- ΚΡΙΤΙΚΗ Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, 30/9/2012
ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ, ΕΡΓΑ, ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΗΘΟΠΟΙΟΙ, ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ, ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΟΙ, ΦΩΤΙΣΤΕΣ, ΜΟΥΣΙΚΟΙ, ΧΟΡΟΓΡΑΦΟΙ, ΚΡΙΤΙΚΟΙ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ, ΒΙΒΛΙΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ, ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ...
Sunday, September 30, 2012
Μην πυροβολείτε τον Αριστοφάνη!
Sunday, September 16, 2012
Το χθες ξαναζωντάνεψε δις...
- Με την επιθεώρηση «Ελα απόψε στου... Μελά» και το θρυλικό «Μεγάλο μας τσίρκο»
Ελα απόψε στου... Μελάεπιλογή κειμένων - τραγουδιών: Ιάσων Τριανταφυλλίδηςσκηνοθ.: Γιάννης Καλατζόπουλοςθέατρο: ΚΘΒΕ
ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣΤο μεγάλο μας τσίρκοσκηνοθ.: Σωτήρης Χατζάκηςθέατρο: ΚΘΒΕ και Ακροπόλ
Sunday, June 10, 2012
Ακατάπαυστη φλυαρία επί σκηνής
Sunday, April 15, 2012
Εννέα μετανάστες αφηγούνται…
- Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/4/2012
- Πατρίδες
- σκην.: Θαν. Παπαθανασίου, Μιχ. Ρέππας
- θέατρο: Εθνικό, Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»
Thursday, January 26, 2012
Μεταμορφώσεις μέσα στα όρια
- Σκηνοθεσία και ερμηνείες κρατούν την «Κατάρα της Ιρμα Βεπ» στην πλευρά της ποιότητας
- Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, 22/1/2012
- ΤΣΑΡΛΣ ΛΑΝΤΛΑΜ, Η κατάρα της Ιρμα Βεπ, σκην.: Κων. Αρβανιτάκης, Θέατρο Ροές
Τον φίλο μου τον Δημήτρη από την Κέρκυρα θα τον έλεγα Ελληνάρα. Ιδιος μ’ εκείνον τον Ελληνοαμερικανό πατέρα της νύφης στην ταινία «Γάμος α λα ελληνικά», βλέπει τα πάντα να έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα. Πρόσφατα είδαμε μαζί την κωμωδία η «Κατάρα της Ιρμα Βεπ» του Τσαρλς Λάντλαμ, όπου κατά τη διάρκεια της δράσης δύο άνδρες ηθοποιοί μεταμορφώνονται αστραπιαία και συνεχόμενα σε πολλά και διάφορα πρόσωπα – συχνά φορώντας γυναικεία ρούχα. Για μια ακόμα φορά, ο Δημήτρης από τους Λάκωνες θριαμβολόγησε: «Είδες που σου ’λεγα! Σαν τον Πενθέα στις “Βάκχες” είναι! Σαν τον Μνησίλοχο στις “Θεσμοφοριάζουσες”». «Ενα λεπτό! Υπήρχαν πολύ νωρίτερα και οι Κινέζοι και οι Ινδοί, για να μη σου πω για την πιο πρόσφατή μας “Τούτσι” – ξένη αυτή ανάμεσα σε αμέτρητες αλλοδαπές τραβεστί. Και αν επιμένεις για εγχώριους “μεταμορφωτές” –όπως τους έλεγαν στον Μεσοπόλεμο– να σου πω για τα αστέρια της μεταμορφωτικής παρενδυτικής παράδοσης στη χρυσή επιθεώρησή μας, όπως ήταν ο Χριστοδούλου, ο Ροτζάιρον, οι αδελφοί Μάνου και άλλοι πολλοί». Στην παιγνιώδη σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, που δείχνει να βρέθηκε σε μεγάλα κέφια δουλεύοντας εδώ, όπως άλλωστε και ο Αντώνης Λουδάρος και ο Γεράσιμος Γεννατάς, οι οποίοι παίζουν οκτώ ρόλους αλλάζοντας πενήντα εφτά κοστούμια (στις οδηγίες του συγγραφέα αναφέρονται μόνο 35 αλλαξιές), το μυστήριο της Ιρμα Βεπ αποκαλύπτεται εύκολα. Είναι το όνομα της πρώτης –θανούσης– συζύγου του Βρετανού λόρδου Ελγκαρ Χίλκρεστ, και είναι αναγραμματισμός της λέξης βαμπίρ. Στην πλοκή αναμειγνύονται ακόμα λυκάνθρωποι, μούμιες, δράκουλες και μια «Ρεβέκκα» όπως τη φαντάστηκε ο Αλφρεντ Χίτσκοκ στην ταινία του, το 1940. Από την εποχή του Αριστοφάνη τέτοιου είδους μεταμορφώσεις είχαν στόχο τη μεγαλοποίηση και τη διακωμώδηση. Εννοείται ότι σε παρόμοιες παρενδύσεις υπάρχει πάντα η οσμή, η υποψία μιας σεξουαλικής ανατροπής, ενός φετιχισμού μιας ομοφυλόφιλης συμπεριφοράς. Ο ίδιος ο πολυγραφότατος συγγραφέας (1943 - 1987) ποτέ δεν κράτησε μυστικές τις ομοφυλόφιλες προτιμήσεις του και ήταν ο πρώτος που έπαιξε στο έργο του μαζί με τον σύντροφό του, Εβερετ Κουίντον. Επιστήμονες έχουν γράψει τόμους και τόμους για τους άνδρες που ντύνονται γυναίκες (το περίφημο cross-dressing), και τα εμβριθή συμπεράσματα που βγήκαν είναι πολλά και αντιφατικά. Πάντως, στη δική μας τη συγκεκριμένη περίπτωση, στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κ. Αρβανιτάκης χάρη στην καλλιεργημένη του αισθητική και –το κυριότερο– χάρη στην εύστροφη και καλόγουστη ερμηνευτική σάτιρα των δύο πρωταγωνιστών, η παράσταση αποφεύγει τον μεγαλύτερό της κίνδυνο: να γίνει drag show. Γιατί ασφαλώς σε drag show εμφανίζονται κι εκεί άνδρες με γυναικεία, όμως το λεπτό σύνορο ανάμεσα στη χοντροκομμένη γελοιοποίηση και στο ψάξιμο ενός κωμικού χαρακτήρα από έναν ταλαντούχο ηθοποιό είναι μια «κόκκινη γραμμή» –για να μείνουμε στη σημερινή κοινωνικο-οικονομική ορολογία–, η οποία χωρίζει το φθηνό τέχνασμα από την υποκριτική ποιότητα. Δόξα τω Θεώ, στην ιντερνετικά ανεπτυγμένη εποχή που ζούμε, κάτι τέτοιο μπορεί να το διαπιστώσει κανείς ιδίοις όμμασι. Δείτε και συγκρίνετε για παράδειγμα στο YouTube αποσπάσματα από δύο αμερικανικές παραστάσεις της «Ιρμα Βεπ». Από τη μια μεριά χοντράδα (στο: http://www. youtube.com/watch?v=50vu6WDBKtA&feature=related), και από την άλλη απόλαυση (στο: http://www .youtube.com/watch?v=DlpjD2df7xk). Είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον Αριστοφάνη και στις κακογραμμένες και κακοπαιγμένες σύγχρονες επιθεωρήσεις. Από την εποχή του Αριστοφάνη τέτοιου είδους μεταμορφώσεις είχαν στόχο τη μεγαλοποίηση και την υπερβολή στην κωμωδία. Η καλοδουλεμένη μετάφραση των Λάκη Λαζόπουλου, Ακη Σακελλαρίου, Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη και Μαριλένας Παναγιωτοπούλου, τα γεμάτα εφέ σκηνικά της Λίλης Πεζανού, τα ευφάνταστα στην κωμικότητά τους κοστούμια της Κλερ Μπρέισγουελ, και το τόσο σημαντικό για την περίσταση μακιγιάζ του Αγγελου Μέντη προσφέρουν μια ποιότητα στο ψευτο-κωμικό υπόβαθρο της σάτιρας.
Sunday, November 27, 2011
«Αμερικανικός βούβαλος» με νεύρο
- Το γνωστό έργο του Μάμετ εξελληνίζεται και εκσυγχρονίζεται σε μια ξεχωριστή παράσταση
- Του Σπυρου Παγιατακη
- Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/11/2011
- Ντέιβιντ Μάμετ Αμερικανικός βούβαλος, σκην.: Δημήτρης Τάρλοου. Θέατρο Πορεία
Sunday, November 6, 2011
Σύγκρουση τάξεων στη Ζάκυνθο
- Ενα πρώιμο νεοελληνικό έργο, το οποίο έχει επιρροές από τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό
- Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, 6/11/2011
- ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ "Ο βασιλικός", σκην.: Σπύρος Ευαγγελάτος. Θέατρο: Εθνικό, Νέα Σκηνή
Sunday, May 15, 2011
Εμοιαζε να μην παίζει θέατρο
- Ο Λευτέρης Βογιατζής στο «Θερμοκήπιο» έχτισε τον καλύτερο ρόλο της καριέρας του
- Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 15 Mαϊου 2011
Ελάχιστοι -δηλαδή σχεδόν κανένας- είναι αυτοί που ακούγοντας έναν πιανίστα να παίζει, ας πούμε, το τρίτο κονσέρτο του Ραχμάνινοφ θα έλεγαν: «Αυτό θα μπορούσα να το παίξω κι εγώ!». Ούτε κατά διάνοια! Ακόμα λιγότεροι είναι όσοι βλέποντας έναν κλασικό πίνακα ζωγραφικής (εννοείται μιας προ-μοντέρνας «δύσκολης» ζωγραφικής κι όχι κάποιας τωρινής αφηρημένης σύνθεσης ) θα έλεγαν: «Χαρά στο πράμα! Κι εγώ θα τα κατάφερνα έτσι και καλύτερα». Με στο θέατρο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ολοι, λίγο πολύ, οι θεατές είναι κάπου μέσα τους πεπεισμένοι ότι «έτσι» θα μπορούσαν να παίξουν κι αυτοί. Κι όσα λιγότερα κάνει ο ηθοποιός, τόσο περισσότεροι θα το έλεγαν. Μια απλοϊκή άποψη που κυριαρχεί λέει: τι στην αλήθεια κάνουν οι ηθοποιοί; Περπατούν πάνω-κάτω στη σκηνή, μιλάνε, θυμώνουν, γελάνε, με δυο λόγια κάνουν ό,τι κάνουν όλοι οι κανονικοί άνθρωποι. Δύσκολο; Πανδύσκολο! Σχεδόν όσο και να παίζεις το τρίτο κονσέρτο του Ραχμάνινοφ. Τα σκεφτόμουν αυτά παρακολουθώντας τώρα τον Λευτέρη Βογιατζή στο «Θερμοκήπιο» του Χάρολντ Πίντερ. Ενας άριστος ηθοποιός στον καλύτερο -πιστεύω- ρόλο του. Ενας ηθοποιός που «έμοιαζε να μην παίζει». Ενας ηθοποιός, ο οποίος έβαλε σε εφαρμογή το αληθινό και το ψεύτικο μαζί, όπως ακριβώς το θέλησε και ο ίδιος ο Χάρολντ Πίντερ που όταν -το 1958- έγραφε το «Θερμοκήπιο» τόνιζε το γεγονός ότι «δεν υπάρχει σαφής διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό και το μη πραγματικό…».
Saturday, April 30, 2011
Εργα που μυρίζουν ναφθαλίνη
Το λεγόμενο γκέι ρεπερτόριο έχει πλέον ξεπεραστεί απελπιστικά από την εποχή μας
- Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, Σάββατο, 30 Aπριλίου 2011
Θυμάμαι εκείνη την παλιά -την παμπάλαιη, αμερικάνικη- γελοιογραφία. Εδειχνε μια καλωσυνάτη γιαγιά να λέει έκπληκτη στη νεαρή εγγονή της. «Μια χαρά παιδί αυτός ο Τζο! Τι σε πειράζει που είναι υπερβολικά γκέι;». Οπου, βέβαια, η λέξη gay είχε την παραδοσιακή έννοια, ήτοι «εύχαρις», «πρόσχαρος», «διασκεδαστικός». Από τότε οι αντιλήψεις και οι κοινωνικές συνθήκες κάλπασαν.
- GRAE CLEUGH: Fucking Games. Σκην.: Δημήτρης Κομνηνός. Θέατρο Victoria
ΜΑΪΚ ΜΠΑΡΤΛΕΤ: Cock. Σκην.: Κατερίνα Ευαγγελάτου. Θέατρο Θησείον
Σήμερα, σε κάθε κεντροευρωπαϊκό ή αμερικάνικο θεατρικό βιβλιοπωλείο, ο ενδιαφερόμενος θα βρει τουλάχιστον μερικά γεμάτα ράφια τα οποία αναφέρονται στην -προφανώς θεωρούμενη- γαργαλιστική συνομοταξία «Gay». Φευ! Πρόκειται ως επί το πλείστον για έργα απελπιστικά ξεπερασμένα σε περιεχόμενο και κοσμοθεωρία. Η ανατροπή που επήλθε στις λίγες τελευταίες δεκαετίες υπήρξε συγκλονιστική. Ομως κι αυτή η ετικέτα «Gay» στις μέρες μας είναι αμφισβητήσιμη.
Sunday, April 3, 2011
Η τραγική μοναξιά του ανθρώπου
Απλός και άμεσος λόγος, λιτή και αισθαντική ερμηνεία, που προκαλούν ρίγη στον θεατή
- Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 3 Aπριλίου 2011
- Δημήτρης Δημητριάδης
Λήθη
Σκην.: Δημήτρης Τάρλοου
Θέατρο ΠορείαΕτσι σκηνοθετημένη από τον Δημήτρη Τάρλοου, και τοιουτοτρόπως ερμηνευμένη από τον ηθοποιό Δημοσθένη Παπαδόπουλο, αυτή η «Λήθη» του Δημήτρη Δημητριάδη με εντυπωσίασε όσο δεν το περίμενα. Και δεν το περίμενα επειδή μέχρι τώρα ο συγγραφέας Δ. Δημητριάδης δεν ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που προτιμούσα. Τον θεωρούσα όχι μονάχα δυσνόητα εγκεφαλικό, αλλά και ότι ανήκε σε αυτή την –ανυπόφορη για λόγου μου– σχολή του μεγαλόστομου γαλλικού bavardage, δηλαδή της άκρατης και ανώφελης φλυαρίας. Πάντα προτιμούσα τον ορθολογισμό και το χιούμορ των Αγγλοσαξόνων.
Με αρνητικές λοιπόν προσδοκίες πήγα στο θέατρο «Πορεία» για να παρακολουθήσω το έργο ενός συγγραφέα «που φέρει επάξια τον τίτλο του, στο κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης και στον τρόπο αποκρυπτογράφησης του απροσπέλαστου μυστικού της». Κάτι παρόμοια μεγαλορρήμονα έγραφε το πρόγραμμα της παράστασης και με πάγωναν…
- Ηχητική έκπληξη
Η πρώτη ευχάριστη έκπληξη ήρθε ηχητικά. Η σύνθεση ήχων από τον Blaine Reininger (όπου υπήρχε κι ένα επεξεργασμένο «Υπάρχω» του Καζαντζίδη) εισήγαγε σε καινούργια ακούσματα. Στη σκηνή ένα γυάλινο ορθογώνιο κουτί, κάτι ανάμεσα σε μήτρα και φέρετρο. Μέσα του ο ηθοποιός Δημοσθένης Παπαδόπουλος μιλάει για το κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη.
Δεύτερη έκπληξη: ένα κείμενο απλό. Απλούστατο. Με σύντομες, ουσιαστικές και –το κυριότερο– απόλυτα κατανοητές φράσεις. «Γεννιέμαι. Δεν έχω καμιά ιστορία να αφηγηθώ. Δεν έχω τίποτα να φέρω στο μυαλό μου…» Αντίθετα με το «κλασικό» πλέον «Πεθαίνω σαν χώρα» του ίδιου συγγραφέα όπου υπήρχε ο πρώτος πληθυντικός (…μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα… Ο πόθος μας ένωσε… εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταχτούμε… ) εδώ υπάρχει μόνο ο πρώτος ενικός. (Είμαι χωρίς να υπάρχω. Ζω μόνο για να βιώνω την ανυπαρξία μου. Δεν ανατρέχω, δεν επιστρέφω, δεν παλινδρομώ. Είμαι. Και δεν φοβάμαι.)
Εγώ πάντως ένιωσα μιαν ανατριχίλα ακούγοντας το κείμενο αυτό του Δημητριάδη. Φοβήθηκα. Εύκολα ταυτίζεσαι με τον ολόγυμνο ήρωα, ο οποίος περιορισμένος μέσα στο στενάχωρο καβούκι του πάνω στη σκηνή, σου δημιουργεί ρίγη συνειδητοποιώντας την τραγική μοναξιά που κουβαλάμε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή. Δύσκολα, όμως, μπορείς να νιώσεις τόσο αποκαρδιωμένος ώστε να απέχεις από τα πάντα όσο ο ήρωας του κειμένου. Για τον συγγραφέα τίποτα πια δεν έχει σημασία. Δεν υπάρχει –στη συγκεκριμένη περίπτωση– καμιά ελπίδα. Η μοναδική αξία που παραδίδει σε μας, στο κοινό του, είναι το σώμα και τίποτα άλλο. Σ’ αυτήν την παράσταση - αλληγορία, ο «άνθρωπος» ενδύεται τελικά μόνο προτού το γυάλινο κουτί που είναι μήτρα - φέρετρο - κατοικία, γείρει οριζόντια, και για πάντα. Η μοναδική λύτρωση, η θνητότητα, είναι πλέον αναπόδραστη.
Πολύ συγγενικά με όσα υποστηρίζει και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο σημερινός δυτικός άνθρωπος –συμπεριλαμβανομένου και του νεοέλληνα– είναι ένα άτομο περιορισμένο στην καθαρά ιδιωτική του σφαίρα. (Ελπίζω πάντως να μη βγει αληθινός ο καλός φιλόσοφος, ο οποίος πριν από περίπου μια δεκαετία είχε πει πως μια οικολογική καταστροφή, ένας οικολογικός κατακλυσμός θα μπορούσε να οδηγήσει μάλλον σε κάποιο φασιστικό ή ολοκληρωτικό καθεστώς παρά σε ένα δημοκρατικό ξύπνημα. Τα γεγονότα της Ιαπωνίας θα δείξουν...).
- «Ελληνικότητα»
Παρ’ όλο που έχει πρωτοπαρουσιαστεί στο Παρίσι (και μάλιστα δύο φορές, το 1998 και το 2001) η υπαρξιακή «Λήθη» με τα μεταφυσικά παρακλάδια της ασφαλώς και δεν προσφέρεται ιδιαίτερα για τη σκηνή. Το κείμενο τονίζοντας την αντιφατική και ψυχοπαθολογική μας σχέση με τον δυτικο-ευρωπαϊκό πολιτισμό κάνει βέβαια την απόπειρα να εμφανίσει μιαν «ελληνικότητα». Μια εθνική ιδιοσυγκρασία την οποία εγώ τουλάχιστον αδυνατώ ν’ αντιληφθώ. Ερμηνεύοντας το τι σημαίνει να είσαι Ελληνας για τον ίδιο τον Δημητριάδη η Δήμητρα Κονδυλάκη, η οποία μελέτησε το έργο του, αναφέρει πως κάτι τέτοιο «αποτελεί μια υπεκφυγή επιτρέποντας στους σύγχρονους να ιδιοποιηθούν ένα παρελθόν και μια ταυτότητα απατηλά...». Παρόμοια λεκτικά αραβουργήματα με μπερδεύουν αφάνταστα. Είναι τα «γαλλικά» που ανέφερα και στην αρχή.
Ομως εδώ ο λόγος του Δημητριάδη είναι απλός κι άμεσος και δεν θυμίζει –ευτυχώς!– τον παλιό του εαυτό. Με την ευθύγραμμη σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου, και την ακόμα πιο λιτή –παρ’ όλο βαθιά αισθαντική– ερμηνεία του Δημοσθένη Παπαδόπουλου τούτη η «Λήθη» μ’ έκανε και ρίγησα, κάτι που σπάνια έχω νιώσει στα τόσα χρόνια που βλέπω θέατρο.
Sunday, March 20, 2011
Απλή, εύχαρις, παράλογη κωμωδία
- Προσωπικό χιούμορ στον «Τυφλοσούρτη» – Νεανικότητα και ζωντάνια από τη Θεσσαλονίκη
- Του Σπύρου Παγιατάκη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 20 Mαρτίου 2011
- Θοδωρής Αθερίδης: Τυφλοσούρτης, σκην.: Θοδωρής Αθερίδης. Μικρό Παλλάς
- Μπερλίν - Αλεξάντερπλατς, σκην.: Θωμάς Βελισσάρης. «Ακτίς Αελίου»
- Στα σοσιαλιστικά χρόνια της Γιουγκοσλαβίας, υπήρχε στο Ζάγκρεμπ ένα θέατρο, το Novi Zivot, το οποίο κοκορευόταν ότι είναι «το μοναδικό θέατρο των τυφλών στον κόσμο». Στα χρόνια του υπαρκτού σοσιαλισμού πάλι, δημοσιεύθηκε το υπερρεαλιστικό μυθιστόρημα ενός «φανταστικού ρεαλισμού» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ με τίτλο « Η καρδιά ενός σκύλου», το οποίο αργότερα έγινε και θεατρικό. Κάποια στιγμή μάλιστα παίχθηκε και στην Ελλάδα με τον Γ. Κιμούλη. Το έργο ήταν μια καυστική σάτιρα του σοβιετικού συστήματος και –φυσικά– λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε. Κύριος χαρακτήρας εκεί ήταν ένας –αλληγορικός– σκύλος που τον έλεγαν Σάρικ, ο οποίος υπήρξε ένας αναμφίβολα θετικός ήρωας για την ασπρόμαυρη εποχή που γράφτηκε – το 1925. Τώρα τον σκύλο στον «Τυφλοσούρτη», όπου η πρωταγωνίστρια είναι τυφλή, τον λένε Μπόμπι και τον παίζει με ευφάνταστες ρεαλιστικές λεπτομέρειες ο Θοδωρής Αθερίδης, ο οποίος είναι επίσης ο συγγραφέας και σκηνοθέτης της παράστασης.
- «Στον τυφλοσούρτη μου κι εγώ ακόμα ψάχνω ποιος είναι ο θετικός και ποιος ο αρνητικός ήρωας…» παραδέχεται στο πρόγραμμα ο δημιουργός. Παρ’ όλο που στις «προγραμματικές δηλώσεις» του Αθερίδη-συγγραφέα που υπάρχουν στο πρόγραμμα της παράστασης οι φιλοσοφικο-πολιτικές θεωρίες για τον σημερινό κόσμο που «δεν πρόκειται να γίνει καλύτερος» και για τον άνθρωπο σ’ ένα κόσμο όπου «δεν υπάρχουν καλοί και κακοί» είναι συγκεχυμένες.
- Ο «Τυφλοσούρτης» δεν δείχνει να κάνει την παραμικρή απόπειρα για την οποιαδήποτε εφαρμογή κάποιας στρατευμένης τέχνης. Ευτυχώς! Γιατί έτσι παραμένει μια απλή εύχαρις αστυνομικο-σουρεαλιστική κωμωδία, η οποία μέσα στον άκρατο παραλογισμό της κατορθώνει να κυλήσει σβέλτα και διασκεδαστικά. Μια κωμωδία η οποία στερείται οποιασδήποτε –εμφανούς– λογικής ακριβώς όπως συνέβαινε και στις μοναδικές κωμωδίες των αδελφών Μαρξ της δεκαετίας του ’30. Βέβαια, για να τα βγάλει κανείς πέρα με τέτοιου είδους εξωλογικές καταστάσεις απαιτούνται και οι ανάλογοι ηθοποιοί. Στον ρόλο του σκύλου ο Θοδωρής Αθερίδης ήταν εφευρετικότατος. Ο Χρήστος Πλαΐνης σατίρισε εύστοχα τον χαρακτήρα του απατεώνα-σεκιουριτά και η Ζέτα Μακρυπούλια, όπως και η Νίκη Γαβριηλίδου, διακόσμησαν με τη χάρη τους το έργο. Ομως άξια στυλοβάτης της καγχάζουσας παράνοιας που κρυβόταν στο κείμενο ήταν η Σοφία Φιλιππίδου, στον –ανεξήγητα, γιατί άραγε;– ρόλο μιας τυφλής ζαχαροπλάστριας, η οποία μ’ ένα ολότελα προσωπικό της χιούμορ και με μια δική της τεχνική κατορθώνει να έχει ήδη βάλει μια σφραγίδα στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο.
- (Τη χαρισματική κωμική της οντότητα τη διαπιστώνει κανείς και στο «Πράσινο Λεμόνι» της Μέτης Καρατζά, μιας απολαυστικής παράστασης που σκηνοθέτησε η Σ. Φιλιππίδου στο Ιδρυμα Κακογιάννη.)
- Η πλέον ενδιαφέρουσα παράσταση που είδα στη Θεσσαλονίκη ήταν το «Μπερλίν - Αλεξάντερπλατς» στο διόλου «περιφερειακό» θέατρο των 45 θέσεων, το «Ακτίς Αελίου». Διασκευασμένο και σβέλτο, σκηνοθετημένο με την τεχνική του μοντάζ από τον Θωμά Βελισσάρη, το κλασικό πλέον (και γνωστό λόγω του τηλεοπτικού από τον Ρ. Β. Φάσμπιντερ) μυθιστόρημα του Αλφρεντ Ντέμπλιν για ένα Βερολίνο βυθισμένο στην πιο ελκυστική πολιτική, οικονομική και «ηθική» παρακμή (κυκλοφόρησε το 1929) άστραψε στη συγκεκριμένη θεατρική του παρουσίαση από νεανικότητα και ζωντάνια. Με τη Λίνα Λαμπράκη, πασίγνωστη στη Θεσσαλονίκη από δεκαετίες πρωταγωνιστικών ρόλων στο εκεί κρατικό θέατρο, η οποία ως αφηγήτρια συνέδεε «μπρεχτικο-επικά» την πλοκή του μυθιστορήματος, το «Μπερλίν - Αλεξάντερπλατς» ήταν μια ανανεωτική ελπίδα για το βορειοελλαδίτικο θέατρο.
Sunday, October 26, 2008
Ενας σημερινός πολιτικός ηγέτης
Κριτική Σπύρος Παγιατάκης
Οιδίπους Τύραννος, σκην.: Τζόναθαν Κεντ. Θέατρο: Εθνικό Λονδίνου
Οιδίπους Τύραννος, σκην.: Βίντα Ογκνιένοβιτς. Θέατρο: Kρατικό Βελιγραδίου
Ο Μεγαλέξανδρος και ο Καταραμένος Δράκος, σκην.: Δήμος Αβδελιώδης. Θέατρο: Βεάκη
«Ο Ραλφ Φάινς εμφανίζεται με ένα σοβαρό, σκούρο κοστούμι και μοιάζει με ανώτερο τραπεζικό στέλεχος ή με κάποιον μεγαλοεπιχειρηματία. Ο Οιδίποδάς του δείχνει τόσο σίγουρος για τον εαυτό του που σε κάνει να σκέφτεσαι ότι με κάποιον παρόμοιο ως επικεφαλής οι Θήβες αποκλείεται να γνωρίσουν μεγάλες φορτούνες», έγραφε στις 16 Οκτωβρίου ο κριτικός των «Τάιμς του Λονδίνου» Μπένεντικτ Ναϊτγκέιλ χαρίζοντας γενναιόδωρα τα τέσσερα αστέρια του στην παράσταση της αρχαίας τραγωδίας που σκηνοθέτησε με μια σύγχρονη ματιά ο Τζόναθαν Κεντ για το Εθνικό Θέατρο στο Λονδίνο. Και η κριτική τελειώνει ως εξής: «Αυτά συνέβησαν στην αρχαία Θήβα. Μήπως όμως θα μπορούσαν να συμβούν κι εδώ σε εμάς;».
Η αναφορά και η αναλογία πηγαίνει βέβαια στη σύγχρονη οικονομική κρίση η οποία παίρνει τη θέση του λιμού στην εποχή του Οιδίποδα και ο αρχαίος «Τύραννος» θα μπορούσε -λένε μερικά βρετανικά δημοσιεύματα- να είναι σήμερα ο πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν ο οποίος καθησυχάζει τον λαό του υποσχόμενος ότι υπό την ηγεσία του οι κακές συγκυρίες είναι δυνατόν να ξεπεραστούν. Οπως ακριβώς διαβεβαίωνε και ο Οιδίπους τους Θηβαίους. «Προς τα πού στρέφεται ενστικτωδώς το θέατρό μας σε δύσκολες εποχές κρίσης;...» αναρωτιόταν πριν από λίγα χρόνια ο θεατρικός κριτικός της «Γκάρντιαν», Μάικλ Μπίλινγκτον, απαντώντας: «Μα ούτε στον Σαίξπηρ ούτε και στον Τζορτζ Μπέρναρντ Σο. Στρέφεται μόνιμα στους Ελληνες…». Εξω πάμε καλά - θεατρικά.
Σημερινή ματιά
Εχοντας ήδη πάρει τις πρώτες της διθυραμβικές κριτικές, η τελευταία παράσταση του Οιδίποδα Τυράννου στην αίθουσα Ολιβιέ του βρετανικού Εθνικού Θεάτρου στο Λονδίνο, η οποία μόλις άρχισε (θα παίζεται μέχρι τις 4 Ιανουαρίου 2009), έχει ήδη εξασφαλίσει μία επιτυχημένη σταδιοδρομία στη σκηνή. Πώς να το κάνουμε όμως; Ερχεται δεύτερη. Πριν από μία εβδομάδα ένας ίδιος και απαράλλαχτος Οιδίποδας από τη Σερβία παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο ενός «Μήνα Θεάτρου» με μερικές κρατικές σκηνές από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη (ο όρος «Βαλκάνια» δεν θεωρείται πλέον σικ(!) και έχει απαλειφθεί) το Κρατικό Θέατρο του Βελιγραδίου παρουσίασε έναν από τους πλέον ενδιαφέροντες Οιδίποδες Τυράννους που έχω δει ποτέ. Σε διασκευή και σκηνοθεσία της πολυπράγμονης Βίντα Ογκνιένοβιτς (είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης, πολιτικός και διπλωμάτης), η κλασική τραγωδία του Σοφοκλή τοποθετήθηκε στη σύγχρονη εποχή. Με ένα χορό ο οποίος αποτελείται από υπουργούς, υπάκουους πολίτες, γραμματίνες με σοβαρά ταγιεράκια, δημοσιογράφους και τηλεόραση η οποία μεταφέρει τις αιματηρές περιγραφές, η δράση γίνεται απόλυτα σημερινή και εντελώς πειστική.
Η ικανότατη σκηνοθέτης (ως «πρύτανη των σκηνοθετών μας» την παρουσίασε το διαφημιστικό έντυπο που τη συνόδευε) απέδειξε ότι μια τόσο προσωπική τραγωδία η οποία ενέπνευσε τον Σίγκμουντ Φρόιντ να χτίσει πάνω της την ψυχαναλυτική του θεωρία, μπορεί να αφορά απόλυτα τον σημερινό άνθρωπο και την πολιτικο-οικονομική του καθημερινότητα. Η παράσταση από το Βελιγράδι εστίαζε το ενδιαφέρον της περισσότερο στην -τότε και τώρα- αλαζονική και τυφλή εξουσία παρά στην αιμομικτική περίπτωση ενός ηγέτη που παντρεύεται τη μητέρα του. Ο Οιδίποδας παρουσιάζεται εδώ ως ένας τραγικός πρωταγωνιστής επειδή στηρίζει την εξουσία του στο χρήμα, στην πολιτική δολοπλοκία και στα ΜΜΕ. Είναι εντυπωσιακό το πώς η δημιουργός της παράστασης χρησιμοποίησε το αρχαίο κείμενο για να θεμελιώσει την σημερινή πολιτική επιχειρηματολογία. Ακριβώς όπως γίνεται και με τη λονδρέζικη παράσταση, την οποία δεν έχω ακόμα δεί, αλλά από τα δημοσιεύματα μου φαίνεται σαν το δίδυμο αδελφάκι της σερβικής αναθεώρησης, ο Οιδίποδας από το Βελιγράδι είχε προϋπάρξει ένας πολιτικός του σήμερα. Εχοντας μάλιστα μια επιτυχημένη πολύχρονη πορεία σε ευρωπαϊκά θεατρικά φεστιβάλ, η ιστορία του έχει αναφερθεί πλατιά. Τέτοια σύμπτωση πια!
Βέβαια ο 47χρονος Ράλφ Φάινς (Ο Επίμονος Κηπουρός, Ο Αγγλος Ασθενής, Η Λίστα του Σίντλερ) είναι ασύγκριτα πιο αναγνωρίσιμος από τον τριαντάρη Σέρβο Ιγκόρ Τζόρτζεβιτς που ήταν ο έξοχος Οιδίπους στη Θεσσαλονίκη, όμως δεν είναι άδικο που έρχεται δεύτερος σε μία παράσταση η οποία ουσιαστικά προϋπήρξε της βρεττανικής;
Συμπαραγωγή δύο ΔΗΠΕΘΕ
Ακολουθώντας τον εαυτό της δεύτερη έρχεται και η συμπαραγωγή δύο ΔΗΠΕΘΕ, του Βόρειου Αιγαίου και της Πάτρας, με τον «Μεγαλέξανδρο και τον Καταραμένο Δράκο» σε κείμενο και σκηνοθεσία του Δήμου Αβδελιώδη. Ερχεται δεύτερη γιατί έχει ήδη παρουσιαστεί τον περασμένο Φεβρουάριο στο θέατρο «Παλλάς». Τώρα με άλλο ηθοποιό ως Καραγκιόζη (δυστυχώς το πρόγραμμα δεν αναγράφει το νέο όνομα) και ξαναδουλεμένο «σφιγμένο», το έργο θα μείνει όλο το χειμώνα στην Αθήνα ως παιδικό - παρόλο που δεν είναι. Ο -και κινηματογραφιστής- Δ. Αβδελιώδης έχει ένα πολύ αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος. Πρέπει ο θεατής να αφεθεί ελεύθερος στους χρόνους που του υποβάλλει ο δημιουργός για να απολαύσει το «στυλ» και την παιγνιώδη τεχνοτροπία του Αβδελιώδη. Κάτι το οποίο είχα πρωτοσυναντήσει στη δουλειά της Τώνιας Μαρκετάκη. Μία δεύτερη ανάγνωση ενός διόλου αφελή Καραγκιόζη, που αξίζει τον κόπο να ξαναδεί κανείς, αν μη τι άλλο μόνο και μόνο για τη ζωντανή μουσική και την εικαστική επένδυση.
