Sunday, November 2, 2008

ΚΘΒΕ: «Κιθαιρώνας: Ο μυστικός κήπος»

Κιθαιρώνας: Ο μυστικός κήπος

©Κώστας Αμοιρίδης

H παράσταση χοροθεάτρου «Κιθαιρώνας: Ο μυστικός κήπος» παρουσιάζεται στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών από τις 29 Οκτωβρίου μέχρι τις 2 Νοεμβρίου

Το Χοροθέατρο του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει την παράσταση «Κιθαιρώνας - Ο μυστικός κήπος», η οποία πρόσφατα παρουσιάστηκε στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας, συμμετέχοντας στο 17ο Φεστιβάλ της Ένωσης των Θεάτρων της Ευρώπης αποσπώντας τα επαινετικά σχόλια του κοινού και των κριτικών.

Η παράσταση, που βασίζεται στο μύθο των «Βακχών» του Ευριπίδη, ανεβαίνει σε χορογραφία Δημήτρη Κυανίδη, δραματουργική επεξεργασία Μαρία Μυτιλινάκη, μουσική σύνθεση- επιμέλεια Χρύσανθου Χριστοδούλου και σκηνικά κοστούμια Αθανάσιου Κολαλά και πρωτοπαρουσιάστηκε στο φεστιβάλ «Διονύσου λόγος» στη Μαρώνειας της Θράκης τον Ιούλιο του 2007.

Έξι γυναίκες και ένας άντρας μεταφέρουν συμβολικά τον μύθο στην πραγματικότητα της σύγχρονης γυναίκας. «Η παράσταση αποφεύγει τη μεταφορά μίας και μόνης δραματουργικής αφήγησης του κειμένου των Βακχών και στέκεται σε εικόνες από τον μύθο, που αποτελούν μία προβολή των συμβολικών του στοιχείων στο σήμερα. Η ιδέα της βακχείας, όπως αυτή θα πραγματοποιούνταν τότε και σήμερα, είναι η φυγή από την πραγματικότητα της πόλης. Έτσι, οι γυναίκες ως μαινάδες βρίσκονται έγκλειστες σε ένα σύγχρονο περιβάλλον «φυγής». Η παθολογία της καθεμιάς αποτελεί και μία διαφορετική πλευρά του πρίσματος της σύγχρονης γυναίκας». (Από το σημείωμα της δραματολόγου της παράστασης.)

Χορογραφία: Δημήτρης Κυανίδης. Δραματουργική επεξεργασία: Μαρία Μυτιλινάκη. Μουσική σύνθεση-επιμέλεια: Χρύσανθος Χριστοδούλου. Σκηνικά-κοστούμια: Αθανάσιος Κολαλάς. Φωτισμοί: Γιάννης Τούμπας. Οργάνωση παραγωγής: Αθηνά Σαμαρτζίδου, Ιωάννα Λιάκου. Χορεύουν: Μαρλέν Βερσιούρεν, Πόλυ Βόικου, Φάνια Γρηγορίου, Σοφία Καλπενίδου, Έλενα Σγουραμάνη, Ομαρ Γκόρντον, Πένυ Χριστοπούλου.

Παραστάσεις: Τετάρτη έως Κυριακή στις 9 μ.μ.

Τιμές εισιτηρίων: Πλατεία-22€, Φοιτητικό-15€

Τηλέφωνα ταμείων: 2310 288.000, Τρίτη έως Κυριακή 9.30 π.μ -9.30 μ.μ

Μονή Λαζαριστών, Κολοκοτρώνη 25-27 Σταυρούπολη.

Έφυγε από τη ζωή ο Σταύρος Ξενίδης

Στα 84 χρόνια του έφυγε από τη ζωή, σήμερα το μεσημέρι ο Σταύρος Ξενίδης, παλαίμαχος ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Άφησε την τελευταία του πνοή στο γηροκομείο της Αθήνας, όπου εφιλοξενείτο από τον περασμένο Μάιο, έχοντας σοβαρά προβλήματα υγείας, που του προκάλεσαν αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1924 και σπούδασε υποκριτική στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, κάνοντας το ντεπούτο του στο θέατρο, το 1944. Εμφανίστηκε σε περισσότερες από 70 ταινίες -σχεδόν πάντα σε δεύτερους ρόλους και συνήθως στο πλευρό κωμικών ηθοποιών- με πρώτη το «Τραγούδι του πόνου» το 1953 και τελευταία το «Γραφείο ιδεών» το 1989.

Εμφανίστηκε επίσης και σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές από τη δεκαετία του '70 και μετά, με πιο χαρακτηριστικό το ρόλο του αστυνόμου Μπέκα του Γιάννη Μαρρή, στην ΕΡΤ. Η τελευταία του εμφάνιση στην τηλεόραση ήταν το 1991 στο "Μυστικό του Αρη Μπονσαλέντι".

* Η κηδεία του ηθοποιού θα γίνει την Τετάρτη στις 4 το απόγευμα, στο νεκροταφείο του Ζωγράφου.

Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό Μαργαρίτα Λαμπρινού.


Σταύρος Ξενίδης και Λάμπρος Κωνσταντάρας στην ταινία «Ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα» (1972)

[02/11/2008 05:33 μμ]

Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης

Συνέντευξη: Θέμις Μπαζάκα

Δάσος της Βιέννης
  • Ποια ιστορία έχετε να αφηγηθείτε από το «Δάσος της Βιέννης»;

Αφηγούμαι την ιστορία της Βαλερί, μιας γυναίκας μοναχικής, η οποία έχει μια μικρή αδυναμία στους νεότερους άντρες, ίσως γιατί με κάποιον τρόπο αυτοί είναι εξαρτώμενοι απ’ αυτήν. Το έργο του Εντεν φον Χόρβατ είναι σαν να βλέπεις στιγμιότυπα από τις ζωές αυτών των ανθρώπων. Οι χαρακτήρες δεν αλλάζουν, ούτε εξελίσσονται. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν αλλάζουν. Βλέπετε, είναι η περίοδος της ανόδου του ναζισμού στην Ευρώπη. Οι χαρακτήρες επομένως είναι φορείς της εποχής τους.

  • Εσείς ποιες ιστορίες θα μπορούσατε να αφηγηθείτε από την 30χρονη πορεία σας στο… δάσος του ελληνικού θέατρου;

Στην ιστορία μου ο πρόλογος θα έγραφε ότι εγώ με το θέατρο και τον κινηματογράφο ενηλικιώθηκα. Και αλληλοεπηρεαστήκαμε (γελάει).

  • Η ιστορία σας θα ήταν μονόλογος ή όχι;

Σίγουρα δεν θα ήταν μονόλογος. Γιατί το θέατρο δεν είναι δουλειά ενός μόνο ανθρώπου. Διάλογοι θα ήταν και μάλιστα πολυπρόσωποι. Και σίγουρα με αρκετό χιούμορ.

  • Εχετε σκεφτεί το τελευταίο κεφάλαιο αυτής της ιστορίας;

Τι, να έχω σκεφτεί τη σύνταξή μου; Με τίποτα! Μη σου πω ότι τώρα αρχίζει να γράφεται αυτή η ιστορία. Είμαστε μόλις στο πρώτο κεφάλαιο. Το παιχνίδι τώρα αρχίζει. Γιατί ομολογώ πως τη δουλειά μου τώρα τελευταία έχω αρχίσει να την αντιλαμβάνομαι. Χρειάζεται πολύς χρόνος και αρκετή δουλειά με τον εαυτό σου για να συνειδητοποιήσεις τι συμβαίνει σε αυτό το χώρο και πώς υπάρχεις εσύ μέσα σε αυτόν. Τώρα είμαι πολύ πιο συνειδητοποιημένη και σε ό,τι αφορά τη δουλειά και τη ζωή μου. Εχω πιο σφαιρική αντίληψη, μπορώ να συγκεντρωθώ πιο εύκολα -κάτι που μου έλειπε ως νέα-, είμαι πιο ανοιχτή σε καλλιτεχνικές συναντήσεις, είμαι πιο έτοιμη να με ξαφνιάσω αλλά και να με ξαφνιάσουν και κυρίως έχω πολύ περισσότερη υπομονή.

  • Σε μια δύσκολη περίοδο, όπως η τωρινή, όταν η οικονομία έχει κρασάρει, τα οικολογικά προβλήματα μαρτυρούν την εγκληματική αδιαφορία μας και η καθημερινότητά μας πιστοποιεί την έλλειψη παιδείας αλλά και οποιασδήποτε πολιτικής ή κοινωνικής συνειδητοποίησης, γιατί να στραφεί κάποιος στην Τέχνη; Είναι πολυτέλεια το θέατρο ή ανάγκη;

Είναι ανάγκη, φυσικά. Και για την εποχή και για όλους μας. Καταρχάς, ο λόγος που πάω εγώ θέατρο ως θεατής και όχι ως επαγγελματίας είναι γιατί εκεί δεν αισθάνομαι μόνη μου. Στο θέατρο νιώθω ότι τα πράγματα που με απασχολούν, με τρομάζουν, με εμπνέουν και με διαμορφώνουν δεν αφορούν μόνο εμένα αλλά και άλλους ανθρώπους. Και από τη στιγμή που μοιράζεσαι πράγματα και δεν νιώθεις μόνος, μπορείς να γίνεις πιο επαναστατικός, πιο δημιουργικός, πιο ανοιχτόμυαλος, πιο δυνατός για να παλέψεις στη ζωή σου. Γιατί η ζωή είναι δύσκολη. Δεν είναι μόνο χαρούλες και τρελίτσες. Δεν μπορώ να φανταστώ λοιπόν τη ζωή μου χωρίς την Τέχνη. Σε τέτοιους δύσκολους καιρούς σαν αυτούς που ζούμε σήμερα, η Τέχνη είναι σαν μια μορφή αντίστασης, σαν κρυφό σχολειό. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, έχω ανάγκη να δω μια συγκροτημένη και συνειδητοποιημένη καλλιτεχνική πρόταση.

  • Πώς φτάσαμε όμως στο σημείο να έχουμε δυσκολέψει τόσο πολύ την καθημερινότητά μας;

Κάποια στιγμή θελήσαμε να πιστέψουμε φρούδες υποσχέσεις, αφήσαμε περιθώρια στους πολιτικούς χωρίς να τους ελέγχουμε, γίναμε αχόρταγοι, μαλθακοί, βυθιστήκαμε στην κατανάλωση και την καλοπέραση, φάρδυναν οι κώλοι μας και τώρα τρέχουμε και δεν φτάνουμε. Ίσως ήρθε η ώρα να κάνουμε ανοίγματα στο διπλανό μας, να δημιουργήσουμε μικρές συμμαχίες επιβίωσης και να αρχίσουμε να διεκδικούμε αυτά που μας αξίζουν, αυτά που μας ανήκουν. Πρέπει να σταματήσουμε να μασάμε όλα αυτά που κατά καιρούς μάς σερβίρουν. Εγώ είμαι πολύ καχύποπτη απέναντι σε όλους αυτούς που έχουν εξουσία στα χέρια τους. Οταν μας λένε ότι δεν κινδυνεύουν οι τραπεζικοί μας λογαριασμοί, οι συντάξεις μας και οι δουλειές μας, εμείς πρέπει να πιστεύουμε ακριβώς το αντίθετο.

  • Βλέπετε διέξοδο μέσα από αυτό το τούνελ της κρίσης;

Είμαι θετικός άνθρωπος. Μπορώ να λυγίσω, να πέσω κάτω, αλλά θα σηκωθώ και θα ξαναπερπατήσω. Δεν μπορώ όμως να μην ομολογήσω πως αυτή την περίοδο είμαι τρομαγμένη.

ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Σάββατο, 01.11.08

Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης του Έντεν φον Χόρβατ

Πειραιώς 260 - Χώρος Η

Η νεαρή Μαριάννε θέλει να αντισταθεί στην ανοησία του κόσμου που την περιβάλλει. Προσπαθεί να ξεφύγει από το τέλμα της καθημερινότητας, διαλύει τον αρραβώνα που της έχει επιβάλει ο πατέρας της και ρισκάρει τη ζωή της ακολουθώντας ένα γοητευτικό τυχοδιώκτη που ζει από τον ιππόδρομο. Όμως το «άλογο» που διάλεξε θα την οδηγήσει, μέσα από ένα δύσβατο οδοιπορικό και πολλές άτυχες περιπέτειες, εξαντλημένη, και πάλι στην αγκαλιά του πρώην αρραβωνιαστικού της: ό,τι πεισματικά και ηρωικά προσπάθησε να αποφύγει, της απονέμεται στο τέλος ως νομοτελειακή δικαιοσύνη, ενώ γύρω της η ανοησία συνεχίζει να βασιλεύει θριαμβευτικά.

«Τίποτα δεν μας δίνει τόσο την αίσθηση του απείρου όσο η βλακεία»: η προμετωπίδα του Χόρβατ στις "Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης" φωτίζει μια πικρή και τρυφερή ιστορία στη Βιέννη του 1931, εκθέτοντας την τραγικωμωδία της ανθρώπινης μωρίας και προβλέποντας τον εφιάλτη του ναζισμού. Το έργο, που παρουσιάστηκε με επιτυχία το καλοκαίρι σε συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Αθηνών, επανέρχεται στο Χώρο Η της οδού Πειραιώς 260 για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Γιάννης Χουβαρδάς σκηνοθετεί μια παράσταση με ζωντανή μουσική και με την καθοριστική σύμπραξη μιας πλειάδας σημαντικών ηθοποιών.

  • Μετάφραση Γιώργος Δεπάστας
  • Σκηνοθεσία Γιάννης Χουβαρδάς
  • Σκηνικά - Κοστούμια Χέρμπερτ Μουράουερ
  • Μουσική επεξεργασία και ενορχήστρωση Νίκος Πλάτανος
  • Φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος
  • Μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου
  • Βοηθοί σκηνοθέτη Γιάννης Σιούτης, Χρυσάνθη Τσίντζου
  • Βοηθός σκηνογράφου Μαριαλένα Λαπατά
    Διανομή:
  • Άλφρεντ Νίκος Κουρής
  • Μητέρα Όλγα Δαμάνη
  • Γιαγιά Τιτίκα Σαριγκούλη
  • Φέρντιναντ Χιέρλινγκερ / Κονφερανσιέ Γιώργος Γλάστρας
  • Βαλερί Θέμις Μπαζάκα
  • Όσκαρ Δημήτρης Ήμελλος
  • Ίντα Δανάη Θέμελη, Αντωνία Καούρη
  • Χάβλιτσεκ / Μίστερ Γιώργος Τζαβάρας
  • Ίλαρχος Θεμιστοκλής Πάνου
  • Μαριάννε Αγγελική Παπούλια
  • Μάγος Ακύλλας Καραζήσης
  • Έριχ Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος
  • Έμμα / Κορίτσι στη γιορτή / Χορεύτρια στο Μαξίμ Σοφιάνα Θεοφάνους
  • Αξιότιμη κυρία / Κορίτσι στη γιορτή / Χορεύτρια στο Μαξίμ Κίκα Γεωργίου
  • Κορίτσι στη γιορτή / Χελένε, αδελφή της Βαρόνης / Χορεύτρια στο Μαξίμ Λουίζα Κωστούλα
  • Βαρόνη Νίκος Πλάτανος
  • Κορίτσι στη γιορτή / Χορεύτρια στο Μαξίμ Γκαλίνα Μπράτουσκα
  • Παιδιά Φίλιππος Κορνιώτης, Σόμα Μπαντέκας, Μάξιμος Μπολότας, Φίλιππος Τσιαπάρας

Πρώτη παράσταση: 23/10/2008

Τελευταία παράσταση: 30/11/2008

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21.00, Κυριακή στις 19:00

Photo gallery

Ξανανιώνει το «Εθνικό» του Τσίλερ

Ξανανιώνει το «Εθνικό» του Τσίλερ

Περπατώντας ανάμεσα σε οικοδομικά υλικά, πάνω σε σανίδες, περνώντας κάτω από σκαλωσιές, μια σκέψη έρχεται αυτόματα στο μυαλό: «Μα πότε θα είναι έτοιμο το Εθνικό Θέατρο;». Βρεθήκαμε στην καρδιά του απέραντου εργοταξίου, που έχει στηθεί εδώ και δύο χρόνια μέσα κι έξω από το διατηρητέο κτίριο του Τσίλερ στην Ομόνοια. Παντού γύρω μας είδαμε σίδερα, ξύλα, μπετά, αμέτρητα καλώδια, μπογιές, μπάζα. Η καινούργια, υπερσύγχρονη σκηνή είναι από μόνη της ένα ολόκληρο εργοστάσιο: συρματόσχοινα, σιδεριές, τροχαλίες. Το βιομηχανικό θέαμα είναι άκρως εντυπωσιακό. Το ερώτημα όμως παραμένει.

«Μην ανησυχείτε, τα δύσκολα πέρασαν», μας καθησυχάζει η κυρία Λίνα Μπαντέκα, αρχιτέκτων μηχανικός και διευθύντρια του έργου της αποκατάστασης και εξοπλισμού του πρώτου θεάτρου της χώρας, που έχει αναλάβει να υλοποιήσει η εταιρία Θόλος Α.Ε.

«Στα τέλη Νοεμβρίου θα παραδοθεί η Νέα Σκηνή στο κοινό, το κτίριο θα φωταγωγηθεί. Θα φύγουν οι σκαλωσιές από την οδό Μενάνδρου. Θέλουμε να προλάβουμε τις Γιορτές, να ανοίξουμε και την πρόσοψη της οδού Αγίου Κωνσταντίνου», σημειώνει η υπεύθυνη του εργοταξίου. Την ίδια ώρα που μας ενημερώνει για το χρονοδιάγραμμα, το βλέμμα μας συνεχίζει να επεξεργάζεται το χώρο.

Βρισκόμαστε στην πλατεία της κεντρικής σκηνής. Κοιτάζοντας πάνω βλέπουμε το ρόδακα της οροφής, πρόσφατα συντηρημένο. Ο περίφημος πολυέλαιος λείπει για συντήρηση. Οι εξώστες σκεπασμένοι. Σκόνη παντού. «Εδώ θέλει πολλή δουλειά ακόμα» σκεφτόμαστε.

Κι όμως. Οι δύσκολες εργασίες, που έχουν ολοκληρωθεί, δεν εντοπίζονται εύκολα. Καλώδια που περνούν από κάτω μας, κολόνες που έχουν ενισχυθεί… Η τοποθέτηση καθισμάτων και άλλων στοιχείων είναι απλές διαδικασίες που δεν απαιτούν πολύ χρόνο.

  • Εμπόδια και καθυστερήσεις

«Το κτίριο θα παραδοθεί το Δεκέμβρη, μέσα στο πλαίσιο του Γ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης», τονίζει η κυρία Μπαντέκα. Η κεντρική σκηνή αναμένεται να είναι έτοιμη να λειτουργήσει το Φεβρουάριο του 2009. Με δεδομένο ότι η παράσταση «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης» είχε προγραμματιστεί να ανεβεί στην κεντρική σκηνή τον περασμένο μήνα, αλλά τελικά θα παρουσιαστεί στην Πειραιώς 260, εύλογα έρχεται το άλλο ερώτημα: «Γιατί οι καθυστερήσεις;».

«Το κτίριο δεν είχε συντηρηθεί στατικά από το 1900. Δάπεδα και οροφές ήταν όλα σάπια. Βρήκαμε χειρότερη κατάσταση, απ’ ό,τι περιμέναμε. Εγινε κάθε ενίσχυση που θα μπορούσε να γίνει. Χρειάστηκαν ενέματα από τσιμέντο 85.000 λίτρων. Ηταν πολύ χτυπημένο», τονίζει η κυρία Μπαντέκα. Ορισμένες από τις εργασίες, που προέκυψαν στην πορεία, δεν ήταν καν μέσα στο αντικείμενο του έργου. Ποιος να περίμενε ότι το κτίριο της προσθήκης του 1963 θα είχε κομμένες κολόνες…

«Το κτίριο του Τσίλερ έχει χτιστεί περισσότερο από έναν αιώνα. Μόλις άρχισε να αποξηλώνεται ήταν μια μόνιμη έκπληξη για μας», επισημαίνει ο κ. Στέφανος Πάντος-Κίκκος, αρχιτέκτων του «Γραφείου 75», το οποίο εκπόνησε την οριστική μελέτη και τη μελέτη εφαρμογής του έργου. Ο ίδιος σημειώνει:

«Με το κτίριο του Εθνικού Θεάτρου έχουν ασχοληθεί πάρα πολλοί επιστήμονες, Ελληνες και ξένοι. Παρά το γεγονός των πολύ καλών αποτυπώσεων και μελετών, όταν μπήκε ο κατασκευαστής να δει την κατάσταση των δαπέδων, των οροφών, των τοίχων και των άλλων οικοδομικών στοιχείων κατάλαβε ότι ο όγκος της δουλειάς ήταν πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που είχε προβλεφθεί. Πολλά προβλήματα είχαν λυθεί στις μελέτες. Επρεπε όμως να τροποποιηθούν με βάση αυτό που βρίσκαμε κάθε φορά. Βασική δυσκολία του έργου είναι το απρόβλεπτο».

Το Εθνικό Θέατρο είναι ένα συγκρότημα τεσσάρων κτιρίων στο οικόπεδο που περικλείεται από τις οδούς Αγίου Κωνσταντίνου-Μενάνδρου-Σατωβριάνδου-Κουμουνδούρου: αποτελείται από το διατηρητέο του Τσίλερ, την επέκταση-προσθήκη του 1963 προς την οδό Μενάνδρου (η παλιά Νέα Σκηνή), το καινούργιο κτίριο που κατασκευάστηκε για τις ανάγκες της Νέας Σκηνής και το μεταλλικό κτίριο του Πύργου Σκηνής.

Η Νέα Σκηνή, το καινούργιο κτίριο που κατασκευάστηκε στην οδό Μενάνδρου, έχει επενδυθεί εξωτερικά με τεχνητό λίθο (cast stone). Μεγάλο βάρος εδώ δόθηκε στην ηχομόνωση, η οποία επιτυγχάνεται με ένα σύστημα «πλωτών τοίχων», αντικραδασμικών, που δεν επιτρέπει τη μεταφορά ήχων από τη γειτονική κεντρική σκηνή.

«Είναι η μεγαλύτερη επέμβαση που έχει γίνει σε διατηρητέο μνημείο καθώς ένα μεταλλικό κτίριο έπρεπε να ανεγερθεί σε επαφή με το κτίριο του Τσίλερ», σημειώνει η κυρία Μπαντέκα λέγοντας χαρακτηριστικά: «Κάνουμε κοπτοραπτική».

«Το Εθνικό Θέατρο είναι πολύ παλιό κτίριο, και μάλιστα διατηρητέο γνωστού αρχιτέκτονα. Ο αείμνηστος Νίκος Κούρκουλος είχε θέσει απαιτήσεις για την κεντρική σκηνή με βάση τα νέα δεδομένα της λειτουργίας ενός σύγχρονου θεάτρου.

Ηταν έργο αυξημένης πολυπλοκότητας. Ακόμα και η διατήρηση του αρχιτεκτονικού διακόσμου, αν λάβουμε υπόψη μας τη φθορά, ήταν πιο δύσκολο έργο απ’ ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί», επισημαίνει ο κ. Πάντος-Κίκκος και προσθέτει: «Ολοι οι μελετητές ενστερνιστήκαμε την ιδιαιτερότητα του κτιρίου. Παρά τις δυσκολίες προσπαθήσαμε να μη γίνει συμβιβασμός μεταξύ των αλληλοσυγκρουόμενων αναγκών και της διατήρησης του θεάτρου. Το κτίριο του Τσίλερ αντιμετωπίστηκε με μεγάλο σεβασμό και με βάση την αρχιτεκτονική του και τις δικές του προστάσεις. Εγινε προσπάθεια, η προσθήκη του πύργου σκηνής και το νέο κτίριο που κατασκευάστηκε να σέβονται το παλιό κτίριο. Να μην ανταγωνίζονται το διατηρητέο».

Η κεντρική σκηνή θα δοκιμαστεί. Στις πρώτες παραστάσεις δεν αναμένεται να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητές της. Ηδη έχει ολοκληρωθεί η συντήρηση 1.500 m2 του ζωγραφικού διακόσμου. «Η βασιλική είσοδος, από την οδό Κουμουνδούρου, είναι το μόνο σημείο που πρόλαβε να δει συντηρημένο ο Νίκος Κούρκουλος», λέει η κυρία Μπαντέκα. Οι υπόλοιπες τοιχογραφίες, επιφάνειας 5.500 m2, θα ζωγραφιστούν από την αρχή, με βάση υπάρχοντα στοιχεία από την ιστορία του θεάτρου. Αυτή η διαδικασία αναπαραγωγής του διακόσμου μόλις ξεκίνησε στο φουαγιέ της εισόδου.

Από το γιγάντιο έργο που εκτελείται στο Εθνικό Θεάτρο, η συντήρηση του διακόσμου είναι το σημείο που θα κεντρίσει την προσοχή των θεατών. «Μόνο οι θεατρόφιλοι και πολλοί ειδικοί θα καταλάβουν τις δυνατότητες της σκηνής. Η διακόσμηση θα κερδίσει τις εντυπώσεις».

Οπως είναι γνωστό, η κεντρική είσοδος του Εθνικού Θεάτρου θα είναι πλέον από την οδό Μενάνδρου. Ολες οι σκηνές και τα κτίρια επικοινωνούν μεταξύ τους. Η κεντρική είσοδος θα χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις.

Οχημα για την αναβάθμιση της περιοχής

Ανάμεσα στις δυσκολίες που συνάντησαν οι αρχιτέκτονες και μηχανικοί ήταν και οι στενοί δρόμοι της ευρύτερης περιοχής. Με τη βοήθεια της Τροχαίας, την κατανόηση του ΟΑΣΑ και των κατοίκων, έκλειναν συχνά-πυκνά οι γύρω δρόμοι για τις ανάγκες του έργου. Πρόβλημα υπάρχει ακόμα και με τα μπάζα. Πού να τα αποθέσουν;

Μια άλλη παράμετρος είναι η υποβάθμιση της περιοχής. «Εχει γίνει επικίνδυνη. Κάθε μέρα βρίσκουμε σπασμένα αυτοκίνητα, γίνονται εγκληματικές πράξεις», καταθέτει η υπεύθυνη του εργοταξίου.

«Η περιοχή είναι εντελώς υποβαθμισμένη», σημειώνει και ο κύριος Πάντος-Κίκκος. «Μιλάμε όμως για το Εθνικό Θέατρο που βρίσκεται στην καρδιά της Αθήνας. Οταν λειτουργήσει, θα έχει μεγάλο αντίκτυπο στην περιοχή. Ηδη έχει ξεκινήσει, ακόμα και τώρα με τους εργάτες που δουλεύουν εκεί αναζωογονήθηκε η γειτονιά. Μελλοντικά θα αλλάξουν οι γύρω δρόμοι. Οι ανάγκες των θεατών για διασκέδαση, φαγητό ή ποτό θα δημιουργήσουν νέα καταστήματα. Θα ανέβουν και οι τιμές των γύρω ακινήτων, σε μια περιοχή που είναι σε εγκατάλειψη».

Ενα ακόμα μελανό σημείο, που θα πρέπει να δρομολογηθεί, είναι η αποκατάσταση του ναού του Αγίου Κωνσταντίνου, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Εθνικό Θέατρο. Η εικόνα του είναι αποκαρδιωτική. Οι σκαλωσιές στέκουν εκεί από το 1999, έχουν πλέον σκουριάσει, οι πράσινοι σχισμένοι μουσαμάδες χάσκουν κι ανεμίζουν σκορπίζοντας αίσθηση εγκατάλειψης.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΣ ΠΑΝΟΣ, Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή, 02.11.08

Νένα Μεντή: «Κανείς δεν μπορεί να την ερμηνεύσει»

«Κανείς δεν μπορεί να την ερμηνεύσει»

Και ξαφνικά στο θέατρο Βασιλάκου συμβαίνει κάτι μαγικό. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου στη σκηνή. Καπνίζει, φωνάζει, βρίζει, γελάει, συγκινείται, παίζει πόκα, γράφει τραγούδια, συνομιλεί με τα πρόσωπα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή της...

Γεννημένη στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, ήρθε στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Εγινε ηθοποιός, δασκάλα, ποιήτρια, και στα 50 της στιχουργός. Εγραψε μερικά από τα πιο πολυτραγουδισμένα λαϊκά τραγούδια. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την προβολή και την αναγνώριση του έργου της, παρά μόνο για την καθημερινή εξασφάλιση του πάθους της: τη χαρτοπαιξία.

Η μεγάλη στιχουργός του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού ζωντανεύει μέσα από τη σπουδαία ερμηνεία της Νένας Μεντή στην παράσταση «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου», που συνεχίζεται για δεύτερη σεζόν. Φορά το τσεμπέρι, τα μαύρα γυαλιά και με το τσιγάρο στο στόμα ερμηνεύει τη σχέση της με τη γυναίκα που έγινε η φωνή της ψυχής ενός ολόκληρου λαού.
  • Η «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» ήταν η πρώτη σας απόπειρα να παίξετε σε μονόλογο;
Ναι. Δεν το επιδίωξα ποτέ, αν και μου το είχαν προτείνει πολλάκις στο παρελθόν. Δεν μου αρέσει να είμαι μόνη μου στη σκηνή. Πέρυσι έλεγα: «Πώς θα είμαι, ρε παιδιά, μόνη μου στο θέατρο; Δεν το έχω ζήσει αυτό 42 χρόνια!». Θέλω ανθρώπους τριγύρω μου, συναδέλφους. Το θέατρο είναι ομαδική ιστορία. Ξέρεις τι γλύκα είναι το καμαρίνι; Μεγάλη!
  • Ούτε στη ζωή μπορείτε τη μοναξιά;
Όχι. Απεναντίας, στο σπίτι μού αρέσει πολύ να είμαι μόνη μου. Το θέατρο όμως σημαίνει επικοινωνία με τους συναδέλφους. Αυτό μου λείπει. Βέβαια, η συγκεκριμένη παράσταση με έχει ανταμείψει διαφορετικά.
  • Εννοείτε τη μεγάλη απήχηση που είχε και συνεχίζει να έχει στο κοινό.
Ακριβώς. Αν φανταστείς ότι ξεκινήσαμε με τον Πέτρο Ζούλια για να κάνουμε το κέφι μας για κάνα δυο μήνες, ήταν όντως κάτι αναπάντεχο και ανέλπιστο. Νιώθω ευτυχής και ευγνώμων. Άλλωστε, δεν ήμουν ποτέ του σουξέ και του ρεσιτάλ. Και ξαφνικά ήρθε αυτή η τεράστια ζήτηση από τον κόσμο, σαν το έργο να μιλάει βαθιά στην ψυχή του. Νέοι άνθρωποι που δεν ήξεραν καν ποια είναι έκλαιγαν από συγκίνηση. Ήταν μια ιδιαίτερη γυναίκα. Αντισυμβατική, αντιφατική, αθυρόστομη, κάπνιζε σαν φουγάρο, είχε πάθος με τα χαρτιά. Λογικά όλα αυτά θα έπρεπε να μας ενοχλούν, γιατί θεωρώ ότι είμαστε συντηρητικός λαός. Πώς γίνεται λοιπόν να βρίζω, να καπνίζω και να αρέσει στον κόσμο, δεν μπορώ να το εξηγήσω.
  • Κατά τη γνώμη σας, πού οφείλεται αυτό;
Σε μια Ελλάδα που πολύς κόσμος νοσταλγεί. Ζωντανεύουν μια εικόνα και ένας τρόπος ζωής που έχει εκλείψει. Επιπλέον, στην παράσταση γίνονται αναφορές στον πόλεμο, στη Μικρά Ασία, στη χούντα. Μνήμες που σφράγισαν αρκετούς Ελληνες. Αλλά αυτό που συγκινεί περισσότερο είναι η ιστορία της Ευτυχίας όπως παρουσιάζεται μέσα από το έργο. Αναδύθηκε μια αλήθεια. Η δική μου αλήθεια για εκείνη.
  • Διάβασα ότι όταν ήσαστε μικρή τη βλέπατε στη γειτονιά σας.
Ναι, μέναμε στα Πατήσια, εκεί κοντά έμενε και η Ευτυχία. Πήγαινα σχολείο και έβλεπα μια περίεργη γυναίκα. Κάπνιζε στο δρόμο, καθόταν μόνη της στο καφενείο και έπινε καφέ. Πολύ προχωρημένη για το 1960. Φορούσε το μαντίλι και μαύρα γυαλιά και κυκλοφορούσε έτσι ακόμα και τη νύχτα. Κάποια μέρα ρώτησα τον πατέρα μου. Ήθελα να μάθω ποια είναι. Μου είπε ότι είναι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Από τότε διάβαζα για εκείνη σε εφημερίδες και περιοδικά. Τη γούσταρα. Μου άρεσε και το τραγούδι πολύ. Ήμουνα μουρλό. Άκουγα ρεμπέτικα και λαϊκά από μικρό παιδί. Αν και στο σπίτι μου δεν υπήρχαν αυτά τα ακούσματα. Ο πατέρας μου έγραφε τραγούδια, αλλά ήταν του ελαφρού.
  • Ποια φράση της σας έχει εντυπωθεί στο μυαλό;
«Όταν πεθάνω μην τα βάλετε με αυτούς που πήραν τα τραγούδια μου και δεν γράψανε το όνομά μου, γιατί φταίω εγώ για αυτό». Το βρίσκω πολύ μάγκικο. Η Ευτυχία ήταν σκληρή γυναίκα, που δεν εξωτερίκευε την τρυφερότητά της. Τα βιώματά της την είχαν μετατρέψει σε σίδερο. Αυτό εγώ δεν το έχω. Γίνομαι λιώμα με τους ανθρώπους.
  • Έχετε κοινά στοιχεία με την Παπαγιαννοπούλου;
Αρκετά. Άλλα είναι σε νάρκωση και άλλα λόγω της ζωής που κάνουμε σήμερα δεν θα μπορούσαν να ανθήσουν ποτέ. Έχουμε μεγάλη συγγένεια στο κάπνισμα -κάπνιζα παλιά, τώρα το έχω κόψει-, στα χαρτιά, και έχω γενικά την αλητεία μέσα μου. Όταν έμαθα ότι ήταν και ηθοποιός, εκεί τρελάθηκα. Θα γούσταρα πάρα πολύ να ήμουν μια τέτοια τύπισσα. Ήταν τόσο αλήτισσα, τόσο άναρχη. Ζούσε το «σήμερα». Το «μετά» την άφηνε αδιάφορη. Δεν είχε καθόλου «το καθωσπρέπει». Έτσι είμαι κι εγώ κατά βάθος.
  • Δεν είναι περίεργο να ερμηνεύετε τη ζωή ενός υπαρκτού προσώπου;
Αυτό είναι λάθος. Δεν ερμηνεύω την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου κι όποιος ηθοποιός το λέει αυτό δεν λέει αλήθεια. Τη σχέση της Νένας με την Ευτυχία «παίζω». Τη συγγένειά μου με ορισμένες πτυχές του χαρακτήρα της και το θαυμασμό μου για εκείνη. Δεν μπορεί κανείς να ερμηνεύσει την Ευτυχία. Ουσιαστικά τη Νένα βγάζω προς τα έξω.
  • Αυτή η έκθεση δεν είναι επικίνδυνη;
Πάρα πολύ. Αλλά αυτή είναι η δουλειά μας. Ο ηθοποιός περπατάει διαρκώς πάνω σε τεντωμένο σχοινί. Κι όταν είναι αληθινός και δεν παίζει με ωραιοπάθεια και ναρκισσισμό, είναι πάντα στην πένα.
  • Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο στην παράσταση;
Να μάθω τα λόγια. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Θυμάμαι πέρυσι το καλοκαίρι πήγα στο εξοχικό μου. Έμεινα εκεί δύο μήνες. Κάθε μέρα μάθαινα κι από δύο σελίδες. Έμπαινα για μπάνιο στη θάλασσα, πήγαινα στα βαθιά και φώναζα τα λόγια. Είναι πολύ κουραστικό να μιλάς μιάμιση ώρα συνεχόμενα πάνω στη σκηνή. Ευτυχώς, όμως μου βγήκαν σαν νεράκι!
  • Θεωρείτε ότι η «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» είναι ο ρόλος της ζωής σας, όπως αναφερόταν πέρυσι στις περισσότερες κριτικές;
Για το κοινό ναι. Για μένα όχι. Δεν το πιστεύω και δεν μένω σε αυτό. Του χρόνου θα παίξω κάτι άλλο. Ήταν σίγουρα μια μεγάλη θεατρική στιγμή, που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
  • Κλείνοντας, αν συναντούσατε ποτέ την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου…
Δεν θα ξεκολλούσα από πάνω της. Θα την έβλεπα κάθε μέρα. Θα με είχε κάνει δουλάκι της!
Ιnfo
«Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου». Κείμενο-Σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας. Παίζει: Νένα Μεντή. Σκηνικά-κοστούμια: Αναστασία Αρσένη. Φωτισμοί: Ανδρέας Μπέλλης. Μουσική επένδυση: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος. πού: Θέατρο Βασιλάκου, Πλαταιών και Προφήτη Δανιήλ 3, Κεραμεικός, τηλ. 210-3467735. Πότε: Κάθε Δευτέρα, Τρίτη: 21:15, Τετάρτη: 18:45. Χορηγος επικοινωνιας: Ελεύθερος Τύπος.
ΦΑΡΑΖΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή, 02.11.08

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

ΓΕΝΕΥΗ


Η Πατρισιά Πτιμπόν και ο Φρανσίσκο Βας στα «Παραμύθια του Χόφμαν»


Ο κατάλληλος άνθρωπος για τον χειρισμό της πάλης Καλού και Κακού επί σκηνής χαρακτηρίζεται ο Ολιβιέ Πι. Δικαιώνοντας τον χαρακτηρισμό ο γάλλος σκηνοθέτης, ο οποίος συνδυάζει, διαβάζουμε, τις θεολογικές ανησυχίες με την κλίση προς τη βία και την αγάπη για το θέαμα, αποδύεται αυτόν τον καιρό σε ένα μεγαλεπήβολο εγχείρημα στο Grand Theatre, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τρεις ογκόλιθους του λυρικού θεάτρου που υποτίθεται ότι στον πυρήνα τους εμφωλεύει το στοιχείο αυτής της πάλης: την Καταδίκη του Φάουστ του Εκτόρ Μπερλιόζ, τον Ελεύθερο σκοπευτή του Καρλ Μαρία φον Βέμπερ και τα Παραμύθια του Χόφμαν του Ζακ Οφενμπαχ. Χωρίς τίποτε να τις συνδέει άμεσα ως προς την καταγωγή τους οι όπερες αυτές έχουν, διαβάζουμε, και οι τρεις τις ρίζες τους στον γερμανικό και στον γαλλικό ρομαντισμό σε διάφορες εκφάνσεις τους και πάνω από όλα τις συνδέει το γεγονός ότι και στις τρεις είναι παρών ο Σατανάς. Η κριτική επαινεί θερμά την ερμηνεία αυτής της μεγαλειώδους Τριλογίας του Διαβόλου σε όλους τους τομείς και κυρίως στην ενιαία καλλιτεχνική αντίληψη με την οποία συνέδεσε ο σκηνοθέτης αυτά τα τρία τόσο διαφορετικά έργα. Εγκωμιάζονται η Ορχήστρα της Ρωμανικής Ελβετίας και οι μαέστροι Τζον Νέλσον (στον Ελεύθερο σκοπευτή και στην Καταδίκη του Φάουστ) και Πατρίκ Νταβέν (στα Παραμύθια του Χόφμαν), οι χορωδίες καθώς και οι τραγουδιστές, παλιοί και νέοι. Ως τις 9 Νοεμβρίου.

Ars... Brevis, Αναστασία Ζενάκου, Το Βήμα, 02/11/2008

ΟΙ ΚΡΑΥΓΕΣ ΤΟΥ ΟΙΔΙΠΟΔΑ

ΛΟΝΔΙΝΟ


Ο Ρέιφ Φάινς ως Οιδίπους και η Κλερ Χίγκινς ως Ιοκάστη


Τη μισή σχεδόν στήλη του αφιερώνει βρετανός κριτικός για να αναλύσει δύο θρηνητικές κραυγές τις οποίες εκβάλλει ο Ρέιφ Φάινς ως πρωταγωνιστής του Οιδίποδα που παίζεται στο Εθνικό Θέατρο (πρόκειται περί του «Τυράννου» αλλά ο προσδιορισμός παραλείπεται στην αγγλική μετάφραση του έργου). Ο κριτικός αναφέρει ότι κατά τη μακρότατη διάρκεια της μιάς από τις κραυγές, όταν ο ήρωας αντιλαμβάνεται ότι έχει σκοτώσει τον πατέρα του και έχει παντρευτεί τη μητέρα του, ακούστηκαν μερικά πνιχτά γέλια από το ακροατήριο, αλλά πιστεύει ότι τελικά ο ηθοποιός τα κατάφερε άριστα. Αλλος κριτικός φρονεί για την κραυγή ότι «μοιάζει να διαρκεί στον αιώνα τον άπαντα». Το παράδειγμα με την κραυγή είναι ενδεικτικό της ευμένειας με την οποία η κριτική γενικά υποδέχθηκε την ερμηνεία του διάσημου ηθοποιού στην τραγωδία του Σοφοκλή. Θετικές ως ενθουσιώδεις ήταν οι κριτικές και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς καθώς και για τη σκηνοθεσία του Τζόναθαν Κεντ και την όλη παράσταση, που είναι νεωτερική, με σύγχρονα κοστούμια (για την Κλερ Χίγκινς ως Ιοκάστη, «μαυροντυμένη μεσόκοπη γκόμενα», δύο τουλάχιστον κριτικές σημειώνουν ότι περιφέρεται στη σκηνή με «γόβες στιλέτο») και λιτό σκηνικό. «Το έργο» παρατηρεί τρίτος κριτικός «παίζει με τη δίψα για πληροφορία και ταυτόχρονα με την επιθυμία να την αποφύγει», και το εύστοχο αυτό σχόλιο είναι ένα από τα πολλά που εμπνέει στους σύγχρονους κριτικούς το αρχαίο αριστούργημα. Ως τις 4 Ιανουαρίου.

Ars... Brevis, Αναστασία Ζενάκου, Το Βήμα, 02/11/2008

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ: Στη μπούκα...


Τα τέσσερα έργα (τρεις πρεμιέρες και η επανάληψη της «Δεσποινίδος Τζούλιας») που προτείνει εφέτος το θέατρο Αττις φέρουν την υπογραφή του Θόδωρου Τερζόπουλου (φωτογραφία) στη σκηνοθεσία - από αυτά, το τελευταίο του Γιάννη Κοντραφούρη (ο μονόλογος «Ιοκάστη») ήταν επιθυμία του συγγραφέα να ανεβεί από τον Τερζόπουλο.

Ως προς το άλλο ρεπερτόριο του θεάτρου θα ανεβούν ο «Χορευτής» του Εριχ Αρεντ - στο οποίο θα παίζει ο ίδιος ο ιδρυτής του Αττις - και ο «Μάουζερ» του Χάινερ Μύλερ.

Μπόλικη δουλειά για τον σκηνοθέτη που θα περνά από τη μία παράσταση στην άλλη, απνευστί και με έμπνευση, φαντάζομαι!..

Ενα καινούργιο, νεοελληνικό έργο με τον τίτλο «Πουέρτο Γκράντε» του Μάνου Λαμπράκη θα ανεβάσει την προσεχή σεζόν (2009-2010) η Ρούλα Πατεράκη, με το Δραματικό Θέατρό της στην Αθήνα. Αυτή την εποχή και για δέκα παραστάσεις παρουσιάζει τον μονόλογο «Ο φιλόσοφος» του συντρόφου της ζωής της Γιάννη Πάνου - από το μυθιστόρημα «Ιστορία των Μεταμορφώσεων», στο θέατρο Θησείον.

Η σημασία του χώρου: καθοριστική. Η καλή «πόρτα» παίζει και αυτή τον ρόλο της στην πορεία μιας παράστασης. Το σκεφτόμουν στην πρεμιέρα των «Ιστοριών από το δάσος της Βιέννης» του Εντεν φον Χόρβατ, που ανέβασε ο Γιάννης Χουβαρδάς στην αίθουσα της Πειραιώς 260. Σημειωτέον, πρόκειται για τον αγαπημένο συγγραφέα του.

Ενδιαφέρουσα απόπειρα ενός έργου που δεν βλέπουμε συχνά, με έναν θίασο καλών ηθοποιών, και το οποίο προοριζόταν να κάνει πρεμιέρα στην Κεντρική Αίθουσα του κτιρίου Τσίλερ - αλλά οι προθεσμίες το πρόδωσαν.

Ανάμεσα στους θεατές και ο Λευτέρης Βογιατζής που είχε ερμηνεύσει τον ρόλο που υποδύεται τώρα ο Νίκος Κουρής, στην παράσταση του Γιώργου Μιχαηλίδη.

Και μια διόρθωση: Ο χώρος δεν έχει ακόμη καθορισθεί: Επίδαυρος, Ηρώδειο ή Πειραιώς; Ο λόγος για τις «Τρωάδες» με τη Λυδία Κονιόρδου τις οποίες θα σκηνοθετήσει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

Την ίδια τραγωδία του Ευριπίδη προτείνει και το ΚΘΒΕ, σε σκηνοθεσία της Νικαίτης Κοντούρη, με τη Λήδα Πρωτοψάλτη στον ρόλο της Εκάβης - και προορισμό την Επίδαυρο.

«Αχαρνής», «Ειρήνη», «Ορνιθες», «Εκκλησιάζουσες», «Βάτραχοι», «Λυσιστράτη»: έξι κωμωδίες του Αριστοφάνη με κοινό άξονα την αναζήτηση της ειρήνης και τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου περιλαμβάνει η παράσταση «Aristofunis», που σκηνοθετεί ο Νίκος Διαμαντής στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και θα παίζεται στο μεγάλο θέατρο της Μονής Λαζαριστών ως τις 16 Νοεμβρίου.

Πιο επίκαιρο από ποτέ το έργο του Ντέιβιντ Μάμετ «Νοέμβριος», στο θέατρο Εμπορικόν. Θέμα του οι αμερικανικές εκλογές και κεντρικός ήρωάς του ο πρόεδρος των ΗΠΑ - την Τρίτη οι Αμερικανοί ψηφίζουν...

  • ΥΓ.: Πρεμιέρα για τον Στάθη Λιβαθινό και την ομάδα του στο Μεταξουργείο, με το έργο «Ενας ήρωας, το καμάρι της Δύσης», στις 13 Νοεμβρίου...

Το ΒΗΜΑ, 02/11/2008

«Έγκλημα» και τιμωρία

ΚΡΙΤΙΚΗ - ΧΟΡΟΣ

«Amen» από τη χοροθεατρική ομάδα Χ-it στο θέατρο Θησείον και «Ραλλού στα βήματά σου...» από το Ελληνικό Χορόδραμα στο θέατρο Κολλεγίου Αθηνών

ΝΑΤΑΣΣΑ ΧΑΣΙΩΤΗ, Το ΒΗΜΑ, 02/11/2008

«Τόσος πόνος, τόσο δάκρυ κι ούτε ένα ευχαριστώ...». Ο λόγος για το νέο έργο του Φώτη Νικολάου, της Ομάδας Χ-it, με τίτλο «Amen» (θέατρο Θησείον, 18/10). Ενα έργο που κάνει τον θεατή να αναρωτιέται αν ποτέ «πέθανε» η τιμωρητική, μετα-ασκητική σχέση του ανθρώπου με το σώμα του, και αν ακόμη επιζούν στον χορό θέσεις και πρακτικές που εμπνέονται από εικόνες μαρτυρίου. Προσωπικά, όποτε η τέχνη απηχεί παλαιοχριστιανικές απόψεις ή δεισιδαίμονες πρακτικές, νιώθω έντονα προβληματισμένη. Αφενός επειδή οι άνθρωποι του χορού εξακολουθούν να αυτοτιμωρούνται εθίζοντας το σώμα τους, δηλαδή το εργαλείο της δουλειάς τους, σε αμφίβολης λογικής πρακτικές και υπακούοντας σε κανόνες οι οποίοι έχουν θέσει τον χορό στο περιθώριο. Αφετέρου διότι, αποδεχόμενοι τη στρατηγική της αμαρτίας χωρίς καμία αμφισβήτηση, έστω και έμμεσα, φθάνουμε να ταυτιζόμαστε με τον επιτιθέμενο: θρησκεία, κράτος, οικογένεια, οτιδήποτε δηλαδή θέτει την υλική μας υπόσταση υπό έλεγχο, αρμονικές καμπύλες, συμμετρίες και γυμναστικά παραγγέλματα.

Αν κάτι άξιζε στον χορό, αυτό ήταν η ανυπακοή στην εξουσία. Αν τη φέρουμε ξανά στο επίκεντρο, εν είδει ανάγκης, καταλήγουμε σε ένα παράδοξο με τρομακτικές διαστάσεις. Η εξουσία υπήρχε και υπάρχει. Σε θεσμικό και σε εκπαιδευτικό επίπεδο. Οταν εκεί δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια και δεν πολεμάται, αλλά απεναντίας εισβάλλει στον χώρο της προσωπικής έμπνευσης, γινόμαστε όμοιοι με το κάθε φασίζον υποκείμενο που επιχαίρει λέγοντας «μια δικτατορία θα μας σώσει». Το «Amen» ήταν καλύτερα δομημένο από άλλα έργα του Φώτη Νικολάου, αλλά ήταν υπερβολικό και νοσηρό - παρά τους καλούς συντελεστές. Ηταν και λίγο, γιατί η μίμηση της Πίνα Μπάους και οι επιρροές του χορογράφου από άλλους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάστηκε δεν έχουν καταλαγιάσει και δουλευτεί μέσα του.





Στιγμιότυπο από την παράσταση του Φώτη Νικολάου


«Ραλλού στα βήματά σου...» ήταν ο τίτλος της παράστασης του Ελληνικού Χοροδράματος στο θέατρο Κολλεγίου Αθηνών (18/10). Περιελάμβανε δύο έργα της Μάνου, τα «Πιθοπρακτά» και «Οιδίποδας Ανθρωπος», και μία νέα χορογραφία της Μπέτυς Δραμισιώτη. Στα «Βήματα της Ραλλούς» έχανε η μάνα το παιδί: χορεύτριες αμήχανες και ασυντόνιστες, που δεν έχουν διδαχθεί επαρκώς και δεν γνωρίζουν το ύφος της Μάνου, χορογραφίες παλιές και άνευρες. Το όλον, επονείδιστον. Δεν συζητείται η κακέκτυπη χορογραφία της κυρίας Δραμισιώτη - ένα μακρύ κολάζ από στιγμές έργων στα οποία έχει χορέψει και των σεμιναρίων που έχει παρακολουθήσει.

Τα έργα της Ραλλούς Μάνου θα μπορούσαν να παρουσιαστούν για λόγους ιστορικούς, και ενδεχομένως να είχαν κάποιο ενδιαφέρον για την πορεία του ελληνικού χορού, αλλά όχι με τη μορφή σχολικών επιδείξεων σε ένα διήμερο. Για να ξαναζήσει το Ελληνικό Χορόδραμα, χρειάζεται άλλου είδους μάνατζμεντ και άλλου είδους αντιμετώπιση. Να γίνει ξεσκαρτάρισμα των έργων, να δημιουργηθεί ένα ρεπερτόριο με ικανό αριθμό έργων επιλεγμένων με θάρρος, να εκπαιδευτούν οι χορεύτριες και οι χορευτές κατάλληλα και να αντιληφθούν χορογραφικά και ιστορικά αν και πόσο μετράει αυτό που ερμηνεύουν. Και ας λείπουν οι εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις, όπως αυτές στον «ξαναχορογραφημένο» Οιδίποδα, που βγήκε κάτι μεταξύ Μάνου και τεχνικής release α λα Γκρεκ. Με την αστεία, δε, μουσική συνοδεία, κατέληξε ένας εφιάλτης. Να γίνουν λοιπόν κάποιες σωστές κινήσεις, με μέτρο και άνευ «επιχορηγικής λαιμαργίας». Και αν επιζήσουν στο σύγχρονο κοινό τα «ολικά έργα τέχνης» της Ραλλούς Μάνου, καλώς. Αλλιώς, σημαίνει ότι τα έκρινε πλέον η ιστορία.

Συνέντευξη στην Κόλαση

ΚΡΙΤΙΚΗ - ΘΕΑΤΡΟ

«Μέθοδος Γκρόνχολμ» (2003) του Τζόρντι Γκαλθεράν στο Θέατρο Τέχνης - Υπόγειο σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ, Το ΒΗΜΑ, 02/11/2008

Πόσο ευφυής είσαι; Μπορείς να αντιληφθείς το μέγεθος μιας απάτης; Μπορείς να τη διακρίνεις την ώρα που εκκολάπτεται στο μυαλό του απατεώνα;

Είσαι ευάλωτος; Έχεις ροπή στη συμπόνοια; Πώς θα αντιμετωπίσεις έναν υπάλληλο με κατάθλιψη που θέτει σε κίνδυνο το μέλλον της εταιρείας; Τι θα κάνεις όταν έρθει στο γραφείο σου να σου πει πως τον άφησε η γυναίκα του, έχασε τη μητέρα του, έπεσε θύμα εκβιασμού, τροχαίου ή άλλης καταστροφής; Πώς θα αντιδράσεις απέναντι στα παρακάλια του, το ύφος πονεμένου κουταβιού, τις δακρύβρεχτες δικαιολογίες του, τις ακατάσχετες υποσχέσεις του ότι «δεν θα ξανασυμβεί»;

Μπορείς να πείθεις για το ηγετικό προφίλ σου; Να κάνεις τους άλλους να αναγνωρίζουν την ανωτερότητά σου και να δέχονται αγόγγυστα ακόμη και τις σκληρότερες αποφάσεις σου; Μπορείς να προβλέψεις το απρόβλεπτο και να το προσαρμόσεις στα μέτρα σου;

Τα πράγματα δεν μπορούν να εγκαταλείπονται στην τύχη. Μια λανθασμένη επιλογή εκ μέρους της εταιρείας μπορεί να κοστίσει εκατομμύρια. Πρέπει λοιπόν να εξαλειφθεί κάθε πιθανότητα λάθους. Πρέπει να αποδείξεις την αξία σου πέρα από κάθε αμφιβολία. Να θυμάσαι: Αυτός που αφήνει τους άλλους να πιστεύουν είναι πάντοτε ανώτερος από αυτόν που πιστεύει. Δεν ψάχνουμε για έναν καλό άνθρωπο που να δείχνει τσόγλανος, αλλά για έναν τσόγλανο που να δείχνει καλός άνθρωπος.

Τέσσερις υποψήφιοι κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο. Πέντε δοκιμασίες. Νικητής αυτός που θα μείνει τελευταίος. Κατάσταση καθαρτηρίου. Η θέση στον executive παράδεισο δεν χαρίζεται αλλά διεκδικείται. Οι εντολές έρχονται άνωθεν, μέσα σε φακέλους. Ενα παιχνίδι. Με αιωρούμενους και αυθαίρετους κανόνες: ένα παιχνίδι αλληλεξόντωσης, όπου κανένας δεν είναι αυτό που φαίνεται και ο μόνος τρόπος να επιβιώσεις είναι να μην είσαι ο εαυτός σου. Τα σκοτεινά μυστικά του άλλου, ο καλύτερος σύμμαχός σου. Οι αδυναμίες του, όπλο στα χέρια σου.


Χρήστος Σαπουντζής, Γιώργος Καραμίχος, Βίκυ Παπαδοπούλου, Πέτρος Λαγούτης


Ιδιαίτερα καλογραμμένο, το έργο του ισπανού συγγραφέα Τζόρντι Γκαλθεράν συνθέτει ευφάνταστα το μυστήριο με τη μαύρη κωμωδία, το σασπένς με το ψυχολογικό δράμα: μια αστυνομική ιστορία σε συσκευασία ριάλιτι σόου. Καταζητούμενος δεν είναι ο δολοφόνος αλλά ο εργοδότης και ύποπτοι όλοι όσοι επιθυμούν τη Θέση. Ο ρόλος του θεατή είναι να αναζητεί την αλήθεια που βρίσκεται εγγεγραμμένη στην παραπλάνηση των λόγων των υποψηφίων. Και αυτό το καταφέρνει σταδιακά, σπασμωδικά και μόνο φτάνοντας στο τέλος, και ανακαλύπτοντας τη συνθήκη της απάτης που διέπει ολόκληρη τη διαδικασία μπορεί να σχηματίσει αναδρομικά πλέον πλήρη εικόνα για όσα διαδραματίστηκαν, να εκτιμήσει εκ νέου τους ήρωες και να αποτιμήσει τις συμπεριφορές.

Ο Διαγόρας Χρονόπουλος σκηνοθέτησε μια παράσταση εύστοχη, με ρυθμό και νεύρο, μια παράσταση που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον και βλέπεται ευχάριστα μέχρι τέλους. Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών είναι επαρκείς και μπορούμε μονάχα να φανταστούμε πόσο γοητευτικότερο θα ήταν το αποτέλεσμα αν είχαμε μπροστά μας μεγαλύτερους δεξιοτέχνες.

Ο Γιώργος Καραμίχος πλάθει συμπαθές πορτρέτο του αντιπαθούς Φερνάντο: ολίγον σίχαμα και ολίγον χαριτωμένος, είναι ο ικανός, μέσος τύπος με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του που θεωρεί ότι ο κόσμος του ανήκει (και τα λεφτά και τα λεφτά) και με θράσος θα σπρώξει την πόρτα της επιτυχίας που ονειρεύεται. Δεν είναι όμως αρκετά θρασύς ούτε αρκετά αδίστακτος τελικά: αυτή η μεσοβέζικη κατάσταση του ντεμί επιτυχημένου που δεν στάθηκε αρκετά μακιαβελικός ώστε να φτάσει στην κορυφή είναι το δράμα του. Ο Καραμίχος αναδεικνύει το πρώτο μέρος της εξίσωσης - με πολλές αβανταδόρικες ατάκες, μάλιστα, προκαλεί συχνά το γέλιο -, υστερεί όμως στο δεύτερο: έτσι η σκηνή της κατάρρευσης τον βρίσκει να κλαίει στο τραπέζι χωρίς αποτελέσματα.

Ο Χρήστος Σαπουντζής είναι ιδανικός στον ρόλο του αφελή, καλοκάγαθου υποψηφίου που ζορίζεται όταν καλείται να συμμετάσχει σε ένα παιχνίδι σκληρό, πέρα από τις δυνάμεις του, υποχωρεί όμως και σχεδόν χάνεται ως παρουσία από τη στιγμή που «αποκαλύπτεται» ως ένας ακόμη ψυχρός εκπρόσωπος του αδηφάγου συστήματος με αλύγιστη ατζέντα.

Ο Πέτρος Λαγούτης εξαιρετικά μέτριος δεν κάνει κακό αλλά ούτε και ιδιαίτερο καλό στην παράσταση, αδυνατώντας να δώσει υπόσταση στον αλμοδοβαρικής έμπνευσης ρόλο του. Η Βίκυ Παπαδοπούλου, τέλος, φέρει ανεμπόδιστα εις πέρας την αποστολή της ως Μάτα Χάρι της εργασιακής κατασκοπείας, χρειάζεται όμως περισσότερη προσπάθεια εκ μέρους της αν είναι να αποποιηθεί την αίσθηση του comme il faut στο παίξιμό της.

Αδιάφορο και αυτονόητο διαγράφεται το ψευτοφουτουριστικό σκηνικό του Γιώργου Γαβαλά, ευτυχώς όμως το κείμενο του Γκαλθεράν περιέχει τόσες εκπλήξεις και ανατροπές ώστε το κωματώδες βλέμμα του σκηνογράφου καθίσταται απλώς ασήμαντο.


Ο αιώνας του Καρόλου Κουν

Αφιέρωμα του «Παρασκηνίου» στον κορυφαίο θεατράνθρωπο με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΑΦΕΡΜΟΥ, Το ΒΗΜΑ, 02/11/2008


Ο Κάρολος Κουν δίνει τις τελευταίες οδηγίες στους ηθοποιούς που συμμετείχαν στην παράσταση της «Ορέστειας», το 1980, στο Θέατρο της Επιδαύρου


Σκόρπια πλάνα του Καρόλου Κουν, ένα απόσταγμα της πνευματικής παρουσίας του, παρουσιάζει το «Παρασκήνιο» (η τριαντάχρονη εκπομπή της ΕΤ1) σε σκηνοθεσία Λάκη Παπαστάθη, που θα προβληθεί στο Μουσείο Μπενάκη της Οδού Πειραιώς στο πλαίσιο του αφιερώματος του μουσείου για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. «Κάρολος Κουν - 24 κινούμενες εικόνες»: Η ουσία της αντίληψής του για τη θεατρική «ποίηση», για τον ηθοποιό, για τη διδασκαλία, με τα δικά του λόγια, έξω από εξαντλητικές αναλύσεις.

Ο Χατζιδάκις εξομολογείται ότι τον έκοψε από τη Δραματική Σχολή και τον ώθησε να στραφεί στη μουσική. Ο Τσαρούχης κινηματογραφείται στο σπίτι του (την κάμερα κρατάει ο Διονύσης Φωτόπουλος και ύστερα η Λίλη Πεζανού), ενώ ζωγραφίζει το πορτρέτο του Κουν - λίγους μήνες μετά τον θάνατό του. Θυμάται την πρώτη συνεργασία τους, το 1934 στην «Ερωφίλη»: «Κάνε μου τα σκηνικά και θα δω πώς θα κάνω τη σκηνοθεσία. Είναι ένα ανώτερο επίπεδο θεάτρου αυτό».

Στο λιτό διαμέρισμά του, γωνία Σόλωνος και Λυκαβηττού, ο Παντελής Βούλγαρης χειρίζεται την κάμερα, ενώ η Σούλα Αλεξανδροπούλου τού παίρνει συνέντευξη: «Η πρόβα μας δεν γίνεται διδακτικά ούτε έχω προετοιμασμένο το τι θα κάνω. Αυθόρμητα σχηματίζονται εκεί πέρα, εμπειρικά (...). Κατά 99% οι σκηνές βγαίνουν πολύ διαφορετικά απ' ό,τι τις φαντάζομαι, γιατί αυτό που φαντάστηκα είναι πολύ λίγο. Γιατί δεν αρχίζει να λειτουργεί (...) το υποσυνείδητο που θα λαμπιρίσει εκείνη τη στιγμή (...). Ενα χέρι που θα σηκωθεί, μια φωνή που θα ακουστεί, ένας ήχος που θα μπει στη μέση: όλα αυτά είναι που θα δημιουργήσουν το σύνολο των καταστάσεων που θα κάνουν το μυαλό μας και τη φαντασία μας (...) να απλωθεί».

Γι' αυτό επέμενε όλοι οι εκτελεστές - ακόμη και ο μουσικός - να βρίσκονται στις πρόβες. «Είναι μια ατμόσφαιρα όπου γίνεται μια λειτουργία. (...) Ο ηθοποιός δεν ξέρει τι θα πει (...) πρέπει ξαφνικά να βγει από μέσα του (...) δεν πρέπει να είναι σχεδιασμένο από τα πριν. Διότι εκείνο που είναι σχεδιασμένο μέσα στο μυαλό μας είναι λίγο, ενώ αυτό που θα βγει εκείνη τη στιγμή, αυθόρμητα, μπορεί να είναι ξαφνικά φως ολόκληρο».

Πρόβες από τις «Τρωαδίτισσες»: «Το κάνεις λίγο μελό... Δεν πρέπει να έχει τελείες». Εικόνες από παλαιότερο «Παρασκήνιο» (1976), όπου ο Κουν εξηγεί: «Το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, κάτι που δημιουργείται, κάτι που αλλάζει όλη την ώρα. Πας να βάλεις ακαδημαϊκή παιδεία; Είναι ο θάνατος του θεάτρου». Στον ηθοποιό «πρέπει να δοθούν κεντρίσματα, αλλά όχι ένα υλικό που θα πρέπει να μαθαίνει (...). Λένε, αν δεν έχεις απολυτήριο Λυκείου, δεν μπορείς να πας στο θέατρο. Πώς αποστερείς τον τόπο από ένα τόσο ζωντανό, έμψυχο υλικό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και να γίνει δημιουργικό και πολύ πιο μορφωμένο από όλα τα άλλα βουτυρόπαιδα που έχουν την ευκαιρία να σπουδάσουν και να γίνουν κάτι;». Οπως και ο Τσαρούχης, ο Κουν εξέφρασε την «ελληνικότητα», κάνοντας μυθικούς τους λαϊκούς ανθρώπους.

«Η τραγωδία είναι μια μορφή θεάτρου ηχητική και πλαστική μαζί» παρατηρεί αλλού. Χωρίς ήχο, τον παρακολουθούμε στην Επίδαυρο εν ώρα διδασκαλίας της κίνησης για τον χορό στους «Ορνιθες». Αλλού τον βλέπουμε να καθοδηγεί, σχεδόν να χορεύει επί σκηνής, φορώντας φανελάκι καλοκαιρινό. «Ενα στοιχείο που με εμπνέει στο αρχαίο θέατρο είναι η τελετουργικότητα των πραγμάτων. Αφανίζει τις μικρολεπτομέρειες... Δεν υπάρχουν μικρολεπτομέρειες της ζωής, δεν υπάρχει το μικρό δάκρυ». Πλάνα μιας εκπομπής του Δημήτρη Μαρωνίτη. Ο Κουν εξομολογείται: «Οσο περνούν τα χρόνια, φράσεις από αρχαία κείμενα όλο και περισσότερο διεισδύουν μέσα στις σκέψεις μου... Σκέψεις οι οποίες μπορεί να είναι πιο αιώνιες και να με διαφωτίζουν περισσότερο γύρω από τους νόμους της ζωής».

Το εν λόγω «Παρασκήνιο» δεν ξεχνάει τη συνεισφορά του Καρόλου Κουν στο σύγχρονο θέατρο (Ιψεν, Στρίντμπεργκ, Γκόρκι, Πιραντέλο, Μίλερ, Τσέχοφ, Λόρκα, Μπρεχτ, Ντε Φίλιπο, Ιονέσκο). Ο Καμπανέλης παρατηρεί: «Βλέποντας τον Κουν να διδάσκει έργα σου, ανακάλυπτες πράγματα που είχαν λειτουργήσει στο υποσυνείδητό σου και αυτός τα έφερνε σε μια σκηνική παρουσία. Δηλαδή συνειδητοποιούσαμε αυτό που αναζητούσαμε».

ΑΚΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ: «Ο Πετρούκιο είναι και λίγο ροκ»

ΠΡΟΣΩΠΟ

Ο γνωστός ηθοποιός πρωταγωνιστεί στο «Ημέρωμα της στρίγκλας» του Σαίξπηρ που ανεβαίνει από το Εθνικό Θέατρο στη σκηνή του Κοτοπούλη-Ρεξ
ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ, Το ΒΗΜΑ, 02/11/2008

Μπορεί ποτέ να μην είχε σκεφθεί τον ρόλο του Πετρούκιο ο Ακης Σακελλαρίου, αυτός όμως δεν ήταν λόγος για να μην τον αποδεχθεί και να βρίσκεται τώρα στη θέση να πρέπει να «υποτάξει» την Κατερίνα - την οποία υποδύεται η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, στο «Ημέρωμα της στρίγκλας» του Σαίξπηρ που ανεβάζει ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης στο Εθνικό Θέατρο, στη σκηνή του Κοτοπούλη. Ολα αρχίζουν λίγη ώρα πριν από τον γάμο, όταν ένας άνδρας συνειδητοποιεί τι θα συμβεί.... Τότε, σαν όνειρο, ένας πίνακας ζωντανεύει και ένας θίασος «παίζει» την παράσταση.

«Με αυτόν τον τρόπο ο Πετρούκιο θα ξεπεράσει τους φόβους του και θα επιβληθεί στο άλλο φύλο - ή έτσι τουλάχιστον νομίζει» τονίζει ο ηθοποιός που μοιράζεται τον προβληματισμό του έργου για τον γάμο, τη δέσμευση, την ανεξαρτησία, την αυτάρκεια, σε μια παράσταση «διαχρονική και όχι εποχής, σε ίαμβο». Η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο «είναι σωματική και πνευματική, ένας αγώνας λεκτικός και σαρκικός μαζί». Και η υποταγή; «Κοίτα» απαντά «πιστεύω στον σεβασμό στην ιεραρχία. Σε ένα πλοίο πρέπει να υπάρχει πάντα ένας καπετάνιος, όπως και σε μια σχέση, σε μια οικογένεια. Αλλά μια τέτοια ιεραρχία πρέπει να είναι αποτέλεσμα κοινής συμφωνίας. Το μοντέλο των πατεράδων και των παππούδων μας δεν υπάρχει πια, αλλά δεν μπορούμε να μη λαμβάνουμε υπ' όψιν τη φύση, το φύλο».

Ο Ακης Σακελλαρίου επιστρέφει στο θέατρο έπειτα από ολιγόχρονη απουσία - αν και μεσολάβησε μια ακόμη παράσταση τού «Ολος ο Σαίξπηρ σε μία ώρα». Ενδιαμέσως πήρε μέρος σε δύο ταινίες που θα προβληθούν στις αίθουσες τους επόμενους μήνες, καθώς παραμένει λάτρης της μεγάλης οθόνης: «Ναι, παραμένω κινηματογραφικός» υποστηρίζει. «Μου αρέσει το ότι μπαίνοντας σε ένα κάδρο οφείλεις να χορογραφήσεις το χάος. Το σινεμά με κάνει να νιώθω ότι χορογραφώ το χάος...». Ενώ στο θέατρο «η διάθεση που έχω κάθε φορά απέναντι σε ένα υλικό καθορίζει τη συμμετοχή μου, ή μη, σε μια δουλειά. Για να κάνω θέατρο θέλω να ενθουσιασθώ. Περνάω καλά, αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω κάθε χρόνο μια παράσταση. Το θέατρο διαφοροποιεί πολύ τη ζωή μου και η καθημερινή αντιπαράθεση με το κοινό είναι πολύ κουραστική...».

Και ενώ συμμετέχει στα γυρίσματα για μια κωμωδία που θα προβληθεί στον ΑΝΤ1 στις αρχές του 2009 («Το σόι μέσα μου» του Δημήτρη Αποστόλου, με τους Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Χρήστο Χατζηπαναγιώτη, Τζέσυ Παπουτσή), περιμένει με χαρά και ανυπομονησία την προβολή των δύο ταινιών: της κωμωδίας «Ολα θα πάνε καλά» του Λευτέρη Ξανθόπουλου (με τους Φαίη Ξυλά, Ντίνο Αυγουστίδη, Δημήτρη Πιατά, Εφη Παπαθεοδώρου) και της ταινίας εποχής «Σκλάβοι στα δεσμά τους» του Τώνη Λυκουρέση (με τους Ρηνιώ Κυριαζή, Γιάννη Φέρτη, Χρήστο Λούλη, Δήμητρα Ματσούκα) - η οποία θα προβληθεί και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Παράλληλα εμφανίζεται ως γκεστ στην ταινία του Αλέξη Καρδαρά «Γκίνες». «Αυτή είναι η μαγεία του σινεμά, να μπορείς να περνάς από τη μια κατάσταση στην άλλη. Στην ταινία του Ξανθόπουλου είμαι λίγο ροκ, με μακρύ μαλλί και τατουάζ. Αλλά και ο Πετρούκιο έχει στοιχεία ροκ. Είναι και εκείνος "χύμα" με τον τρόπο που ήμασταν εμείς στην εφηβεία μας, τη δεκαετία του '80. Σαν να μην τον νοιάζει τίποτα, είναι λίγο σαν μια πέτρα που κυλάει. Μαζί με τους υπηρέτες του είναι σαν να φτιάχνει ένα μουσικό συγκρότημα. Κινείται, δε, ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι, θέλοντας να σπάσει τις νόρμες και τις συμβάσεις. Και αυτό είναι που βλέπει η Κατερίνα και τελικά δεν αντιστέκεται. Αλλωστε αυτό δεν έχει σημασία; Να βγάλουμε ό,τι κρύβουμε μέσα μας» αναρωτιέται, γνωρίζοντας την απάντηση.

Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη ο Ακης Σακελλαρίου μαθήτευσε στη σχολή της Ρούλας Πατεράκη - παράλληλα με τη Νομική. Συνέχισε στην Αμερική με δασκάλα τη Στέλλα Αντλερ η οποία τους παρότρυνε να «απεκδυθούν της καθημερινότητάς τους, γιατί είναι μίζερη». Οταν επέστρεψε στην Ελλάδα συνεργάστηκε με τον Θόδωρο Τερζόπουλο για να συνεχίσει στο Θέατρο του Νότου (Αμόρε) και στο ελεύθερο θέατρο, ενώ η μεγάλη οθόνη τού προσέφερε και του προσφέρει παράλληλη πορεία.

Ο Ακης Σακελλαρίου πρωταγωνιστεί στο «Ημέρωμα της στρίγκλας» του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Πρεμιέρα την Τετάρτη 5 Νοεμβρίου στο Κοτοπούλη-Ρεξ, από το Εθνικό Θέατρο.

Κομμουνιστικό μανιφέστο: μια παράσταση

Μια θεατρική παράσταση ξεκινάει την Πέμπτη, μια παράσταση με βάση το Κομμουνιστικό Μανιφέστο! Και, μάλιστα, μια παράσταση που δεν βασίζεται σε κάποια διασκευή ή παράφραση, αλλά στο ακριβές, ακριβέστατο κείμενο του πρωτοτύπου.

Έκπληξη και ταραχή, στο άκουσμα της αγγελίας του ρηξικέλευθου εγχειρήματος, καταλαμβάνει, φαντάζομαι, κάθε ευαίσθητη -μαρξιστική, μαρξίζουσα ή θεατρική- ψυχή. Ωστόσο, η παρακολούθηση μιας πρόβας καθώς και μια μακρά συζήτηση με την Έλενα Πατρικίου, παλαιόθεν φίλη και συνεργάτρια της “Αυγής” και των “Ενθεμάτων” άρκεσε, για να διασκεδαστούν όλες οι αμφιβολίες και για να πειστεί πλήρως, τουλάχιστον ο υπογραφόμενος, για την έμπνευση και το δόκιμο της προσπάθειας.

Συζητήσαμε, λοιπόν, με την Έλενα Πατρικίου εφ' όλης της -μαρξιστικής και θεατρικής- ύλης: τη γέννηση του λογοτεχνικού είδους του μανιφέστου, τις μεταφράσεις του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, τον μοντερνισμό στο θέατρο, το κομμουνιστικό κόμμα και το κίνημα.

Hans Haacke, “Collateral”, 1991, Paula Cooper Gallery New York

Συνέντευξη της Έλενας Πατρικίου

  • Η πρώτη μου ερώτηση είναι, βέβαια, πώς ξεκίνησε η ιδέα να ανέβει επί σκηνής το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Πριν από τρία περίπου χρόνια, στο βιβλιοπωλείο του Kaufmann στη Σταδίου, έπεσα σε μια μικρή γαλλική έκδοση του Μανιφέστου, η οποία χρησιμοποιούσε τη μετάφραση της Λόρας Μαρξ - της κόρης του Μαρξ που είχε παντρευτεί τον Πωλ Λαφάργκ. Κι αίφνης ανακάλυψα ένα κείμενο το οποίο δεν είχε καμιά σχέση με το στεγνό κείμενο που ξέρουμε απ’ τα νιάτα μας: με ρυθμούς εκπληκτικούς, με μια συναρπαστική εικονοπλασία, με μια συναρπαστική ποιητικότητα. Ένα κείμενο που αμέσως σου έδινε την αίσθηση ότι είχε "καταπιεί" τον Σαίξπηρ, ότι τον είχε αφομοιώσει πλήρως.

Βρίσκω ότι το Μανιφέστο είναι μια εκπληκτική, λογοτεχνικά και ιδεολογικά, συμπύκνωση των βασικών θέσεων του μαρξισμού. Κατ' αυτή την έννοια, είναι ένα κλασικό κείμενο, όσο κι αν δεν είναι της μόδας πια να μιλάμε για "κλασικά κείμενα". Και οι λογοτεχνικές αρετές του αποδεικνύονται και αρνητικά, από το γεγονός ότι έχει την ικανότητα, ακόμα και στις πιο κακές μεταφράσεις, να σημαδεύει τους αναγνώστες του. Γιατί, μεταξύ μας, όσοι γίναμε αριστεροί και κομμουνιστές, εδώ και 160 χρόνια, γίναμε χάρη στο Μανιφέστο - όχι χάρη στο Κεφάλαιο ή τη Γερμανική Ιδεολογία.

  • Αυτό ήταν λοιπόν το πρώτο έναυσμα, η αφορμή. Και μετά, πώς αρχίζεις να ξαναμεταφράζεις το κείμενο και να σκέφτεσαι την παράσταση;

Μου ήταν αμέσως προφανές πως το Μανιφέστο έπρεπε να "σαρκωθεί" θεατρικά με κάποιον τρόπο. Ξεκίνησα λοιπόν να το μεταφράζω, επειδή οι μεταφράσεις που είχα υπόψη μου -στα ελληνικά αλλά και στα γαλλικά- δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για παράσταση, δεν βγάζουν καθόλου αυτό τον δυναμισμό, την ποιητική πυκνότητα. Αντίθετα, κάνουν ό,τι μπορούν για να το προσγειώσουν - κόβουν ένα επίθετο από εδώ, ένα επίρρημα από εκεί, για να γίνει πιο "αυστηρό", πιο "κομμουνιστικό", διότι ως γνωστόν εμείς οι κομμουνιστές ζούμε σε μια κοιλάδα των κλαυθμώνων ένθα απέδρα πάσα απόλαυσις και ηδονή... και πάσα ποίησις βεβαίως.

Δουλεύοντας λέξη-λέξη το κείμενο και τους ρυθμούς του, άρχισα να ανακαλύπτω πού ακριβώς έγκειται η ιδιόρρυθμη θεατρικότητα του Μανιφέστου. Καταρχάς, στην ίδια την ιδιότητα του "μανιφέστου". Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο είναι στην πραγματικότητα το πρώτο "μανιφέστο" με την έννοια που έχει σήμερα ο όρος. Άρα, πριν από οτιδήποτε άλλο, δημιουργεί ένα νέο λογοτεχνικό είδος, το μανιφέστο. Ως τότε, στις κεντροευρωπαϊκές χώρες "μανιφέστο" είναι το κείμενο με την οποίο ένας ηγεμόνας διακηρύσσει τις επιθυμίες του. Η ιδέα να ονομαστεί το κείμενο που είχε ζητήσει η Λίγκα των Κομμουνιστών από τον Μαρξ "μανιφέστο" είναι του Ένγκελς. Ονομαζόμενο έτσι, το κείμενο αυτό αναλαμβάνει αμέσως ένα ρόλο: υποδύεται ένα κύρος και μια αυθεντία που δεν έχει. Παίρνει το κύρος της βασιλικής εξουσίας, για να υπονομεύσει το κύρος της αστικής τάξης, που κατέλυσε αυτή την παλιά εξουσία. Μιλάει, όπως λέει και ο Αλτουσέρ, από τη σκοπιά του προλεταριάτου, όμως το προλεταριάτο μπορεί να υπάρχει κοινωνικά, ως τάξη καθ' εαυτή, αλλά δεν έχει συγκροτηθεί ακόμα σε τάξη δι' εαυτήν, με συνείδηση του εαυτού της. Το Μανιφέστο θέλει να δημιουργήσει αυτή την τάξη που θα έχει συνείδηση του εαυτού της, αλλά μιλάει σαν να την έχει δημιουργήσει ήδη.

Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο λοιπόν υποδύεται ρόλους· και τους υποδύεται κυρίως υιοθετώντας μια θεατρική ποιητική, η οποία έρχεται κυρίως από τον Σαίξπηρ και την αγάπη που του έτρεφε ο Μαρξ. Το Μανιφέστο δεν είναι καθόλου ρομαντικό στην αισθητική και την ποιητική του, παρόλο που γράφτηκε μεσούντος του ρομαντισμού (το 1848). Καταρχάς χάρη στον Σαίξπηρ, αλλά και χάρη στον Χάινε -που δεν είναι τυπικά ρομαντικός-, το Μανιφέστο χαρακτηρίζεται από μια ποιητική εξαιρετικά "μοντέρνα": μεγάλες ποιητικές εικόνες που αναδύονται και αμέσως θρυμματίζονται, είτε από τον απίστευτο τραγικό σαρκασμό είτε από την αμείλικτη και καταιγιστική χρήση του οικονομικού λεξιλογίου, σε συνδυασμό με μια σπαραχτική απουσία εύκολου λυρισμού. Πρόκειται για μια αισθητική κατανοητή μετά από τις επαναστάσεις και τις ρήξεις της τέχνης του 20ού αιώνα, αλλά απίστευτα επαναστατική για το 1848. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα αισθητικά και καλλιτεχνικά μανιφέστα, "κατακλέβουν" το Μανιφέστο (με πρώτο τον Μπρετόν, στα Μανιφέστα του σουρεαλισμού) και, εκτός αυτού, το έχουν ως αντίπαλο δέος: όλοι προσπαθούν να φτιάξουν ένα κείμενο το οποίο θα μπορεί να σταθεί απέναντι στο Μανιφέστο.

  • Ανοίγω μια παρένθεση: Είχες δουλέψει ως ηθοποιός για αρκετά χρόνια, στη συνέχεια ως δραματουργός και τώρα ξαναγυρνάς στο θέατρο με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο!

"Κάνω θέατρο μόνο όποτε σημαίνει κάτι πραγματικά σημαντικό για μένα. Κάνεις θέατρο, γράφεις ποίηση, ζωγραφίζεις, μόνον όποτε η ανάγκη είναι πραγματικά ζωτική, όχι για επαγγελματική αποκατάσταση. Γι' αυτό παράτησα την Σχολή του Εθνικού στην μέση του τρίτου έτους για να ακολουθήσω την Ασπασία Παπαθανασίου, γι' αυτό δούλεψα με τον Σπύρο Βραχωρίτη, γι' αυτό συνεργάστηκα με τον Κωνσταντίνο Μίχο... Και γι' αυτό δεν έκανα τίποτα στο θέατρο όταν αισθανόμουν ότι δεν υπήρχε τίποτα να κάνω. Το ανέβασμα του Μανιφέστου για μένα ήταν μια δουλειά ζωτικής και επείγουσας ανάγκης, τόσο αισθητικά όσο και πολιτικά."

  • Επιστρέφω στην παράσταση. Πώς λοιπόν το κείμενο, με όλο αυτό τον δυναμισμό και την ποιητικότητα, μετουσιώνεται σε παράσταση, ποια είναι η κεντρική ιδέα της σκηνοθεσίας;

Η σκηνοθεσία στηρίχτηκε στην ιδέα ότι το Μανιφέστο, ακριβώς επειδή είναι τόσο επαναστατικό αισθητικά, θα πρέπει να παιχτεί ακολουθώντας τους τρόπους που εισάγει η τέχνη του θεάτρου όταν κάνει με την σειρά της τη δική της αισθητική επανάσταση, την εικοσαετία 1910-1930. Την εποχή εκείνη το θέατρο κάνει μια σοβαρή και γόνιμη προσπάθεια να αντλήσει από πιο άμεσες πηγές, από το καμπαρέ, το τσίρκο, τους πλανόδιους ακροβάτες και πανηγυρτζήδες, από λαϊκές και ανατολικές μορφές θεάτρου. Είναι η εποχή του Γκόρντον Κραιγκ και του Αππιά, του Μέγερχολντ και του Βαχτάνγκοφ στη Ρωσία, του Μπρεχτ και του Πισκάτορ στη Γερμανία. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτό το θέατρο (που συνεχίζουν μεταπολεμικά ο Στρέλλερ, ο Μπρουκ, η Μνουσκίν) και πιστεύω ότι έχουμε κανέναν λόγο να αναζητούμε μεταμοντερνιστικές "λύσεις" τη στιγμή που ο μοντερνισμός είναι ακόμα ανοιχτός και ανεξερεύνητος σχεδόν: αυτοί οι άνθρωποι απλώς μας άνοιξαν τις πόρτες και έχουμε ακόμα, μπροστά μας, χιλιόμετρα.

Ειδικά το Μανιφέστο μόνον έτσι μπορεί να παιχτεί. Αυτό το κείμενο, το οποίο προαναγγέλλει την αυτοσυνειδησία του προλεταριάτου, και άρα την επαναστατική του δράση, μπορεί να στηθεί επί σκηνής με τους τρόπους που επιλέγει η θεατρική τέχνη τη στιγμή που κάνει τη δική της επανάσταση, όταν αποκτά δηλαδή μια αυτοσυνειδησία εκτός κειμένου, ως θεατρική τέχνη καθ' εαυτή και δι' εαυτήν.

Από την άλλη μεριά, οι τρόποι αυτοί μάς επιτρέπουν να μη διαβάσουμε το Μανιφέστο αθώα. Γιατί, μετά από 160 κομμουνιστικής ιστορίας, δεν είναι δυνατόν να διαβάσει κανείς, πολύ περισσότερο να αρθρώσει, το Μανιφέστο "αθώα". Από τη στιγμή που αποφασίζει κανείς ότι είναι αριστερός, οποιασδήποτε απόχρωσης ή τάσης, δεν είναι αθώος. Κληρονομεί αυτομάτως αυτήν τη συναρπαστική ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, με ό,τι φωτεινό και ό,τι τραγικό έχει να επιδείξει, κληρονομεί δηλαδή και αυτή την τεράστια ενοχή.

Ανοίγω εδώ μια παρένθεση: διάβασα -όσο άντεξα- τις Θέσεις του Κ.Κ.Ε. για το συνέδριό του και τα όσα λένε για τις δίκες της Μόσχας. Οι άνθρωποι αυτοί αποδέχονται, μετά από ογδόντα χρόνια, τις στημένες κατηγορίες του Μπέρια, ισχυρίζονται ότι ήταν αληθινές οι χαλκευμένες πληροφορίες του Γερμανικού Στρατηγείου κατά του Τουχατσέφκσι! Στην ουσία, δολοφονούν ξανά τον Μπουχάριν, τον Ζηνόβιεφ, τον Κάμενεφ... Προφανώς είναι ο δικός τους τρόπος να παριστάνουν τους αθώους - βουλιάζοντας ως τον λαιμό στην ενοχή.

  • Συμφωνώ απολύτως, και ιδίως για τις Θέσεις. Ας μην καταλήξουμε όμως ότι για όλα αυτά ευθύνεται το Μανιφέστο...

Είναι προφανές πως δεν ευθύνεται ούτε το Μανιφέστο ούτε ο Μαρξ. Αλλά εμείς ναι, κουβαλάμε την ενοχή. Κι αυτοί που διαχώρισαν κάποια στιγμή την θέση τους από τον σταλινισμό, παραμένουν ένοχοι, γιατί ενώ διεκδικούσαν και διεκδικούν την ιστορική συνέχεια (και τώρα μιλάω ευθέως για όλο το παλιό ΚΚΕ εσωτερικού, άρα και για τον Συνασπισμό), δεν έχουν το σθένος να βγάλουν τα πτώματα από την ντουλάπα. Και ζούμε, επί δεκαετίες, σαν αυτά τα πρόσωπα από την Τέταρτη Διάσταση του Ρίτσου, ανάμεσα σε άταφα και αδικαίωτα πτώματα. Αυτή την ενοχή δεν μπορεί να μην την έχει επομένως το βλέμμα μας όταν διαβάζουμε το Μανιφέστο. Στην παράσταση, προσπαθούμε να διαβάσουμε το Μανιφέστο σαν να το διαβάζουμε για πρώτη φορά. Αλλά, ό,τι κι αν κάνουμε, ο χρόνος δεν έχει παγώσει στο 1848.

Aυτοί λοιπόν οι θεατρικοί τρόποι που επιλέξαμε, επιτρέπουν στον θεατή -και στον ηθοποιό- να διατηρεί μια απόσταση: είμαι μέσα, με συνεπαίρνει, αλλά έχω τη δυνατότητα, αναγκάζομαι, να απομακρυνθώ κιόλας. Εννοώ -με την μπρεχτική σημασία- αποστασιοποιούμαι, σκέφτομαι, έχω μια κριτική στάση, απέναντι στο κείμενο του Μανιφέστου και απέναντι στον εαυτό μου ως δρων πρόσωπο μέσα στην ιστορία, απέναντι στην κοινή μας περηφάνια και στην κοινή μας ενοχή.

Αν μπορούσε να παρακινήσει η παράσταση μια τέτοια συζήτηση, θα ήμουν πολύ ευτυχής. Αυτή τη στιγμή ζούμε την κρίση (που είναι υπέροχη, όπως θα έλεγε ο Ένγκελς), βλέπουμε πως η φιλελεύθερη μπουρδολογία των τελευταίων είκοσι τουλάχιστον ετών, ότι ο Μαρξ δεν ήξερε τι του γινόταν κλπ. κλπ. ήταν, αν μη τι άλλο, αναληθής. Ταυτόχρονα, τα τελευταία χρόνια, σημειώνεται μια αναγέννηση -αν όχι εκ της τέφρας του, πάντως εκ της χειμερίας νάρκης του- του κινήματος διεθνώς. Σε αυτήν τη συγκυρία, θα είχε ζωτική σημασία μια τέτοια συζήτηση: όχι μόνο για τον μαρξισμό, που θα ήταν εξαιρετικά ωφέλιμη, αλλά και για το τι σημαίνει να είσαι αριστερός σήμερα, από πού έρχεσαι - γιατί δεν είμαστε "μανιτάρια", γιατί όλοι ευθυνόμαστε και για τον Στάλιν και για τους λογής-λογής σταλινίσκους, που τους λιβανίζουμε ακόμα.

  • Πέρα λοιπόν από τη λογοτεχνική, θεατρική κ.λπ. διάσταση λοιπόν, υπάρχει και μια πολιτική πρόθεση της παράστασης;

Δεν είναι προφανές; Δεν είναι μια παράσταση που θέλει να συγκινήσει, αλλά να κάνει τους ανθρώπους να σκεφτούν τη θέση τους όχι μόνο απέναντι στο Μανιφέστο και τον Μαρξ, αλλά και στο τι συμβαίνει σήμερα. Κάνουμε πολιτικό θέατρο, όχι μόνο επειδή καταπιανόμαστε με το πιο πολιτικό κείμενο της σύγχρονης ιστορίας, αλλά και γιατί θέλουμε να προκαλέσουμε μια τέτοια συζήτηση.

  • Θυμάμαι, από τις πρόβες, ότι στις πρώτες σκηνές ο ένας ηθοποιός λέει "Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος" και ένας άλλος τον διορθώνει, αμέσως: "Κινήματος!". Κι αυτό επαναλαμβάνεται. Κόμματος ή κινήματος, λοιπόν;

Ο πραγματικός τίτλος είναι Das Manifest der Kommunistischen Partei, To Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Τι σημαίνει όμως "κόμμα" το 1848; Δεν σημαίνει ασφαλώς λενινιστικό κόμμα "νέου τύπου", δεν σημαίνει κόμμα με τη σημερινή έννοια, γιατί τα κόμματα ως κοινοβουλευτικοί θεσμοί σχηματίζονται στα τέλη του 19ου αιώνα. Η λέξη χρησιμοποιείται, αλλά η έννοια δεν έχει συγκροτηθεί. Ούτε η Α' Διεθνής είναι σύνδεσμος κομμάτων· συμμετέχουν σωματειακές οργανώσεις, συνδικάτα, άνθρωποι αυτόνομοι. Ο Μαρξ εννοεί ότι το προλεταριάτο, που εκείνη τη στιγμή είναι διασπαρμένο και διασπασμένο, πρέπει να συγκροτηθεί σε τάξη, άρα να αποκτήσει και μια μορφή που θα του επιτρέψει να έχει πολιτική παρέμβαση: αυτό θα πει κόμμα, όχι κόμμα με γραφεία, γραμματέα και ιεραρχία. Θεωρώ λοιπόν ότι είναι εξαιρετικά παραπλανητικό σήμερα να πεις Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Άλλωστε ο Μαρξ και ο Ένγκελς σε όλη τους τη ζωή ταλαντεύτηκαν ανάμεσα στην έννοια του εφήμερου κόμματος (της συγκεκριμένης οργάνωσης δηλαδή) και του ιστορικού κόμματος (του κινήματος μέσα στην ιστορική προοπτική). Και δεν δίστασαν ποτέ να θυσιάσουν το εφήμερο χάριν του ιστορικού - εξ ου και διέλυσαν χωρίς τύψεις ένα σωρό κόμματα, ακόμα και την Α' Διεθνή.

Στον τίτλο λοιπόν επιλέγω: το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κινήματος. Και μέσα στην παράσταση κρατάμε αυτό παιχνίδι "κόμμα/κίνημα". Γιατί τελικά, όποια κι αν είναι η σωστή μετάφραση, υπάρχει αυτή η ιστορία των 160 χρόνων, που δεν μπορείς να διαγράψεις. Άρα, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να αποδεχτείς αυτή την πραγματικότητα και -όσο ελαφριά κι αν ακούγεται η λέξη- να παίξεις μαζί της· να παίξεις με τα πράγματα όχι αθώα, αλλά ενσυνείδητα. Για να το πω πιο φροϋδικά, να μετατρέψεις την ενοχή σε υπευθυνότητα.

  • Δώσε μας, σε παρακαλώ, μια εικόνα της παράστασης, πιο συγκεκριμένα.

Τα παιδιά δούλεψαν σκληρά μήνες, με μια αυτοθυσία... κομμουνιστική. Η ιδέα της παράστασης ήταν, πρώτον, να μεταχειριστούμε τους τρόπους του θεάτρου και δεύτερον, ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται επί σκηνής δεν παίζουν τους κομμουνιστές ή τους προλετάριους. Είναι ηθοποιοί που αρθρώνουν τον λόγο του Μανιφέστου, χρησιμοποιώντας κόλπα και τρόπους και εφέ του θεάτρου.

Με μία φράση, θα έλεγα ότι η παράσταση είναι ένα καμπαρέ, ένα σκοτεινό, πολιτικοποιημένο, ντανταϊστικό, σουρεαλιστικό καμπαρέ του Μεσοπολέμου. Το κείμενο έχει απλώς μοιραστεί σε σκηνές, και παίζεται με κάποια θεατρική συνθήκη κάθε φορά, δηλαδή με τη συνθήκη των κλόουν, τη συνθήκη του ακροβάτη, των παλαιστών του δρόμου... Υπάρχει ένας κομπέρ που κυκλοφορεί, η παράσταση έχει πάρα πολλή μουσική και τραγούδια (του Γιώργου Κομπογιάννη), πάρα πολλή κίνηση και χορογραφική δουλειά (της Πατρίσιας Λάζου), μέσα σε ένα πολύ υπαινικτικό, γεωμετρικό σκηνικό (της Κάκιας Σακελλαρίου).

  • Και κάτι τελευταίο: Πρόκειται για το ακριβές κείμενο του Μανιφέστου, όχι για διασκευή, έτσι δεν είναι;

Το κείμενο δεν το πειράξαμε ούτε στο ελάχιστο. Αυτό που θα δει και θα ακούσει ο θεατής, είναι το πραγματικό κείμενο του Μανιφέστου. Η μοναδική επέμβαση ήταν το κόψιμο του τρίτου μέρους, της κριτικής στη σοσιαλιστική φιλολογία της εποχής, που δεν έχει νόημα σήμερα για τον μη ειδικό επί του θέματος θεατή. Ακόμα και τα λόγια των τραγουδιών δεν είναι διασκευές, είναι αυθεντικός μελοποιημένος Μαρξ.

Η παράσταση είναι αφιερωμένη σε τέσσερις απόντες.

Στη Λόρα Μαρξ, γιατί χάρη στην υπέροχη γαλλική της μετάφραση (η οποία κατηγορήθηκε ως ποιητική από διάφορους κομμουνιστές, που προτιμούσαν να ρίξουν τη ρετσινιά της "ποιητικότητας" στην κόρη παρά στον πατέρα), που διασώζει την μαρξιστική ουσία αδιαφορώντας για το "μαρξιστικό" ένδυμα, ανακάλυψα την ποίηση του Μανιφέστου.

Στον Νταβίντ Ριαζάνοφ, που ίδρυσε το Ινστιτούτο Μαρξ-Ένγκελς και ξεκίνησε την καταπληκτική έκδοση των Απάντων τους, που υπερασπίστηκε την αυτονομία των εργατικών συνδικάτων από το Κόμμα, και τον οποίο εκκαθάρισε ο Στάλιν το 1938, γιατί χωρίς αυτόν δεν θα είχαμε το πραγματικό κείμενο του Μανιφέστου.

Στον Κώστα Κουλουφάκο, για τον οποίο ο μαρξισμός ήταν μια διαρκής άσκηση πνευματικής και πολιτικής ελευθερίας και η ένταξή του στο κίνημα μια διαρκής αγωνία υπακοής και εξέγερσης, ελπίδας και απελπισίας.

Και, τέλος, στον Άγγελο Ελεφάντη: οι πρόβες άρχισαν μισή ώρα μετά την κηδεία του - ξέρω ότι το Μανιφέστο δεν ήταν από τα αγαπημένα του μαρξιστικά κείμενα και φανταζόμουν πως η παράσταση θα ήταν μια απολαυστική αφορμή για έναν από αυτούς τους υπέροχους ιδεολογικούς καυγάδες που ήξερε να στήνει ο Άγγελος. Δεν προλάβαμε - κι έτσι έμεινα να καυγαδίζω μόνη μου με κείνο το παλιό του άρθρο για το Μανιφέστο...

Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κινήματος

Θέατρο της Άνοιξης, 7 Νοεμβρίου-28 Δεκεμβρίου

Μετάφραση - δραματουργική επεξεργασία - σκηνοθεσία : Έλενα Πατρικίου. Σκηνικά - κοστούμια: Κάκια Σακελλαρίου. Μουσική: Γιώργος Κομπογιάννης. Χορογραφία: Πατρίσια Λάζου. Φωτισμοί: Θόδωρος Μαργκάς. Παίζουν: Χαρά Γαλενιανού, Ασαντούρ Γουντικιάν, Μυρτώ Καμηλάκη, Γιάννης Κουφαλέξης, Πατρίσια Λάζου, Λεωνίδας Παπαβασιλάκης, Βιβή Πηνιώτη, Τάσος Σωτηράκης

Οι παραστάσεις αρχίζουν στις 9.00, κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Θα διαρκέσουν από τις 7 Νοεμβρίου μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου 2008. Εισιτήριο: 20 ευρώ, φοιτητικό 10 ευρώ. Θέατρο της Άνοιξης, Γερμανικού 20, Μεταξουργείο, τηλ. 210-5238870

"Μαθήματα βίας" και "Αντιγόνη"


Από τα "Μαθήματα βίας"

Του Λέανδρου ΠΟΛΕΝΑΚΗ, H ΑΥΓΗ, Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008

"Μαθήματα βίας - μόνο την αλήθεια, μέρος ΙΙ", είναι ο τίτλος του έργου που έγραψε, σκηνοθέτησε και παίζει στο "Θέατρο του Νέου Κόσμου, Νέα Σκηνή Τέχνης", ο Βασίλης Μαυρογεωργίου. Το πρώτο μέρος δεν το είχα δει, για να έχω άποψη ολοκληρωμένη και σφαιρική.

Το έργο, που μοιάζει να βρήκε την τελική του φόρμα στη σκηνή, στις πρόβες, διαθέτει την αυθεντικότητα της νέας ηλικίας του συγγραφέα και των πρωταγωνιστών του... και το ελάττωμα να θέλει να τα πει όλα με μιας. Μας μιλά για την περιπέτεια του νέου ανθρώπου, που βγαίνει στον κόσμο τρέφοντας όνειρα κι ελπίδες, για να βρεθεί μέσα σε ένα σύστημα ερμητικά κλειστό, που όμως, ο νέος υποχρεωτικά πρέπει να συμμετάσχει στο "παιχνίδι" του, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η τράπουλα είναι σημαδεμένη. Επειδή αλλιώς, αν δεν καταλάβει μια θέση εργασίας, από εκείνες που το ίδιο το σύστημα μοιράζει στους "υπάκουους", δεν υπάρχει ως τον κοινωνικό. Με αντίτιμο την ισόβια απαλλοτρίωση του βίου του. Αυτό, βέβαια, είναι ένα σοβαρό θέμα, που θα μπορούσε να εμπνεύσει όχι μόνο ένα, αλλά πολλά θεατρικά έργα.

Το κείμενο έχει όντως αρετές, μια έξυπνη γραφή και γρήγορους, άμεσους ρυθμούς, αλλά δεν διαθέτει φοβάμαι, συμπαγή, δραματικό πυρήνα. Περιγράφει αναγνωρίσιμες καταστάσεις και εξαντλείται στη συμπτωματολογία των φαινομένων, με σκιώδη πρόσωπα - σύμβολα, χωρίς να γράφει εντελώς τον δικό του, αυτόνομο, δραματικό μύθο.

Ομόλογη είναι η σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου που δίνει το κείμενο σαν ένα "παίγνιο" θεατρικό, φωτίζοντάς το λοξά, μέσα από τα κενά της γραφής, τις "τρύπες του". Η ομάδα των νέων παιδιών, Μαρία Φιλίνη, Κατερίνα Μαυρογεώργη, Κώστας Γάκης (ωριμότερος υποκριτικά), και ο σκηνοθέτης αποδίδουν τους ημιδιαφανείς ρόλους, ακολουθούν τους ρυθμούς της παράστασης, σαν μια σφιχτά δεμένη παρέα, με τα υπέρ και τα κατά του όρου αυτού. Η επιμέλεια κίνησης της Αγγελικής Στελλάτου είναι επαγγελματική, όπως επίσης τα σκηνικά και τα κοστούμια της Μαργαρίτης Χατζηιωάννου. Η μουσική και τα τραγούδια του Κώστα Γάκη, ακούγονται ωραία.

***

Στο πολυδύναμο "Θέατρο του Νέου Κόσμου" επίσης κοινή παραγωγή του ΘΝΚ και της "Θεατρικής Εταιρείας Αντίλαλοι", δίνεται μια πειραματική παράσταση της "Αντιγόνης" του Σοφοκλή, εν μέρει στο αρχαίο κείμενο κι εν μέρει σε μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη, σε μια προσπάθεια διερεύνησης του ηχορυθμικού πεδίου της προσωδιακής αρχαίας μας γλώσσας. Δεν είναι κάτι καινοφανές, ανάλογες προσπάθειες έχουν προηγηθεί, από τον Σπύρο Βραχωρίτη και τον Λάκη Καραλή, βασισμένες πάνω στις έρευνες του Έλληνα μουσικολόγου Θρασύβουλου Γεωργιάδη, που σταδιοδρόμησε στη Γερμανία. Η θεατρική ανάπτυξη - σκηνοθεσία είναι του Άρη Μπινιάρη, και η "καλλιτεχνική επιμέλεια", του Γιώργου Μπινιάρη.

Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της παράστασης είναι η μουσική έρευνα, σύνθεση και διδασκαλία της Σμαρώς Γρηγοριάδου, που εύλογα συνδέει το μέλος με τα δημοτικά μας τραγούδια κι εκτελεί η ίδια ζωντανά στη σκηνή τη μουσική της, μετέχοντας την ίδια στιγμή μπρεχτικά στα δρώμενα ως επισκέπτρια - αφηγήτρια.

Ο Άρης Μπινιάρης που συμπυκνώνει σε ένα όλα τα πρόσωπα της τραγωδίας, θα έπρεπε, νομίζω αν κατάλαβα καλά το σκεπτικό της παράστασης, να είναι πιο αφαιρετικός και περισσότερο σκιώδης. Επιχειρώντας όμως "να παίξει" μιμητικά τους ρόλους, μη αρκούμενος απλώς να τους "δείξει", επιπλέον σκοντάφτει επάνω στο απρόσφορο για το είδος της τραγωδίας "φυσικό" και στην απειρία του ως ηθοποιού, φαλτσάρει, προσφεύγει στην υπερβολή, με αποτέλεσμα να μην μεταδίδει διόλου στον θεατή τις "...αντηχήσεις των ρυθμικών και μετρικών στιχουργικών ποσοτήτων πάνω στο σώμα του ηθοποιού, που τις συσσωρεύει ως μνήμες και τις αναδημιουργεί σαν μια ζωντανή επινόηση, μιαν απ' αρχής αποκάλυψη...", αντιγράφω απ' το σημείωμα της συνθέτριας Σ. Γρηγοριάδου, στο πρόγραμμα της παράστασης.

Η εικαστική επιμέλεια της Μαρίας Χανιωτάκη και οι φωτισμοί του Γιάννη Κανάκη, λειτουργούν θετικά.