομίδου Βαγγέλης Κρανιώτης

29.02.2016 | Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Θα ήθελα να στραφώ σε ορισμένες παραστάσεις πρωτοφανέρωτων ελληνικών κείμενων, συγγραφέων συνοδοιπόρων, της ίδιας πάνω-κάτω γενιάς. Θα ξεκινήσω με το ανέβασμα στο Αγγέλων Βήμα (στο πλαίσιο του φεστιβάλ διαρκείας που επιμελείται η Λεία Βιτάλη εκεί) του νέου έργου του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, με τον πολύ όμορφο και υποσχόμενο τίτλο «Πεταλούδα σε πηγάδι».
Μια κοινή όμως πρώτα παρατήρηση αντί εισαγωγής. Νιώθω ότι καιρό είχαμε να μιλήσουμε για τον Ελληνα συγγραφέα και για τα τελευταία πονήματα της δραματουργίας μας. Σημείο των καιρών, ασφαλώς: Είναι γεγονός πως για αρκετό καιρό (και) το θέατρό μας είχε στρέψει την προσοχή του σε άλλα θέματα, περισσότερο ενδο-σκηνικά, ώστε το ίδιο το κείμενο σαν αρχική συνθήκη θεάτρου να τίθεται προσωρινά εκτός του παραδοσιακού κεντρικού του ρόλου.

Το ότι ο συγγραφέας επανακάμπτει τελευταία είναι γεγονός, αυτό όμως γίνεται πλέον κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες και σε νέο πλαίσιο. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι το «ανέβασμα» ενός έργου, όσο η ενιαία αίσθηση, μια εμπειρία που προκύπτει από λόγο και έκφραση σε αρχική και αδιάσπαστη ενότητα.
Η περίπτωση όμως της «Πεταλούδας» του Χατζηγιαννίδη είναι περίεργη, πολύ περίεργη από μόνη της. Από μια άποψη δίνει την εντύπωση έργου που γράφτηκε ανάμεσα σε μεγάλα διαλείμματα, με διακοπές τέτοιες ώστε να αλλάζει στην πορεία το κλίμα, η διάθεση του συγγραφέα, οι στόχοι και το περιβάλλον της υλοποίησης.
Εδώ δεν μιλούμε μόνο για εκείνη την παλιά –όχι πια και τόσο υπολογίσιμη- «ομοιογένεια» του ύφους. Εδώ, σαν κάτι να αλλάζει από κάτω και μετατρέπει την οπτική, σαν να γράφτηκε το μισό σε σκοτεινιά, και έπειτα σαν κάποιος να τράβηξε τις κουρτίνες για να φωτίσει το άλλο μισό.
Η υπόθεση: Μια γεροντοκόρη, η Ευθαλία, ζει στην επαρχία αποτραβηγμένη στο σπίτι της και στα φαντάσματα των δικών της, πεθαμένων και ωσεί παρόντων. Το έργο ξεκινάει με έναν μακρύ εκ μέρους της μονόλογο εν είδει έκθεσης, όπου η ίδια αναπολεί σήμερα, μέρα Ψυχοσάββατο και νύχτα σκοτεινή, την άγονη ζωή και τον απότιστο κήπο των επιθυμιών της.
Μέσα σε αυτό το δωμάτιο είναι παραδόξως πολύ ελεύθερη, πολύ ανοιχτή και πολύ γυναίκα. Ωστόσο για να είμαστε ειλικρινείς, λίγο θα μας ενδιέφερε η περίπτωσή της από μόνη της. Το πρόσωπό της μοιάζει μακρινό από τις σύγχρονες σκηνικές ανάγκες. Και είναι αλήθεια πως για είκοσι τουλάχιστον λεπτά το έργο του Χατζηγιαννίδη βαδίζει άτονα και μονότονα, σαν ένας ακόμα γυναικείος μονόλογος για τη γυναικεία «μυστική» φύση των πραγμάτων.
Καλύτερα γίνονται στην πορεία τα πράγματα, όταν το κλίμα του έργου γυρνάει στον χώρο του συμβολιστικού δράματος: Κάποιος άγνωστος, μαθαίνουμε, γυρνάει στους κήπους της μικρής μας πόλης και ρημάζει τα τριαντάφυλλά μας. Το πράγμα μάλιστα οξύνεται σε θρίλερ. Ξαφνικά, μέσα στην ίδια νύχτα, ένας φωνάζει σε βοήθεια.
Από τον πάτο του πηγαδιού αναδύεται η τρομαγμένη φωνή του «κτήνους». Είναι τραυματισμένος αυτός, ο άνδρας, που έπεσε καθώς προσπαθούσε να κόψει και τα άνθη της Ευθαλίας. Η γυναίκα όμως δεν σπεύδει αμέσως στο κάλεσμά του.
Σαν τιμωρία σε εκείνον που μαγάρισε τα σεξουαλικά της υποκατάστατα, θα αρνηθεί να τον ανασύρει. Θα τον αφήσει να υποφέρει για κάποιο διάστημα. Και μόνο μετά την παρότρυνση των πεθαμένων της θα τον συνδράμει.
Και όμως το δράμα δεν ολοκληρώνεται εδώ. Με τους δύο πλέον επί σκηνής, το έργο αποκτά την υφή σατιρικού δράματος, που χρωματίζεται με πινελιές ροζ νατουραλισμού: Μαθαίνουμε την πολύ περίεργη αιτία της βάναυσης επέλασης του νεαρού στους κήπους, αποδεχόμαστε μια περίεργη μάντισσα και ακούμε τις προβλέψεις της.
Και στο τέλος δινόμαστε στην παιχνιδιάρικη δύναμη του Βοκάκιου που θα μετατρέψει το άγριο παραμύθι σε πικάντικο ανέκδοτο διασκέδασης της επαρχιακής μας πλήξης.
Κατάλαβε κανείς τι ακριβώς γίνεται; Ελάχιστοι, πιστεύω. Το έργο έχει κάτι από την παλιά αδιαφορία των Ρομαντικών για τη σωστή ανέλιξη, την πίστη σε έναν κοινό καμβά, την ομοιογένεια του ύφους. Είναι περισσότερο παιχνίδι θεάτρου, τέχνασμα μαζί και στοίχημα του δημιουργού του. Με δυο λόγια: για τον σκηνοθέτη του είναι σκέτος μπελάς.
Η Οικονομίδου, μάντισσα
Δεν αδικώ καθόλου, λοιπόν, τον Στιβ Κρικρή που αποπειράθηκε να το ανεβάσει στις πρώτες κιόλας δοκιμές του ανάμεσα στη μεγάλη οθόνη και τη μικρή σκηνή. Το μεγάλο ζητούμενο είναι, νομίζω, εδώ να αποδείξεις ως σκηνοθέτης πως ό,τι μοιάζει πρόβλημα είναι η ουσία της προσπάθειας.
Πρέπει ακόμη να σπάσεις τον κώδικα του «παραμυθοδράματος», όχι για κάτι άλλο, αλλά μόνο και μόνο γιατί αυτό είναι πια κάτι παλιό στο θέατρό μας. Και πρέπει, τέλος, να ανακαλύψεις το πού μπορείς να βρεις στο έργο τα σημάδια ενός αινίγματος που ξεπερνάει ακόμα και τον συγγραφέα του.
Για παράδειγμα, θεωρώ «εύκολο» να δούμε προς τη μια πλευρά της υπόθεσης: η γυναίκα έρχεται τελικά στα συγκαλά της και σώζει τον άνδρα. Πιο ενδιαφέρον θα ήταν να δεχθούμε την απορία μας. Μήπως η τελευταία σκηνή παίζεται μεταξύ φαντασμάτων;
Μήπως ο άνδρας δεν είναι παρά μια ακόμη φωνή νεκρού που ξεκόλλησε από τους τοίχους της συνείδησης της Ευθαλίας, την ώρα που το σώμα του βρίσκεται στο πηγάδι; Κάτι τέτοιο δεν ψάχνουμε τελικά από μια σκηνοθεσία ελληνικού έργου, παλιού ή νέου; Να το αιφνιδιάσει.
Ομως τώρα η οπτική στο Αγγέλων Βήμα είναι υπερβολικά περιγραφική, και φοβάμαι κάπως παλιομοδίτικη. Δεν χρειάζεται το πηγάδι να είναι τόσο αληθινό (τα σκηνικά είναι του Γιώργου Γεωργίου), ούτε βέβαια να ακούγεται από εκεί μέσα ο τραυματίας.
Δεν χρειάζεται επίσης να είναι όλα πια τόσο «ατμοσφαιρικά». Η μουσική του Λεωνίδα Μαριδάκη και οι φωτισμοί της Βαλεντίνας Ταμιωλάκη δούλεψαν προς αυτή την κατεύθυνση. Προφανώς ο Κρικρής έσκυψε στο κείμενο με ενδιαφέρον, ελπίζω όμως στη συνέχεια της πορείας του –στην οποία μάλιστα επενδύω- να αποτολμήσει περισσότερο την αφαίρεση και την αντίστιξη.
Η Μαρία Καλλιμάνη παίζει την Ευθαλία με υπερευαισθησία. Ο ρόλος του Βαγγέλη Κρανιώτη είναι μάλλον αδύναμος: δεν ξέρεις αν πρέπει να τον πάρεις στα σοβαρά ή όχι. Στο ένα μισό μένει ακίνητος στο πηγάδι, στο άλλο μισό εμφανίζεται σαν τύπος αποτυχημένου επιβήτορα.
Αυτή που ξεχωρίζει είναι η μάντισσα της Ράνιας Οικονομίδου επί της οθόνης (στα βίντεο της Πλατώς Πετράκη). Είναι μια πολύ ιδιαίτερη εμφάνιση, μεστή και δημιουργική: στα πλάγια κέρδη της παράστασης η δική της ώσμωση μαγείας και πραγματικότητας.

No comments: